Συναρπαστικα μυθιστορηματα χριστουγεννιατικα
Δυο πολύ όμορφα βιβλία των εκδόσεων «Πόλις» ήρθαν πρόσφατα στα χέρια μας. Το ένα υπογράφει ο σπουδαίος αμερικανός συγγραφέας Φίλιπ Ροθ, που εξακολουθεί, παρά τα εβδομήντα έξι του χρόνια, ακμαιότατος να γράφει, και το άλλο ο βραβευμένος με το βραβείο Pen/Faulkner πανεπιστημιακός, στην κανονική του ζωή, Τομπάιας Γουλφ. Και τα δύο συνυφαίνονται με πόλεμο, το ένα, του Ροθ, με τον πόλεμο της Κορέας, και το άλλο, του Γουλφ, με τον πόλεμο του Βιετνάμ, και τα δυο δε εμμέσως σχετίζονται με πανεπιστήμιο. Του Ροθ διαδραματίζεται σε campus, o Γουλφ είναι ο ίδιος πανεπιστημιακός. Ούτως ή άλλως, ως μυθιστορήματα εσωτερικής ζωής και σε σχέση με μια πραγματικότητα που αλλοιώνει και συσκοτίζει τη ζωή των ανδρών, τον πόλεμο, ούτως ή άλλως, ως μυθιστορήματα και τα δύο είναι πρωτίστως συναρπαστικά. Εξάλλου οι πόλεμοι σε Ιράκ και Αφγανιστάν εξακολουθούν να μαίνονται, με πρωταγωνιστές δυστυχώς πλέον γυναίκες και άνδρες…
Φίλιπ Ροθ, «Αγανάκτηση»,
Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2009
Κι άλλος Ροθ; Μάλιστα. Οσοι δυσανασχετούν με την πληθωρική του παραγωγή και τη δημοσιογραφική κάλυψή της, ίσως θα έπρεπε να συμφιλιωθούν με το γεγονός ότι ο σπουδαιότερος εν ζωή αμερικανός συγγραφέας συνεχίζει να κάνει τη δουλειά του: Γράφει.
Εγκατεστημένος εδώ και τριάντα χρόνια στο Κοντέκτικατ, σε απόσταση ασφαλείας όχι από τους ανθρώπους γενικώς αλλά από την πολυκοσμία της Νέας Υόρκης, ο Φίλιπ Ροθ περνά μια ήσυχη δημιουργική ζωή, ευτυχής στα 76 του χρόνια με τ’ ανεξάντλητα αποθέματα της ενέργειάς του. «Εργάζομαι ακόμη με τον ίδιο ρυθμό. Οσο μεγαλώνω όμως, διευρύνεται το φάσμα των θεμάτων με τα οποία καταπιάνομαι», δήλωνε τέτοιες μέρες πέρσι με αφορμή τη δημοσίευση του επόμενου βιβλίου του μετά το «Φεύγει το φάντασμα», του μικρού διαμαντιού με τον τίτλο «Αγανάκτηση» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Πόλις» (μετ. Α. Δημητριάδου). Μια νουβέλα όπου ο θάνατος και το σεξ έχουν και πάλι το πάνω χέρι, κι όπου πολλά απ’ όσα διακωμωδούνταν στη «Νόσο του Πορτνόι» χρησιμοποιούνται εδώ ως υλικά μιας σύγχρονης τραγωδίας. Μια ιστορία που μας αποκαλύπτει ότι «μ’ έναν φοβερό, ακατανόητο τρόπο οι πιο κοινότοπες, περιστασιακές έως και κωμικές επιλογές μας έχουν συχνά πολύ δυσανάλογα αποτελέσματα»…
Το μεγαλύτερο μέρος της «Αγανάκτησης» εκτυλίσσεται σ’ ένα συντηρητικό πανεπιστημιακό κάμπους του Οχάιο, την εποχή που μαίνεται ο πόλεμος στην Κορέα, το 1951. Κι αφηγητής της είναι ένας δευτεροετής φοιτητής της Νομικής, ο Μάρκους Μέσνερ, γιος μικροαστού εβραίου χασάπη από τη γενέτειρα του Ροθ, το Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ.
