Συζητηση του Ιμπραμ Ονσουνογλου με την δημοσιογραφο της Τζουμχουριετ Λειλα Ταβσανογλου
Με τον θεωρητικό της Αριστεράς της Δυτικής Θράκης, Ιμπράμ Ονσούνογλου, κουβεντιάσαμε τα όσα δεν ειπώθηκαν μέχρι σήμερα
Διπλή πίεση στον Δυτικοθρακιώτη
Συζήτηση του Ιμπράμ Ονσούνογλου με την δημοσιογράφο της Τζουμχουριέτ Λεϊλά Ταβσάνογλου
Ο Τούρκος της Δυτικής Θράκης, όπως πολλές μειονότητες στον κόσμο, έχει μείνει μεταξύ δυο πυρών, αυτών που προέρχονται από το κράτος της χώρας στην οποία ζει και αυτών που πηγάζουν από την πολιτική που ακολουθεί το κράτος της Μητέρας Πατρίδας. Αυτό, μπορώ σήμερα με περισσότερη ακρίβεια να το διαπιστώσω. Από τη μια βίωσε τις πιέσεις που κάποτε ασκούσε το ελληνικό κράτος, από την άλλη, αυτά που το τουρκικό παρακράτος εφάρμοσε. Ακόμη και εκτελεστές όπως ο (διαβόητος) Αμπντουλλάχ Τσατλί, για κάποια περίοδο κατόρθωσαν να κρατάνε ομήρους τους Τούρκους της Δυτικής Θράκης. Στο τελευταίο μου ταξίδι στην Κομοτηνή συνάντησα τον Δρα Ιμραχήμ Ονσούνογλου ο οποίος χαίρει φήμης θεωρητικού της Αριστεράς της δυτικοθρακιώτικης μειονότητας. Συζητήσαμε μαζί του τη Δυτική Θράκη των ’60, των ’70, της περιόδου 1986-1996 όταν ξέσπασε το σκάνδαλο του Σουσούρλουκ. Τα γνωστά γεγονότα, στα οποία όμως δεν μας αρέσει να αναφερόμαστε, δέστε πώς τα μεταφέρει ο Ονσούνογλου:
-Οι κομοτηναίοι λένε για σας πως είστε ο μοναδικός θεωρητικός της Αριστεράς της τουρκικής κοινότητας…
Ονσούνογλου: Να σας πω την αιτία τούτης της υπερβολής. Πραγματοποίησα κάποιες εργασίες στον τομέα της διαπίστωσης και κατάταξης, της θεωρητικοποίησης των προβλημάτων μας. Προσπάθησα να κάνω κάποιες μακρόπνοες προβλέψεις. Τα πλησίασα όσο το δυνατόν επιστημονικότερα. Και επειδή κανείς άλλος δεν είχε κάμει παρόμοια προσπάθεια, κάποιοι φίλοι μου ‘κόλλησαν’ τον …τίτλο. Εξ άλλου εδώ και πολλά χρόνια γράφω για τα προβλήματα της μειονότητας.
«Ο τούρκικος εθνικισμός το πρόβλημα»
Υπάρχει κάτι που μου τράβηξε την προσοχή. Ζει σήμερα στη Δυτική Θράκη ένας πληθυσμός 130 περίπου χιλιάδων ψυχών οι οποίοι στην Τουρκία αποκαλούνται Τούρκοι της Δυτικής Θράκης. Αντιθέτως ως επίσημη έκφραση στην Ελλάδα επικρατεί η θρησκευτική υποταυτότητα αντί της εθνικής, αναφέρονται ως Μουσουλμάνοι. Κατά τη γνώμη σας, γιατί συμβαίνει αυτό;
Ι.Ο: Το πρόβλημα εδώ είναι ο τουρκικός εθνικισμός. Στην Ελλάδα ο εθνικισμός είναι επίσης κυρίαρχος και παράγων καθοριστικός. Πιστεύουν λοιπόν πως εάν χρησιμοποιήσουν τον όρο ‘τουρκικός’ θα δώσουν τροφή στον τουρκικό εθνικισμό.
