Στο «στοχαστρο» η Σαρια και το υπουργειο Δικαιοσυνης

Η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος συνεδρίασε στις 1 και 2 Μαΐου στην Ξάνθη κι έλαβε μια σειρά από ομόφωνες αποφάσεις τις οποίες σχολίασε ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ξάνθης και οικοδεσπότης Κώστας Γούναρης, όπως και ο Λέκτορας στη Νομική Σχολή Θράκης Γιάννης Κτιστάκις, ο οποίος μαζί με τον πρώην πρόεδρο του Αρείου Πάγου Στέφανο Ματθία ήταν εισηγητής στο θέμα «δικαιοδοτικές αρμοδιότητες του μουφτή και η αντίθεσή τους με την ελληνική και ευρωπαϊκή έννομη τάξη».

Κ. Γούναρης

«Η εκλογή της ηγεσίας

της δικαιοσύνης διασφαλίζει

την ανεξαρτησία της»

Ο Κ. Γούναρης σημείωσε ότι η Ολομέλεια έλαβε μια σειρά αποφάσεων σχετικών με θέματα που αφορούν στον δικηγορικό κλάδο αλλά και ευρύτερα θέματα με νομικό ενδιαφέρον που απασχολούν την κοινωνία, όπως είναι το ζήτημα της ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας. «Η Ολομέλεια επανέλαβε την θέση της ότι πρέπει ν’ αφεθεί το δικαστικό σώμα να εκτελεί τα καθήκοντά του με μόνο οδηγό την συνείδησή του και την εφαρμογή των νόμων, χωρίς παρεμβάσεις έσωθεν κι έξωθεν. Μια εγγύηση γι’ αυτό αποτελεί η επιλογή της ηγεσίας του δικαστικού σώματος από ένα ευρύτερο εκλεκτορικό σώμα, το οποίο θα συζητηθεί από ποιους θ’ απαρτίζεται, σε αντίθεση με την διαδικασία που υπάρχει μέχρι σήμερα διορισμού της ηγεσίας της δικαιοσύνης από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Με την εκλογή της ηγεσίας της δικαιοσύνης διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της και τελικά η αξιοπιστία της».

Ο οικοδεσπότης στην Ολομέλεια μετέφερε ότι ασχολήθηκαν και με τις νομικές εξελίξεις που υπάρχουν στην υπόθεση της Μονής Βατοπεδίου. «Η Ολομέλεια θεώρησε ότι η παρέμβαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε σχέση με την διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή αποτελούσε παρέκκλιση από τα όσα ορίζονται στο νόμο. Έπρεπε να διαβιβαστεί αμέσως στην Βουλή από την ώρα που έτσι έκριναν οι διενεργούντες την προκαταρκτική εξέταση εισαγγελείς.

Θεώρησε ότι υπάρχει μια παρέκκλιση από τον νόμο, δηλαδή δεν τηρήθηκε».


Ο κ. Γούναρης θέλησε να τονίσει ότι έγινε μια γόνιμη επιστημονική συζήτηση, με αξιόλογη ανταλλαγή απόψεων. «Ήταν μια επιτυχής Ολομέλεια τόσο από την άποψη των αποτελεσμάτων όσο και από την άποψη της οργάνωσης. Οι 200 συμμετέχοντες απ’ όλη την Ελλάδα είχαν την ευκαιρία να γνωρίσουν την εποχή, τα ήθη, τα έθιμα και τον πολιτισμό της».

Οι αποφάσεις

Ελήφθησαν αποφάσεις πάνω σ’ επτά βασικά θέματα:

Νομοσχέδιο Υπουργείου Δικαιοσύνης

«Μεταρρυθμίσεις στην οργάνωση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας, στη θεραπευτική μεταχείριση χρηστών ναρκωτικών ουσιών και άλλες διατάξεις».

Σύμφωνα με την Ολομέλεια, το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο είναι απολύτως επαρκές για την αντιμετώπιση ποινικών αδικημάτων. «Ως εκ τούτου εκφράζουμε σοβαρή επιφύλαξη ως προς την προσθήκη διατάξεων (όπως η αυτεπάγγελτη δίωξη στην περίπτωση της περιύβρισης δημοσίων υπαλλήλων και η επαύξηση των ποινών στην περίπτωση που τελούνται με καλυμμένα ή αλλοιωμένα χαρακτηριστικά) που δύνανται να αποτελέσουν πεδίο αυθαιρεσίας εκ μέρους των διωκτικών αρχών.

Περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη συνιστά και η κατάργηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας όταν το οικονομικό αντικείμενο της διαφοράς είναι κατώτερο των 40.000 ευρώ (200.000 ευρώ για τις διαφορές από δημόσια σύμβαση). Τα ποσά αυτά είναι εξαιρετικά υψηλά και δυσανάλογα προς τον σκοπό για τον οποίο υιοθετούνται (αποφόρτιση του ΣτΕ, που μπορεί να επιτευχθεί και με άλλα μέσα).


Η ανάθεση της διοίκησης των καταστημάτων κράτησης σε ιδιώτες, μη μονίμους δημοσίους υπαλλήλους, είναι επίσης επικίνδυνη καθώς εισάγει κριτήρια αγοράς στη λειτουργία των φυλακών.

Είναι τέλος προσβλητική η διατήρηση του άβατου των φυλακών για τους δικηγορικούς συλλόγους της χώρας, που αποτελούν υπερασπιστή και εγγυητή των δικαιωμάτων των πολιτών» αναφέρουν.

Δικογραφία του Βατοπεδίου

και αρμοδιότητα του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου


Ένα επίκαιρο θέμα που αφορά στην δικογραφία για το Βατοπέδι. «Σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης Υπουργών, αλλά και το Σύνταγμα, μόλις ο Δικαστικός ή ο Εισαγγελικός Λειτουργός, στα πλαίσια οποιασδήποτε έρευνας, διαπιστώσει, ότι υπάρχει εμπλοκή υπουργού, «αμελλητί» διαβιβάζει τη δικογραφία στη Βουλή για τα περαιτέρω, σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Η διαβίβαση γίνεται αμέσως, από αυτόν που ενεργεί την εξέταση, πράγμα που αναφέρεται ρητά στον νόμο, και μάλιστα, χωρίς να έχει το δικαίωμα αξιολόγησης των στοιχείων που αφορούν την υπόθεση. Τέτοιο δε δικαίωμα είναι προφανές ότι δεν μπορεί να έχει ούτε και ο προϊστάμενός του, Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, κατά μείζονα λόγο. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η δικογραφία δεν επιτρέπεται να διαβιβαστεί στον προϊστάμενο Εισαγγελέα, αλλά διαβιβάζεται υποχρεωτικά στη Βουλή από τον ίδιο τον ενεργούντα την εξέταση, χωρίς αξιολόγηση των στοιχείων, εφόσον η Βουλή είναι αρμόδια να ασκήσει δίωξη.

Εάν βέβαια από «υπερβάλλοντα υπηρεσιακό ζήλο» ο υφιστάμενος εισαγγελέας, διαβιβάσει τη δικογραφία στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από τις ίδιες διατάξεις, δεν προκύπτει το δικαίωμα του συγκεκριμένου Εισαγγελέα να αρνηθεί τη διαβίβαση της δικογραφίας στη Βουλή, και μάλιστα με σκεπτικό που καταδεικνύει ότι προέβη σε αξιολόγηση των στοιχείων της δικογραφίας (εγγράφων και καταθέσεων των μαρτύρων), εφόσον τέτοια αξιολόγηση δεν επιτρέπεται από το νόμο.

Από την ερμηνεία των διατάξεων, φαίνεται πως μόνος αρμόδιος, αλλά και υπεύθυνος, για τη διαβίβαση της δικογραφίας είναι ο ενεργήσας την εξέταση εισαγγελέας, που εν προκειμένω μάλλον κακώς ζήτησε την παρέμβαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τον οποίο απλώς έπρεπε να ενημερώσει για το πέρας της εξέτασης, επειδή εκείνος του είχε παραγγείλει την συγκεκριμένη προκαταρτική εξέταση. Και επίσης δεν προκύπτει από τις διατάξεις αυτές, ότι είναι στις αρμοδιότητες του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (ως προϊστάμενης αρχής) η εντολή να μην διαβιβαστεί η δικογραφία στη Βουλή, και μάλιστα με σκεπτικό που «προδίδει» αξιολόγηση των στοιχείων, εφόσον το δικαίωμα αυτό δεν θα το είχε, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που ο ίδιος προέβαινε στην προκαταρτική εξέταση».