Ο Μάρκους πρότυπο καλού,
συνετού, «φανατικού
με τα γράμματα» παιδιού
Πρότυπο καλού, συνετού, «φανατικού με τα γράμματα» παιδιού, με εκατοντάδες εργατοώρες πίσω του στην οικογενειακή επιχείρηση, ο Μάρκους επιδιώκει ν’ αριστεύσει στις σπουδές του όχι απλώς για να εξελιχθεί σε «ώριμο, ανεξάρτητο ενήλικα», αλλά, κυρίως, γιά την επιβίωσή του -για να εξασφαλίσει ένα πόστο μακριά από τη ζώνη πυρός όταν στρατευτεί με τη σειρά του. Μολονότι παρθένος, ο ήρωας του Ροθ έχει κάνει ήδη την επανάστασή του: έχει φύγει τρέχοντας απ’ τη γειτονιά του, ασφυκτιώντας από την όψιμη υπερπροστατευτικότητα και τους παρανοϊκούς φόβους του πατέρα του για τη σωματική του ακεραιότητα. Η εμπειρία, άλλωστε, «της συμβίωσης με μη Εβραίους» στο μακρινό Οχάιο του μοιάζει εξίσου δελεαστική με τη διαφημιστική μπροσούρα του κάμπους: τεράστια δέντρα με πλούσιο φύλλωμα, τούβλινα κτίρια πνιγμένα στους κισσούς, κι ένα ζευγάρι ξέγνοιαστων, ικανοποιημένων φοιτητών να κατηφορίζει έναν καταπράσινο λόφο…
Ο Μάρκους θα ξοδέψει όλο του το χαρτζιλίκι γιά ν’ αποκτήσει την κατάλληλη «στολή» -γκρίζο παντελόνι με πιέτες, καρό σπορ πουκάμισο, μπορντό πουλόβερ με V, άσπρα καστόρινα παπούτσια. Κι όταν ο Ροθ τον βάζει να την προβάρει σκαρφαλωμένος στο καπάκι της τουαλέτας του πατρικού του, όλη η περηφάνια του, μαζί με το αίσθημα γελοιότητας που τον κατακλύζει, γίνονται αμέσως και δικά σου.
Κάτι τέτοιες στιγμές σε κάνουν να ξεχάσεις για λίγο αυτό που έχεις πληροφορηθεί, εντελώς απροσδόκητα, στην 66η σελίδα: ότι ο άνθρωπος που μιλά είναι ουσιαστικά πεθαμένος. Δεν τη γλίτωσε την Κορέα ο Μάρκους. Είναι ένας ποτισμένος στη μορφίνη και σε κωματώδη κατάσταση πολυτραυματίας φαντάρος, που πασχίζει ν’ ανακεφαλαιώσει τις «απανωτές αναποδιές» που έκοψαν το νήμα της ζωής του τόσο νωρίς. Τι πήγε στραβά, λοιπόν; Αν η «Αγανάκτηση» ξεκινά με τη σύγκρουση ανάμεσα σ’ έναν πατέρα κι έναν γιο, το βάρος στη συνέχεια μετατοπίζεται στην αντιπαράθεση του νεαρού ήρωα με τους κανόνες και τα ήθη του πανεπιστημιακού κατεστημένου.
Ο έρωτας που πληγώνει
Η καταπιεσμένη σεξουαλικότητα των φοιτητών, ο υποχρεωτικός εκκλησιασμός τους, οι συμμαχίες τους μέσα στις «αδελφότητες» και οι μετεφηβικοί ανταγωνισμοί τους είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Ροθ ζωντανεύει τη δυσκολία του Μάρκους να διαχειριστεί το ερωτικό του σκίρτημα για μια εύθραστη ψυχικά συμφοιτήτριά του, την βιασύνη του να επιβληθεί πνευματικά στον κοσμήτορα της σχολής, την αδυναμία του να ελιχθεί πιο διπλωματικά μέσα σ’ ένα περιβάλλον που φαντάζει στα μάτια του εχθρικό. «Αναποδιές» που -αλίμονο- θα δικαιώσουν τους «παρανοϊκούς» φόβους του πατέρα του, στέλνοντας τον ίδιο στο μέτωπο κατευθείαν. Με σοφές δόσεις απελπισίας και χιούμορ και με μια γραφή νευρώδη και πυκνή, ο Φίλιπ Ροθ δίνει μια φέτα ζωής από την πουριτανική Αμερική του 1950, καλώντας υπογείως στους συμπατριώτες του ν’ αναλογιστούν τι ιστορίες κρύβονται μέσα στα φέρετρα που καταφθάνουν σήμερα από άλλα πεδία, όπως του Ιράκ. Εκείνο όμως που κατάφερε πάνω απ’ όλα με την «Αγανάκτηση» είναι να κεντήσει πάνω στα μοτίβα της νεανικής ορμής και της ξεροκεφαλιάς, του κουράγιου και της απειρίας, των φιλοδοξιών και των σφαλμάτων που μπορεί να προδιαγράψουν τη μοίρα οποιουδήποτε δεκαεννιάχρονου, παντού.
Τομπάιας Γουλφ,
«Ο κλέφτης του στρατοπέδου»,
Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2009
Τον γνωρίσαμε με μεγάλη καθυστέρηση πέρσι, χάρη στο μυθιστόρημά του «Παλιό σχολείο», κρυμμένο πίσω από το προσωπείο ενός ταπεινής καταγωγής επίδοξου συγγραφέα, υπότροφου σε αριστοκρατικό οικοτροφείο αρρένων στη Νέα Αγγλία, σαν το ψάρι έξω απ’ το νερό. Και να που τον ξανασυντάμε φέτος σε μια προγενέστερη νουβέλα του, τον «Κλέφτη του στρατοπέδου», να υιοθετεί τη φωνή ενός φαντάρου καθ’ οδόν προς το μέτωπο του Βιετνάμ (από τις εκδόσεις «Πόλις» και τα δύο).
