Θανασης Παπαζηλακης «Πληγμα για την Ελλαδα η συμφωνια Ε.Ε.-Καναδα για την φετα»

Ο κλάδος της γαλακτοβιομηχανίας μπορεί να γίνει ένα success story για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας

Παρά τις έντονες αντιδράσεις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε  πρόσφατα τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ ΕΕ-Καναδά (CETA). Μετά τη συμφωνία, οι καναδικές εταιρείες μπορούν να παράγουν και να κυκλοφορούν στην αγορά της χώρας τους καναδική φέτα.
 
Το γεγονός έχει προκαλέσει την έντονη πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στους ευρωβουλευτές των ελληνικών κομμάτων καθώς οι εκπρόσωποι της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο ψήφισαν υπέρ της συμφωνίας, ενώ εκείνοι του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ, της Χ.Α., της ΛΑΕ, μαζί με τους ανεξάρτητους Νότη Μαριά και Σοφία Σακοράφα την καταψήφισαν.   
 
Ο επικεφαλής των ευρωβουλευτών της Ν.Δ. στο Ευρωκοινοβούλιο, Μανώλης Κεφαλογιάννης, δήλωσε στη Deutsche Welle πως η «συμφωνία προστατεύει 140 γεωγραφικές ενδείξεις από όλη την Ευρώπη με μία μόνο μικρή “παραχώρηση” στους Καναδούς. Αυτό σημαίνει πως μία καναδική εταιρία, η οποία είχε αρχίσει πριν από το 2013 να παρασκευάζει τυρί που ονομάζει “φέτα”, μπορεί να συνεχίσει την παραγωγή του για την αγορά του Καναδά, αλλά όχι και να το εξάγει στην Ευρώπη. Ωστόσο, οι ελληνικές εταιρείες που παράγουν γνήσια φέτα, θα μπορούν να κάνουν εξαγωγές στον Καναδά».
 
«Αυτή η συμφωνία δεν κατοχυρώνει πλήρως τη φέτα, διότι δίνει τη δυνατότητα να υπάρχουν προϊόντα τύπου φέτα», τόνισε ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Στέλιος Κούλογλου, προσθέτοντας ότι «προβλέπονται κάποιες μεταβατικές διατάξεις, μετά από κάποιο καιρό μπορεί να ξανασυζητηθεί το θέμα».
 
Στη βάση της λογικής ότι «όλα θα ρυθμιστούν από τον ελεύθερο ανταγωνισμό και το ποιοτικότερο προϊόν θα μπορέσει να ανταγωνιστεί τα υπόλοιπα» τάχθηκε και η εκπρόσωπος του Ποταμιού, Αντιγόνη Λυμπεράκη.
 
Σημειώνεται, ότι η συμφωνία διεθνούς εμπορίου και οικονομικής συνεργασίας Ε.Ε. – Καναδά, CETA, έλαβε με περισσότερες από 400 ψήφους την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην πρόσφατη ψηφοφορία. 

«Η  υπογραφή της CETA κάνει κακό στην εθνική οικονομία» 

Ο «Παρατηρητής της Θράκης» μίλησε για το μείζον αυτό ζήτημα για την ελληνική οικονομία και την πρωτογενή παραγωγή, με τον ιδρυτή της «Εβροφάρμα»,  Θανάση Παπαζηλάκη, μιας από τις μεγαλύτερες εταιρίες στην Ελλάδα που δραστηριοποιείται στον τομέα της μεταποίησης γαλακτοκομικών προϊόντων και εδρεύει στο Διδυμότειχο.    
 