Συνεργασία με την Εθνική

Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία


Ο πρόεδρος της ΕΣΑμεΑ Ιωάννης Βαρδακαστάνης ευχαρίστησε θερμά τον πρόεδρο της Ολομέλειας κ. Παξινό για τη συνεργασία και ανέπτυξε τις τρέχουσες εξελίξεις γύρω από τα ζητήματα αναπηρίας στην Ελλάδα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον ΟΗΕ, επισημαίνοντας παράλληλα ότι τόσο από το Σύνταγμα της χώρας (άρθρο 21, παράγραφος 6), τις ευρωπαϊκές Οδηγίες και Κανονισμούς, καθώς και τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, έχει δημιουργηθεί ένας νέος νομικός πολιτισμός για την αναπηρία, που επιτάσσει την εμπέδωση της δικαιωματικής ως κυρίαρχης προσέγγισης για την αναπηρία, ώστε να εγκαταλειφθεί το ιατρικό μοντέλο που κυριαρχεί ακόμα και σήμερα στο εθνικό μας δίκαιο.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο κ. Βαρδακαστάνης πρότεινε τη συσστράτευση του νομικού κόσμου της χώρας και του αναπηρικού κινήματος, καθώς και τη συγκρότηση ενός είδους Παρατηρητηρίου με τη συμμετοχή των Ενώσεων των Δικαστών και των Εισαγγελέων όλων των δικαστηρίων της χώρας και της Ε.Σ.ΑμεΑ., καθώς και εκπροσώπων από τις νομικές σχολές της χώρας, ώστε να προωθηθεί και να εμπεδωθεί ο νέος νομικός πολιτισμός στο σύνολο των λειτουργών της δικαιοσύνης, πρόταση η οποία εγκρίθηκε και άμεσα θα ξεκινήσουν οι διαδικασίες υλοποίησής της.

Τέλος, κατόπιν πρότασης του κ. Βαρδακαστάνη και του προέδρου της Ολομέλειας κ. Παξινού, θα διατυπωθεί άμεσα στην κυβέρνηση το αίτημα της υπογραφής του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου της Διεθνούς Σύμβασης και της άμεσης κύρωσης τόσο αυτού όσο και της Σύμβασης από τη Βουλή των Ελλήνων.

Ανεξάρτητη δικαστική εξουσία

Σύμφωνα με την Ολομέλεια «η κρίσιμη επικαιρότητα επιβάλλει τη δέσμευση των πολιτικών κομμάτων, προεχόντων των δύο κομμάτων εξουσίας, να λάβουν θέση επί συγκεκριμένων αρχών, ώστε μια επόμενη αναθεωρητική Βουλή να προβεί στις αναγκαίες συνταγματικές αλλαγές σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις», οι οποίες είναι:

α

Επιλογή της ηγεσίας του δικαστικού σώματος από ένα ευρύ εκλεκτορικό σώμα, που θα παρέχει τα εχέγγυα αξιοκρατικής και αντικειμενικής ανάδειξης των υποψηφίων, χωρίς την ύπαρξη εξαρτήσεων από την εκάστοτε πολιτική εξουσία.

β

Η επιτροπή προκαταρκτικής εξέτασης για την ποινική ευθύνη υπουργών (άρθρο 86 Συντάγματος) να υποκατασταθεί από ένα θεσμικό όργανο με ευρεία σύνθεση από τον πολιτικό, δικαστικό, δικηγορικό και επιστημονικό χώρο, ώστε να έχει τα εχέγγυα να αποφασίζει για την ύπαρξη ή μη επαρκών ενδείξεων για την άσκηση ποινικής δίωξης, χωρίς υπολογισμούς και πολιτικές σκοπιμότητες, με αυστηρώς νομικά και όχι πολιτικά κριτήρια.

