Τα τελευταια Χριστουγεννα

Εμενε με τους δικούς του, γονείς και τέσσερα ακόμη αδέρφια, σε μια πλίθινη ασοβάτιστη χαμοκέλα, στην άκρη ενός χωραφιού, κοντά τις γραμμές του Σ.Π.Α.Π.

Ένα χωράφι χέρσο, που το χειμώνα γιόμιζε νερά καθώς έβρεχε και βρέχει στον τόπο μας, μερικές φορές, ασταμάτητα για πάρα πολλές μέρες. Εκείνος ο χειμώνας του 1941 ήτανε ιδιαίτερα βαρύς και πράγμα όχι συνηθισμένο, τα χιόνια είχανε φτάσει ως τους κοντινούς όμορφους πράσινους λόφους, κάνοντάς μας τη στερημένη ζωή, ακόμα πιο δύσκολη. Στα λιμνασμένα νερά των χωραφιών πού ‘σαν στα κράσπεδα της πολιτείας, τα αγριόπαπια, οι μπάλιζες, οι καλιμάνες και άλλα νεροπούλια ψάχνανε για τροφή άφοβα, αφού κανείς δεν τα πείραζε, μια και το κυνήγι ανήκε στο παρελθόν λόγω κατοχής.

Οι καλιμάνες με τις παράξενες φωνές τους, λες και μας κορόιδευαν καθώς μας έβλεπαν αδύναμους απέναντί τους. Τα δόκανα που στήναμε δεν κάνανε σχεδόν τίποτα και οι παλιοί κυνηγοί βλέπανε όλο αυτό το πουλομάνι με θλίψη, αλλά και με συγκρατημένη οργή για τον κατακτητή που τους στερούσε τα όπλα τους.

Στην πλίθινη χαμοκέλα το κρύο έμπαινε σχεδόν από παντού. Από τη σαραβαλιασμένη πόρτα, τα χωρίς τζάμια παράθυρα και από τα φευγάτα κεραμίδια της μπαταρισμένης σκεπής.

Oι ένοικοί της και ανάμεσά τους ο συμμαθητής μου, ο Νίκος, ένα παιδί δωδεκάχρονο σαν κι εμένα, προσπαθούσαν απεγνωσμένα να ζεσταθούν στη μισοσβησμένη γωνιά τους, όπου σπάνια ανέβαινε τέντζερης στην πυροστιά. Τα χόρτα μοναδική τους τροφή και καμιά φορά η ελάχιστη μαύρη σταφίδα. Ολοι τους είχανε εξαντληθεί πάρα πολύ, μα ο Νίκος είχε γίνει σωστός σκελετός. Δεν χρειάζεται να σας τον περιγράψω νομίζω, γιατί πιστεύω πως όλοι σας θα ‘χετε δει στην τηλεόραση τα αλησμόνητα εκείνα παιδιά της Αιθιοπίας.

Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, το σκελετωμένο παιδί δεν μπορούσε πια να σταθεί στα πόδια του από τη μεγάλη αδυναμία. Την παραμονή τ’ απόγιομα έκανε την εμφάνισή του, για πρώτη φορά νομίζω, στις ιταλικές καζέρμες, στις αποθήκες του ΑΣΟ δηλαδή, πού σαν πολύ κοντά στο σπίτι μας και που εμείς τα παιδιά το επισκεπτόμασταν τουλάχιστον δυο φορές την ημέρα. Δηλαδή, το μεσημέρι και το απόγιομα, που οι Ιταλοί στρατιώτες τρώγανε το συσσίτιό τους και εμείς περιμέναμε να μας αφήσουν καμιά κουταλιά φασόλια, ρύζι ή μακαρόνια, με αντάλλαγμα το πλύσιμο της γκαβέτας (καραβάνας). Βέβαια, δεν ήταν όρθιος ο Νίκος αφού δεν κρατούσε πια. Τον έφερε στην αγκαλιά της η επίσης σκελετωμένη μάνα του, με την ελπίδα πως θα μπορούσε να συγκινήσει τους φαντάρους κι έτσι να εξοικονομήσει λίγη πανιότα, η κακομοίρα.

Eίναι αλήθεια πως δεν ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε παιδί σε τέτοια χάλια, αλλά η εικόνα της σκελετωμένης, θλιμμένης μάνας, που κρατούσε στην αγκαλιά της το σχεδόν ετοιμοθάνατο παιδί, σοκάρισε όλους εμάς, μικρούς και μεγάλους, που περιμέναμε έξω από τη βαρειά σιδερένια πόρτα της αυλής του στρατώνα. Παραμερίσαμε με σεβασμό μπροστά στο ξεσαρκωμένο ντουέτο και του δώσαμε μια θέση στα κάγκελα, όπου οι Ιταλοί πλησίαζαν για να δώσουν τις καραβάνες για πλύσιμο ή για ν’ αλλάξουν κάτι με τους μαυραγορίτες.