-Για παράδειγμα όμως, δεν αντιδρούν στους Πομάκους…
Ι.Ο: Το πρόβλημα εδώ είναι ο τουρκικός εθνικισμός… Η σύγκρουση του Έλληνα με πομακικό εθνικισμό δεν είναι πιθανή. Εάν όμως οι Πομάκοι αρχίσουν να έχουν κάποιες απαιτήσεις θα συντρίψουν κι εκείνους. Για την ώρα, με στόχο τη διάσπαση, κάνουν ότι μπορούν για να εφεύρουν άλλες εθνότητες, διαφορετικές εθνικές ταυτότητες στους κόλπους της μειονότητας.
Η παρέμβαση της Τουρκίας
Τι γίνεται π.χ.;
Ι.Ο: Για παράδειγμα, αν τους βγει, θα φέρουν στην επιφάνεια την εθνική ταυτότητα του Κιρκάσιου. Υπήρχε εδώ μια ομάδα από Κιρκάσιους οι οποίοι είχαν έρθει από την Τουρκία. Έγιναν ένα διάστημα κάποιες προσπάθειες για να αποκτήσουν επίγνωση μιας διαφορετικής ομάδας. Έφυγαν όμως απ’ εδώ οι Τσερκέζοι και η δουλειά έμεινε μισή. Υπάρχουν μερικοί δυτικοθρακιώτες Τούρκοι με βοσνιακές ρίζες. Εάν βρουν την ευκαιρία θα προσπαθήσουν να δημιουργήσουν ομάδα κι απ’ αυτούς. Ακόμα υπάρχουν και κάποιοι με αλβανικές ρίζες. Σίγουρα θα επιχειρήσουν τα ίδια. Δεν βρίσκουν όμως την ευκαιρία.
Όταν μιλούν για τρεις διαφορετικές εθνότητες εντός της μειονότητας, εγώ τους λέω: ‘Προσβάλλετε την ιστορική πραγματικότητα. Μπορούμε να μιλάμε όχι για τρεις αλλά για δέκα τρεις εθνικές ταυτότητες μέσα στη μειονότητα και άλλες 25 μέσα στην πλειονότητα. Αν θέλετε να συζητήσουμε για τους χριστιανούς Αλβανούς, Ουλάχ, Μακεδόνες, εξελληνισμένους Βουλγάρους κ.α.’.
Δεν ξέρω εάν η απάντησή μου σας ικανοποιεί;
-Εντάξει, αρκεί. Υπάρχει εδώ και το πρόβλημα της εκλογής μουφτή. Το θέμα αυτό από καιρό θεωρείται σημαντικό. Ποια η αιτία;
Ι.Ο: Σ’ αυτό υπάρχει ο δάκτυλος της Τουρκίας. Μέχρι το 1985 η ανεξίθρησκη Τουρκία δεν ενδιαφερόταν και πολύ με τους μουφτήδες. Εξάλλου οι μουφτήδες αυτοί λειτουργούσαν ανεξάρτητα από την Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας και δεν ήταν επηρεασμένοι από τις μεταρρυθμίσεις του Κεμάλ. Διότι οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν εκτός των συνόρων της Τουρκικής Δημοκρατίας. Αν το ψάξουμε βαθύτερα, ήταν ισλαμιστές, πιστοί στην σερία (τον νόμο του Κορανίου). Ο εκτός Τουρκίας Ισλαμικός κόσμος βλέπετε, δεν ασπάσθηκε της μεταρρυθμίσεις Ατατούρκ. Γιατί λοιπόν το Υπουργείο Εξωτερικών της ανεξίθρησκης Τουρκίας να ασχοληθεί με τους ανθρώπους αυτούς; Μετά όμως από το 1985 άρχισε να ασχολείται.
Το 1985, έτοιμοι να εκραγούμε
-Καλά όλα αυτά, όμως εφ΄ όσον το ανεξίθρησκο καθεστώς στην Τουρκία δεν υπέστη καμία αλλαγή, γιατί αυτός ο αγώνας ξεκίνησε μετά το 1985;
Ι.Ο: Στις 24 Ιουλίου του 1974 γκρεμίστηκε η χούντα στην Ελλάδα, ήρθε η Δημοκρατία. Τα όσα εφάρμοσε η ελληνική διοίκηση για την μειονότητα σε καιρούς δημοκρατίας, μας έκανε να νοσταλγούμε τη χούντα.