Η Εβροφάρμα είναι μια οικογενειακή επιχείρηση. Ιδρύθηκε το 1994 από τον χημικό Θανάση Παπαζηλάκη και από το 2000 είναι στο Χρηματιστήριο, έχει συνολικά 150 εργαζόμενους, από τους οποίους οι 125 απασχολούνται στο υπερσύγχρονο εργοστάσιο του Διδυμότειχου καθώς είναι η πρώτη ελληνική γαλακτοβιομηχανία που έλαβε πιστοποίηση ISO και HACCP και οι υπόλοιποι 25 στη φάρμα Campus της Μέστης όπου σε 35 στρέμματα αγελαδοκεντρικών κτιρίων σταβλίζονται 2.500 βοοειδή παράγοντας καθημερινά 25 τόνους γάλακτος ανωτέρας ποιότητας.
 
«Σίγουρα για ένα προϊόν με ονομασία προέλευσης όπως είναι η φέτα, για την οποία η Ελλάδα είχε την αποκλειστικότητα  της παραγωγής,  η  υπογραφή της CETA κάνει κακό στην εθνική οικονομία, στον κλάδο της γαλακτοβιομηχανίας και κατ’ επέκταση στον κλάδο της αιγοπροβατοτροφίας, γιατί η οικονομία θα χάσει πολύτιμο συνάλλαγμα από ένα προϊόν που είχε προνομιακό χαρακτήρα για την Ελλάδα», τονίζει ο κ. Παπαζηλάκης.   

«Πάνω από 250 έως 300 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο συνάλλαγμα κερδίζει η Ελλάδα από την εμπορία φέτας και στραγγιστού γιαουρτιού» 

Έχοντας ο ίδιος μια πλούσια εμπειρία από τη λειτουργία της καθετοποιημένης οικογενειακής επιχείρησής του, δεν διστάζει να αναφερθεί σε μία σειρά από καθοριστικούς παράγοντες που επηρεάζουν την αγορά της φέτας, την εμπορική αξία του προϊόντος και την μελλοντική της προοπτική. « Η φέτα είναι ένα πολύ λαϊκό και δημοφιλές προϊόν με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και είναι λογικό όταν βγαίνουν στο εμπόριο προϊόντα με την ίδια ή παρεμφερή ονομασία να δημιουργείται σύγχυση στον καταναλωτή, με αποτέλεσμα η αυθεντικότητα να χάνεται και να παραμένει απλώς ένας τύπος τυριού», αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Παπαζηλάκης.
 

«Να μην ξεχνάμε ότι η φέτα και το στραγγιστό γιαούρτι είναι από τα πιο δυναμικά προϊόντα που μας φέρνουν συνάλλαγμα. Πάνω από 250 έως 300 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο συνάλλαγμα κερδίζει η Ελλάδα από την εμπορία αυτών  των ειδών». 

Ο ιδρυτής της Εβροφάρμα  υποστηρίζει ότι η φέτα παύοντας να είναι “ΠΟΠ” υπάρχει ο κίνδυνος  η βιομηχανία να  μην παράγει τις σημερινές  ποσότητες και να μην αγοράζει γάλα στις τιμές που απολαμβάνει τώρα ο κτηνοτρόφος.
 
«Ενδεχομένως, λοιπόν, πολλοί κτηνοτρόφοι να φύγουν από τον κλάδο της αιγοπροβατοτροφίας λόγω της χαμηλής ζήτησης που θα έχει το προϊόν τους. Η εθνική βιομηχανία γάλακτος θα είναι δύσκολο σε αυτή τη περίπτωση να ανταπεξέλθει στην παραγωγή φέτας και να ανταγωνιστεί τις τιμές των ευρωπαϊκών γαλακτοβιομηχανιών που θα βρίσκουν γάλα φθηνότερο και με άλλες προδιαγραφές. Άρα, και η ελληνική βιομηχανία δεν θα μπορεί να κάνει τις εξαγωγές που έχει σήμερα, λόγω του ότι δεν θα μπορεί να ανταπεξέλθει στον ανταγωνισμό των τιμών».  