Ο λόγος για τον αμερικανό πανεπιστημιακό και πολυβραβευμένο πεζογράφο έναν μάστορα της μικρής φόρμας μ’ ευαισθησία ανάλογη του Τσέχοφ, συνοδοιπόρο στη δεκαετία του 1970 των Ρέιμοντ Κάρβερ και Ρίτσαρντ Φορντ στο ανανεωμένο μονοπάτι του ρεαλισμού.
Εργο πρωτοδημοσιευμένο πριν από μία εικοσιπενταετία και τιμημένο με το βραβείο Pen/Faulkner, ο «Κλέφτης του στρατοπέδου» (μετ. Χ. Οικονόμου) διαδραματίζεται κυρίως σ’ ένα στρατόπεδο αλεξιπτωτιστών το 1967, στο κλειστό, αντρικό και πολεμοχαρές σύμπαν όπου υπηρετεί κι ο κεντρικός ήρωας την νουβέλας, Φίλιπ Μπίσοπ. Το όψιμο διαζύγιο των γονιών του Φίλιπ, οι δυσκολίες της μητέρας του να ορθοποδήσει και το φευγιό του μικρού του αδελφού έχουν ωθήσει και τον ίδιο μακριά. Και μολονότι ο αριθμός των νεκρών γιγαντώνεται και πληθαίνουν στη χώρα οι διαδηλώσεις εναντίον του «βρόμικου» πολέμου, αντιμετωπίζει τον στρατό σαν ένα «ζηλευτό» καταφύγιο από το ρημαγμένο του σπιτικό. «Το τελευταίο πράγμα που θα ‘θελα να κάνω την 4η Ιουλίου ήταν να φυλάξω σκοπιά με τον Λιούις και τον Χάρμπαρντ. Είχαμε παρουσιαστεί στη μονάδα την ίδια μέρα κι έκτοτε αποφεύγαμε ο ένας τον άλλον. Καταλάβαινα ότι αισθάνονταν κι εκείνοι απομονωμένοι όπως εγώ, ωστόσο κρατούσαμε τις αποστάσεις. Αν δενόμασταν μεταξύ μας, θα ήμασταν καταδικασμένοι να μείνουμε για πάντα νέοι στον λόχο…». Τα όσα διαδραματίζονται στη σημαδιακή αυτή σκοπιά αποτελούν την «καρδιά» της νουβέλας του Γουλφ: τόσο ο Φίλιπ όσο και οι άλλοι δυό νεοφερμένοι στη Μεραρχία, εν αναμονή του πραγματικού πολέμου, συμμαχούν μεταξύ τους σε μιαν επίδειξη «τσαμπουκά» απέναντι στον αστυνομικό που τους καλεί να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο όταν στο γειτονικό δάσος ξεσπάει μια, απειλητική και για τη δική τους ακεραιότητα, φωτιά.
Η παράλογη πράξη τους τους φέρνει πιο κοντά. Η αυτοπεποίθησή τους και η φιλία τους θα ενισχυθούν. Σύντομα όμως, καθώς αλλεπάλληλα κρούσματα κλοπών θ’ αρχίσουν ν’ αναστατώνουν τη ζωή του στρατοπέδου, οι σχέσεις τους θα διαταραχτούν. Στην πραγματικότητα, δεν είχαν και πολλά κοινά μεταξύ τους, πέρα από την εσωτερική μοναξιά τους και τη λαχτάρα τους να αφοσιωθούν σ’ έναν, οποιοδήποτε, σκοπό. Αλλος στερημένος από την πατρική παρουσία, άλλος διαρκώς περιφρονημένος από το γυναικείο φύλο, άλλος τσακισμένος από το θάνατο αγαπημένων του στο μέτωπο, οι ήρωες του βιβλίου είναι άγουρα παλικαράκια «εθελοντικά» παγιδευμένα σ’ ένα γκέτο, που αναμετριούνται με τα βαθύτερα ένστικτά τους και τα βαρίδια τους. Κι ο Τομπάιας Γουλφ, αποκαλύποντάς μας τις αδυναμίες, τα συμπλέγματα και τις ψευδαισθήσεις τους, ενώνοντάς τους σ’ ένα πλέγμα αδελφοσύνης, συνενοχής αλλά και ιδιότυπου κανιβαλισμού, παραδίδει το χρονικό μιας απότομης ενηλικίωσης που κρατάει ο Φίλιπ στη μνήμη του σαν φυλακτό.
Σταυρούλα Παπασπύρου,([email protected]),
«Επτά» ένθετο περιοδικό της εφημερίδας
«Ελευθεροτυπία», 15/11/2009
Κείμενα – Επιμέλεια: Τ.Β.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