-Με τον Ανδρέα Παπανδρέου;
Ι.Ο: Όχι με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Οι μεγάλοι διωγμοί εναντίον της μειονότητας στην Ελλάδα που άρχισαν το 1965 συνέχισαν και επί χούντας. Το 1974, όταν η χούντα γκρεμίστηκε, ενώ αναμέναμε ηρεμία, ήρθε αντίθετα μια επιδείνωση. Οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης έζησαν τέτοια συμπεριφορά λες και αυτοί ήταν εκείνοι που πραγματοποίησαν την απόβαση στην Κύπρο. Μετά το 1974 και για δύο χρόνια το λιγότερο, η μειονότητα έζησε σε καθεστώς τρομοκρατίας. Δεν μιλώ για πιέσεις, διακρίσεις, κυνήγημα… Ήταν μια περίοδος τρομοκρατίας χειρότερη απ’ αυτά. Το 1981 ανατράπηκε η δεξιά κυβέρνηση, ήρθε ο Παπανδρέου. Ήταν μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, όπως ο Παπανδρέου την χαρακτήριζε. Εμείς ως μειονότητα περιμέναμε βελτίωση, όμως η κατάσταση συνεχίστηκε ως είχε.
-Καλά, τι έγινε;
Ι.Ο: Αυτό που γινόταν ήταν ένας διαχωρισμός που ήταν εμφανής στο κάθε τετραγωνικό εκατοστό της καθημερινότητας… Ακόμη και στην ανάσα που παίρναμε υπήρχε διαχωρισμός. Αν υποθέσουμε ότι υπήρχαν 150 θέματα που αφορούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, υπήρχε διαχωρισμός και στα 150. Για παράδειγμα εγώ μέχρι το 1975 ήμουν στο Πανεπιστήμιο. Όταν με ρωτούσαν εάν εφαρμόζονται πιέσεις στους μειονοτικούς φοιτητές, απαντούσα πως, όχι, δεν εφαρμόζονται διακρίσεις. Οι ομογενείς μας εδώ δεν το πίστευαν. Κάποιος ο οποίος επί οκτώ χρόνια είχε χρηματίσει κοινοτάρχης μου είχε πει: ‘Ιμπράμ, μόνο ένα χώρο είδα όπου δεν υπάρχουν διακρίσεις. Στους εργάτες της γης. Εκεί χριστιανοί και μουσουλμάνοι παίρνουν την ίδια σύνταξη’.
-Ωραία, τι συνέβη το 1985;
Ι.Ο: Οι μειονοτικοί φοιτητές άρχισαν να συμπληρώνουν τις σπουδές τους και να επιστρέφουν. Όλοι μας πιστεύαμε ότι κάτι πρέπει να κάνουμε γι’ αυτή την κοινωνία. Η διοίκηση είχε αδράξει το λαρύγγι της κοινωνίας και το έσφιγγε, την έπνιγε. Η κοινωνία είχε καταπτοηθεί και προτιμούσε να φεύγει στην Τουρκία.
Εμείς είχαμε επιστρέψει από τα Πανεπιστήμια. Ψαχνόμασταν. Μιλούσαμε με το Τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής. Οι υπεύθυνοι του Προξενείου σπάραζαν βλέποντας τα χάλια μας… Για το λόγο αυτό, εμείς, οργανώσαμε σιγά σιγά την κοινωνία, την προετοιμάσαμε για τον αγώνα. Έτσι, το 1985 η κοινωνία είχε φθάσει στο σημείο έκρηξης,
Όσοι είχαν φύγει, είχαν φύγει. Όσοι έμειναν ήταν αποφασισμένοι να αγωνιστούν. Η συμπεριφορά του αστυνόμου, του υπάλληλου της Δημαρχίας, του απλού πολίτη ήταν ανυπόφορη.
Στις προσλήψεις υπήρχαν διακρίσεις, πιέσεις. Τα μέλη της μειονότητας δεν μπορούσαν να ανοίξουν κατάστημα, να αγοράσουν σπίτι, να κάνουν εργασίες συντήρησης στα σπίτια τους, να πάρουν άδεια οδήγησης, πίστωση από τράπεζα, να φτιάξουν εταιρίες. Οι υπάρχουσες εταιρίες, βιοτεχνίες έκλειναν. Τα πρόστιμα έπεφταν βροχή.
Εμείς ετοιμάσαμε γι’ αγώνα τους Μουφτήδες, η Τουρκία το εκμεταλλεύτηκε.