Πλησίασα τους δυο νιοφερμένους και είπα ένα γεια σου στο συμμαθητή μου που με κοίταζε θλιμμένα και με μεγάλο κόπο έβγαλε από το πικραμένο στοματάκι του μια φωνίτσα γατίσια σχεδόν. Πληγώθηκα όπως και τα περισσότερα παιδιά που είμαστε, εκείνη την ώρα, μπροστά στην πόρτα. Αλλά μαζί με μας πληγώθηκε κι ένας καλοβαλμένος Ιταλός φαντάρος, που ξέραμε πως ήταν από τη Ρώμη και που τον έλεγαν Νάντο, δηλαδή Φερδινάνδο. Ο Νάντο, λοιπόν, όταν άκουσε την ταλαίπωρη μάνα του Νίκου, χωμένη μες τα κουρέλια της, να ζητάει με ξεψυχισμένη φωνή «πόκρ πένα» και όταν είδε το ετοιμοθάνατο παιδί στην αγκαλιά της, άφησε χωρίς καμιά ντροπή, να κυλήσει από τα μάτια του ένα δάκρυ συμπόνιας. Ποιος ξέρει τι είδε στα πρόσωπα εκείνης της μάνας και του παιδιού της ο αντιφασίστας, όπως μάθαμε αργότερα, αυτός Ρωμαίος. Ισως το θλιβερό εκείνο σύμπλεγμα να του έφερε στο νου την «Πιετά» του Σαν Πιέτρο, το περίφημο δημιούργημα του Μικελάντζελο Μπουαναρότε. Κι εκεί κι εδώ μια μάνα κρατάει στην αγκαλιά της το γυιό της. Εκείνος νεκρός και τούτος ετοιμοθάνατος. Καμιά σχεδόν διαφορά.

O Νάντο έφυγε αμέσως, χάθηκε στην Καζέρμα της 5ης κομπανίας, του 5ου λόχου δηλαδή, και γύρισε φέρνοντας μισή πιανότα και ένα μεγάλο κομμάτι παρμεζάνα. Κάποιος άλλος Ιταλός έφερε κι αυτός μισή σχεδόν πιανότα. Ενα πικρό χαμόγελο διαγράφηκε στο μαυροκίτρινο πρόσωπο της μάνας του Νίκου. Επιτέλους, απόψε και αύριο, χρονιάρα μέρα, θα τρώγανε κάτι αυτή και τα παιδιά της. Υστερα, φορτωμένη πάντα με το σκελετό, πήρε το δρόμο για την παγωμένη της χαμοκέλα. Δυο μέρες αργότερα και νωρίς το απόγιομα μια μικρή νεκρική πομπή, όδευε για το Νεκροταφείο κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό, γιομάτο θλίψη. Η σύνθεσή της πάρα πολύ συνηθισμένη.

Ο αδύνατος Νεωκόρος με το Σταυρό, ο καλοθρεμμένος Παπα Κώστας, το χειροκίνητο καρότσι με την κάσα της εκκλησίας και πέντε-έξι μαυροφορεμένα σκέλεθρα, που ακολουθούσαν σαν σερνάμενα. Ετρεξα να δω. Και είδα τη μάνα του Νίκου, τον πατέρα του και δυο τρεις γυναικούλες ακόμα. Μες το μεταχειρισμένο φέρετρο της Αγίας Κυριακής. Ο ολότελα πια άψυχος Νίκος, έκανε τη στερνή του επίγεια διαδρομή, χωρίς κανένα φόβο να ξεπαγιάσει και χωρίς καμιά πείνα να του θερίζει τα σπλάχνα του. Σε λίγο, όταν η θλιβερή πομπή θάφτανε στους Αγίους Πάντες, ο Παπά Κώστας, με τη γαιδουροφωνάρα του, πού ‘λεγε η μάνα μου, θα του διάβαζε σε ταχύ ακαταλαβίστικο ρυθμό τη νεκρώσιμη ακολουθία. Οπωσδήποτε δεν θάταν εκεί ο Νάντο για να ξαναδακρύσει.

Η Παναγιά όμως, από τον τρούλο ψηλά, θα δάκρυζε για έναν ακόμη γυιό της.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.