«Κατηγορούμε την Ε.Ε. και τις διεθνείς συμφωνίες, αλλά εμείς μεταξύ μας δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε ακόμα» 

«Η άποψή μου είναι ότι οι κτηνοτρόφοι μαζί με τους μεταποιητές, θα πρέπει να δημιουργήσουν μία διεπαγγελματική οργάνωση για την φέτα. Κατηγορούμε την Ε.Ε. και τις διεθνείς συμφωνίες, αλλά εμείς μεταξύ μας δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε ακόμα. Αν θέλουμε να κρατήσουμε την φέτα, θα πρέπει διεπαγγελματικά, κτηνοτρόφοι και βιομηχανία να συνεννοηθούμε με στόχο να στηρίξουμε την φέτα», καταλήγει ο κ. Παπαζηλάκης.   
 
Παρόλα αυτά το στοίχημα δεν έχει χαθεί για τον κλάδο της γαλακτοβιομηχανίας στην Ελλάδα και ειδικότερα στον τομέα των εξαγωγών, παρά την κρίση που αφήνει τα σημάδια της στην ρευστότητα και την κατανάλωση. Το παρήγορο, όμως, είναι ότι τα προϊόντα που έχουν ελληνικό χαρακτήρα εξακολουθούν να έχουν ζήτηση στις ξένες αγορές και ειδικότερα από την Ευρώπη.
 
«Κάνουμε εξαγωγές στις σκανδιναβικές χώρες, όπως βιολογική φέτα, κατσικίσιο τυρί, στραγγιστό γιαούρτι, βιολογικό γάλα, όμως το πρόβλημα στη χώρα μας δεν είναι ο κλάδος της μεταποίησης αλλά ο πρωτογενής τομέας. Η γαλακτοβιομηχανία έχει κάνει πολλά για τον πρωτογενή τομέα με προκαταβολές, με αυξημένες τιμές, πολλές φορές και κατά 50% από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, αλλά ο κτηνοτρόφος δυστυχώς στη χώρα μας βασανίζεται από μια απίστευτη γραφειοκρατία με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να δώσει στην μεταποιητική βιομηχανία την πρώτη ύλη που θα χρειαζόταν για την επέκταση της παραγωγής. Στο αγελαδινό γάλα, τα τελευταία δέκα χρόνια, συνεχώς φθίνει η παραγωγή  και από τους 800.000 τόνους έχει φθάσει σήμερα μόλις στους 550.000 τόνους οι οποίοι καλύπτουν μόλις το 1/3 των αναγκών μας στο αγελαδινό. Αυτό οφείλεται στην γραφειοκρατία, στο υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο με αποτέλεσμα ο κτηνοτρόφος να είναι δέσμιος της νοοτροπίας του ελληνικού δημοσίου», σημειώνει ο κ. Παπαζηλάκης.   

«Ο πρωτογενής τομέας και ειδικά του αγελαδινού γάλακτος έχει συμμετοχή πάνω από 1 δις ευρώ στην εθνική οικονομία» 

«Υπάρχει και ένας ρατσισμός σε βάρος των ανθρώπων του κλάδου. Ο πρωτογενής τομέας και ειδικά του αγελαδινού γάλακτος,  είναι ένας σημαντικός πυλώνας ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και για την απασχόληση των κτηνοτρόφων και των εργαζομένων στις επιχειρήσεις της κτηνοτροφίας αλλά και με μια μεγάλη συμμετοχή πάνω από 1 δις ευρώ στην εθνική οικονομία».
 
«Η πολιτεία αν βοηθήσει με το θεσμικό πλαίσιο, θα δημιουργήσει τις συνθήκες να αυξηθούν οι εξαγωγές και να αναχαιτιστούν οι εισαγωγές, βελτιώνοντας το εμπορικό ισοζύγιο της χώρας, κερδίζοντας στο αγελαδινό γάλα πάνω από 2 δις τα επόμενα χρόνια με πολλαπλάσια επίπτωση στην εργασία της μεταποίησης αλλά και στην ενασχόληση στον πρωτογενή τομέα. Το γαλακτοκομικό μπορεί να είναι ένα success story για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας», καταλήγει ο κ. Παπαζηλάκης.    

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.