-Πού ακριβώς υπεισέρχονται εδώ οι μουφτήδες;
Ι.Ο: Διότι εμείς βάλαμε και τους μουφτήδες στον αγώνα. Οι συγκεντρώσεις γίνονταν στην αίθουσα της μουφτείας. Έτσι βγήκε στο προσκήνιο το πρόβλημα των μουφτήδων. Όταν το διαπίστωσαν, η Τουρκία θέλησε να χειραγωγήσει τους μουφτήδες.
Ξέρετε, η Ελλάδα είναι μια χώρα ημιθεοκρατική θα έλεγα. Δίδεται μεγάλη σημασία στη συμπεριφορά των μουφτήδων. Η υπόθεση έχει μάλιστα και την διεθνή της διάσταση. Θα πρέπει λοιπόν η Τουρκία να μελέτησε το θέμα εις βάθος. Έτσι μπήκε στην ημερήσια διάταξη του τουρκικού υπουργείου εξωτερικών το θέμα των μουφτήδων.
-Γι αυτό λοιπόν το λόγο ο Γενικός Πρόξενος Κομοτηνής της Τουρκίας, Κεμάλ Γκιουρ, είχε κηρυχθεί ανεπιθύμητος και είχε απελαθεί;
Ι.Ο: Ο Κεμάλ Γκιουρ με είχε αποκαλέσει προδότη. Τέλος πάντων… Οι μουφτήδες εκτελούν καθήκοντα εφόρου ζωής. Πέθαναν, πρώτα αυτός της Κομοτηνής και μετά ο άλλος της Ξάνθης. Ήτανε ήδη υπερήλικες. Με το θάνατό τους προέκυψε και το πρόβλημα της διαδοχής. Η Ελληνική Κυβέρνηση πρέσβευε τη σκέψη ‘θα διορίσω αυτόν που θα έχω υπό τον έλεγχό μου’. Λογικό άλλωστε. Αυτή είναι η λογική του Κράτους. Από την άλλη πλευρά η Τουρκία, θέλησε κι αυτή ο μουφτής να είναι δικός της άνθρωπος. Έτσι δημιουργήθηκε το πρόβλημα. Στα πλαίσια της αυτοδιοικούμενης μειονότητας, ο διορισμός μουφτήδων θα έπρεπε να είναι εσωτερικό θέμα, δικό της. Δεν μπορεί να γίνει τίποτε δίχως να ληφθεί υπόψη η θεμελιώδης αυτή αρχή. Το αντίθετο είναι εκτός κανόνων. Η Ελληνική Κυβέρνηση όμως, δίχως να το λάβει υπόψη, έσπευσε να διορίσει μουφτή. Η Τουρκία από την άλλη υπεραμύνθηκε του δικαιώματος της μειονότητας να εκλέγει τους μουφτήδες. Όταν όμως η Τουρκία ισχυριζόταν αυτά τα περί δημοκρατίας, άλλα, τελείως αντίθετα είχε στο νου της.
Πανταχού παρούσα η τουρκική τρομοκρατία
-Εσείς προσέξατε αυτή την αντίθεση;
Ι.Ο: Εμείς ως μέλη της μειονότητας την είδαμε αυτή την αντίθεση. Όταν μας παρουσίαζαν ως δημοκρατικό μας δικαίωμα την εκλογή των μουφτήδων, εμείς βλέπαμε την διπροσωπία. Διότι την περίοδο εκείνη η μειονότητα είχε μπει ήδη στην τροχιά του τουρκικού παρακράτους. Στον αγώνα που εμείς είχαμε ξεκινήσει είχαν και οι μουφτήδες τη συμμετοχή τους. Όταν έβαλε το χέρι του το τουρκικό παρακράτος υπήρχε ήδη μια δυναμική. Το χέρι όμως αυτό, επειδή εκπορευόταν από την Μητέρα Πατρίδα θεωρείτο ιερό. Ήταν μια τέτοια νοοτροπία, ώστε οι πάντες έπρεπε να υπακούν σαν απλοί στρατιώτες.
-Το παρακράτος σας έστειλε τότε ανθρώπους όπως ο Αμπντουλλάχ Τσατλί;
Ι.Ο: Υπήρχε και ο Τσατλί. Η Τουρκική Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, η ΜΙΤ, μας έστειλε και τον Καχραμάν Γιολ. Αυτός κάθε τόσο έκανε εδώ την εμφάνισή του. Ο Καχραμάν Γιολ, ήταν ο συνδετικός κρίκος της ΜΙΤ με την πρωθυπουργό Τανσού Τσιλλέρ. Εγώ υπερασπιζόμουνα μεν ότι η εκλογή των μουφτήδων είναι δικαίωμα της μειονότητας, δεν ήταν όμως δυνατόν να ταυτιστώ με την ομάδα που επέβαλε φασίζουσα νοοτροπία στη μειονότητα. Γιατί να μην ταυτιστώ με μια ορθή πολιτική της Τουρκίας; Όμως δεν ήταν ορθή.
-Πώς επιβλήθηκε ο φασισμός στη μειονότητα;
Ι.Ο: Για παράδειγμα, ο εκλεκτός του παρακράτους εδώ ήταν ο Σαντίκ Αχμέτ. Προτού εμφανιστεί αυτός, όλοι οι προύχοντες της μειονότητας πήραν εντολές από την Άγκυρα. Μια ομάδα γύρισε όλη τον Τουρκία, από Ερζερούμ μέχρι Σμύρνη, δίνοντας εντολές να προβληθεί ο Σαντίκ Αχμέτ. Έτσι, το παρακράτος δημιούργησε εδώ έναν ‘ήρωα’. Την εποχή εκείνη ο Τσατλί ήταν κολλητός του Σαντίκ Αχμέτ. Μετά το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ πραγματοποιήθηκε κοινοβουλευτική έρευνα. Στην έρευνα εκείνη, ο οδηγός του Τσατλί είπε τα εξής: ‘Όταν ερχόταν στην Πόλη ο Σαντίκ Αχμέτ, τον παραλάμβανα από το αεροδρόμιο και τον πήγαινα στο διαμέρισμα που διέμενε ο Τσατλί’.
Την περίοδο εκείνη ο Τσατλί ζούσε περισσότερο στη Γερμανία και πηγαινοερχόταν στην Τουρκία. Κατά την διάρκεια των τριών ετών που ο Σαντίκ Αχμέτ ήταν βουλευτής, πρέπει να έχει ταξιδέψει μέχρι και πενήντα φορές στη Γερμανία για να τον συναντήσει. Την περίοδο 1989-90 η τουρκική τρομοκρατία επί της μειονότητας ήταν έκδηλη.
-Την εποχή ακριβώς εκείνη είχε κάνει την εμφάνισή της στα πρακτορεία η είδηση ότι ο Σαντίκ Αχμέτ και ο Μεχμέτ Εμίν Αγκά είχαν συμμετάσχει στην Ισλαμική Συνδιάσκεψη στη Σαουδική Αραβία, από το ποσοστό που διαθέτει η οργάνωση ‘Ραμπιτά’. Πώς έγινε αυτό;
Ι.Ο: Η Ραμπιτά δεν είχε ισχυρά ερείσματα μέσα στη μειονότητα. Κάποιος, ως προπαγανδιστής του Ισλάμ, είχε πάρει μισθό από την Ραμπιτά. Τέτοιοι υπάρχουν ακόμη. Την εποχή στην οποία αναφέρεστε είχε πράγματι δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα με τη Ραμπιτά. Αυτοί που ενήργησαν για να στείλει η Ραμπιτά την πρόσκληση εκείνη, πρέπει να είναι το τουρκικό κράτος ή το παρακράτος. Δηλαδή η υπηρεσία πληροφοριών. Η δική μας πλευρά είναι καθαρά τουρκιστές. Το ισλάμ μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσον. Για το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται στη Ραμπιτά να χώνει τη μύτη της. Εάν της επετράπη, στόχος ήταν η χρησιμοποίησή μας. Και ακριβώς επειδή οι δικοί μας δεν είχαν τρόπο να πετύχουν κάτι τέτοιο, βάζω το χέρι μου στη φωτιά ότι στο θέμα υπήρχε δάκτυλος ή του τουρκικού υπουργείου εξωτερικών ή της ΜΙΤ.
Η περίοδος 1987-1997 είναι η εποχή που η τουρκική τρομοκρατία έχει ισχυρή επιρροή στη μειονότητα. Την εποχή εκείνη όλοι οι σύντροφοί μου φοβόταν και λούφαζαν. Κι αυτό ήταν φυσιολογικό.
-Γιατί φοβόταν και λούφαζαν;
Ι.Ο: Διότι δεν είναι καθόλου εύκολη κίνηση ένα μέλος της μειονότητας να συγκρουστεί με την Μητέρα Πατρίδα. Είναι τεράστιο θέμα, ένα μέλος της μειονότητας να πει στη Μητέρα Πατρίδα ‘εσύ εδώ σφάλλεις’. Δεν μπορεί να το πει. Λουφάζει. Υπακούει. Όμως μέχρις ενός σημείου, βεβαίως. Τρία χρόνια, πέντε χρόνια, δέκα χρόνια υπακούει. Τον ενδέκατο θα γυρίσει να της πει «ε, αϊ στο καλό σου».
-Και τελικά φαίνεται πως το είπε
Ι.Ο: Το είπε. Όταν σας λέγω πως η Μητέρα Πατρίδα άσκησε τρομοκρατία, γνωρίζω ότι χρησιμοποιώ μια πολύ σκληρή έκφραση. Όμως δεν υπερβάλλω. Διότι για 150-200 μέλη της μειονότητας, διανοούμενους, πολιτικούς, τέως βουλευτές, δημοσιογράφους… συντάχθηκε ερυθρό δελτίο και για δέκα περίπου χρόνια τους απαγορεύτηκε η είσοδος στην Τουρκία. Ε, λοιπόν, αυτό είναι τρομοκρατία.
Μας έκαναν πιόνια
-Γιατί η Τουρκική Δημοκρατία εφάρμοσε στους Τούρκους αυτούς την απαγόρευση;
Ι.Ο: Διότι δεν συμμορφώθηκαν με την πολιτική που η Τουρκία εφάρμοζε στην μειονότητα και αντέδρασαν. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε και τίποτε το συγκεκριμένο, κάποια ενέργεια. Ενήργησαν βάσει υποθέσεων και επειδή τα άτομα αυτά ήταν κυρίως αριστερών πεποιθήσεων θεώρησαν ότι πιθανόν δεν θα συμφωνούσαν με την πολιτική που χάραζε η Τουρκία… Με λίγα λόγια, οι άνθρωποι αυτοί κηρύχθηκαν εκ των προτέρων προδότες. Αυτό είναι τρομοκρατία. Ακόμη και παράγοντες του υπουργείου εξωτερικών το έχουν παραδεχθεί. Κάποιος μου είπε «ντρέπομαι από τις εφαρμογές αυτές του κράτους μου». Την εποχή εκείνη υπήρχε μια ομάδα την οποία προέβαλε η Τουρκία. Επικεφαλής βρισκόταν ο Σαντίκ Αχμέτ. Σε μια συνέντευξη τύπου που πραγματοποίησε στη Σμύρνη, κάποιος δημοσιογράφος τον ρώτησε τι σκέπτεται για τη μαύρη λίστα και πήρα την παρακάτω απάντηση: «Χάριν της ησυχίας της μειονότητας, η λίστα εκείνη πρέπει να συμπεριλαμβάνει όχι 200 αλλά 2000 άτομα. Εγώ θα βάλω να τσακίσουν τα πόδια εκείνων των κομμουνιστών». Και σε μια ομιλία που έκανε σ’ ένα χωριό στο καφενείο, είπε: «Όποιος δεν μ’ ακολουθεί να προσέχει. Στα σύνορα τον περιμένει το αυτοκίνητο της ΜΙΤ». Όλα αυτά είναι πράγματα που ειπώθηκαν.
-Όμως κι ο ίδιος ο Σαντίκ Αχμέτ κάποια στιγμή έγινε θύμα τροχαίου…
Ι.Ο: Έτσι έγινε. Περίπου δυο χρόνια πριν, ο υπουργός Δικαιοσύνης του ΑΚΠ, είχε έρθει για να συμμετάσχει σε τελετή μνήμης του Σαντίκ Αχμέτ. Τότε ο Τσιτσέκ είχε πει τα εξής: «Δεν έχουμε ανάγκη να μνημονεύουμε τον Σαντίκ Αχμέτ, έχουμε ανάγκη να τον καταλάβουμε», του απάντησα: «Όταν τον καταλάβετε θα πάψετε να τον μνημονεύετε».
-Είπατε πως αυτοί που δεν είναι ημέτεροι πετάγονται έξω από το κοινωνικό σύνολο.
Ι.Ο: Όχι μονάχα ηθικά, αλλά και υλικά. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν μπόρεσαν να βγάλουν το ψωμί τους. Δόθηκαν εντολές του τύπου «από αυτόν δεν θα ψωνίσετε, στου δείνα το ιατρείο ή το γραφείο δεν θα πατήσετε το πόδι σας». Η κατάσταση αυτή κράτησε δέκα χρόνια.
-Τελικά τι έγινε;
Ι.Ο: Το 1996, μετά το σκάνδαλο του Σουσουρλούκ, το παρακράτος έχασε κάπως τη δύναμή του. Στο υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας υπήρχαν και Γενικοί Πρόξενοι που ήταν ταυτισμένοι μ’ αυτή την πολιτική. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο Κεμάλ Γκιουρ. Υπήρχαν όμως κι άλλοι που δεν ταυτίζονταν. Δεν θα αναφέρω τα ονόματά τους, ίσως τους βλάψω. Εάν η νοοτροπία κάποιου είναι φασίζουσα, δεν έχει δημοκρατική κουλτούρα, από ένα σημείο και μετά, όπως λέμε εμείς οι δυτικοθρακιώτες, καταντά «πιρ ντελισί», όπως λέμε θεωρεί τον εαυτό του αναντικατάστατο. Για παράδειγμα γνωρίζω ένα πρόξενο τον οποίο ο Σαντίκ Αχμέτ είχε απειλήσει λέγοντάς του «Ρε τσογλάνι, εάν δεν σε στείλω από εκεί που ήρθες δεν είμαι άνθρωπος». Αργότερα ο άνθρωπος αυτός μου είπε: «Θα πάω με ανοιχτά τα μάτια που δεν τον έδειρα. Για να είμαι ειλικρινής θα τον είχα δείρει, όμως την εποχή εκείνη, ο Καχραμάν, κάθε τόσο ερχόταν στο προξενείο. Τι νάκανα;»
-Η δεκαετία αυτή υπήρξε μήπως η περίοδος κατά την οποία η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ του Τούρκου της Δυτικής Θράκης και της Τουρκίας έφθασε στο ζενίθ;
Ι.Ο: Ακριβώς. Δημιουργήθηκε μια σφοδρή παγερότητα και επιδείνωση στις σχέσεις. Όμως αργότερα η Τουρκία άρχισε σιγά σιγά να άρει τις απαγορεύσεις και τις ποινές που εφάρμοζε. Προσωπικά, την πρώτη μου επίσκεψη στην Τουρκία μετά την άρση της απαγόρευσης που μου είχε επιβληθεί, την πραγματοποίησα στην Άγκυρα ως καλεσμένος του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών. Αυτό συνέβη αμέσως μετά την άρση του χαρακτηρισμού «προδότης» που μου είχαν στιγματίσει. Οποία αντίθεση, αναρωτήθηκα. Ήταν μια πολιτική που μπορεί να χαρακτηριστεί ως αλητεία. Γιατί είχε εφαρμοστεί; Επιπλέον, όταν εφαρμόζονταν η πολιτική εκείνη, ούτε καν είχαν ληφθεί υπόψη τα προβλήματα της μειονότητας. Ο σκοπός ήταν να δημιουργηθούν προβλήματα στην Ελλάδα.
-Και γιατί να δημιουργηθούν προβλήματα;
Ι.Ο: Για τον εξής λόγο: «Μη μου κανακεύεις τους Κούρδους μου διότι σου κανακεύω τους Τούρκους σου». Χρησιμοποιηθήκαμε ως πιόνια. Όμως αυτό δεν είναι αντίθετο με την νοοτροπία του Κράτους. Το Κράτος χρησιμοποιεί ως πιόνια τα πάντα, τους πάντες. Λειτουργεί με την λογική του αντιδημοκρατικού, αυταρχικού κράτους. Η Ελλάδα την εποχή εκείνη διαλαλούσε ότι δεν στηρίζει το ΡΚΚ. Ενώ εγώ δεν πίστευα ότι ένα κράτος θα μπορούσε να λέει ψέματα με τόση ευκολία. Την εποχή εκείνη έβλεπα μέλη του ΡΚΚ. Έλεγαν πως θα βάλουν βόμβες σε πόλεις. Τους έδειχνα στους έλληνες δημοσιογράφους και τους έλεγα «ορίστε η απόδειξη». Όμως και τότε ακόμη δε μπορούσε να πιστέψω ότι το ελληνικό κράτος έδινε τόσο μεγάλη υποστήριξη στο ΡΚΚ. Τελικά όμως αυτό αποδείχθηκε.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