γ

Η επιτροπή ελέγχου των εκλογικών δαπανών του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος, να ανατεθεί σε ανεξάρτητη αρχή, η οποία θα στελεχωθεί από προσωπικότητες κύρους του πολιτικού, δικαστικού, δικηγορικού και ακαδημαϊκού χώρου, ώστε να υπάρχει διαφάνεια του ελέγχου του πολιτικού χρήματος, ζήτημα καίριο για την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος και, τελικά, για τη λειτουργία της ίδια της δημοκρατίας».

Η αναμόρφωση του ποινικού κώδικα και του κώδικα πολιτικής δικονομίας

Έμφαση δόθηκε, όπως ανακοινώνεται από την Ολομέλεια «στην αναγκαιότητα εκσυγχρονισμού του Ποινικού Κώδικα, απάλειψης απαρχαιομένων διατάξεων, ένταξης σε αυτόν μορφών σύγχρονής εγκληματικότητας με ιδιαίτερο κοινωνικό ενδιαφέρον, όπως η σοβαρότερη αντιμετώπιση των αδικημάτων κατά του περιβάλλοντος, καθώς και στην ανάγκη νομοθετικών αλλαγών ως προς το υπάρχον σύστημα επιβολής ποινών. Ως προς τα δικονομικά ζητήματα, δόθηκε έμφαση στην αντιμετώπιση του ζητήματος της παραπομπής των κακουργηματικών υποθέσεων προς εκδίκαση με την κρίση ενός δικαστικού συμβουλίου και όχι με κλητήριο θέσπισμα (στα σοβαρότερα αδικήματα) αφού ζητούμενο δεν αποτελεί μόνον η επιτάχυνσης των διαδικασιών, αλλά και ο ορθός έλεγχος της παραπομπής και, γενικότερα, η αναβάθμιση της ποιότητας της απονεμόμενης ποινικής δικαιοσύνης».

Υπουργείο Δικαιοσύνης

Η ολομέλεια έστρεψε το ενδιαφέρον αλλά και τα βέλη της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατηγορώντας το για αδράνεια.

«Αναχρονιστικές και αυταρχικές αντιλήψεις άλλων εποχών επιχειρούν να αμφισβητήσουν τον θεσμό μας ρόλο, να αλλοιώσουν με εγκυκλίους και γνωμοδοτήσεις τον τρόπο λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος καθ’ υπέρβασιν κάθε άλλης εξουσίας. Δεν θα επιτρέψουμε σε κανένα να αυτοαναγορεύεται σε ύπατο αρμοστή και να επιδιώκει να επιβάλλει απόψεις επικίνδυνες για ένα δημοκρατικό καθεστώς φαλκιδεύοντας τα δικαιώματα του έλληνα πολίτη».Επίσης, με αφορμή την Κοινή Υπουργική Απόφαση σχετικά με την απευθείας παραχώρησης της χρήσης του αιγιαλού και της παραλίας σε ιδιώτες από τους ΟΤΑ, καλεί η Ολομέλεια τους προέδρους των οικείων Δικηγορικών Συλλόγων σε συνεργασία με τοπικούς φορείς, να ενεργοποιηθούν, «για ν’ αποτρέψουν την κατά παράβαση του Συντάγματος επιχειρούμενη τσιμεντοποίηση και λεηλασία του φυσικού μας πλούτου».

Η επόμενη συνεδρίαση της Ολομέλειας θα γίνει στην Κέρκυρα, με θέμα τον μέχρι σήμερα απολογισμό του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Μαρία Αμπατζή

Οι δικαιοδοτικές αρμοδιότητες του μουφτή

Η Ολομέλεια πήρε ξεκάθαρη θέση για το θέμα της Σαρίας. «Σε συνέχεια του πορίσματος του 12ου Πανελληνίου Δικηγορικού Συνεδρίου αναφορικά με τις δικαστικές αρμοδιότητες του Μουφτή, και αφού έλαβε υπ’ όψη της ότι,

1

. Η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που έχει αναθέσει δικαιοδοτικά καθήκοντα στον Μουφτή: ο νόμος 1920/1991 (αντικατέστησε τον νόμο 2345/1920) αναθέτει στον εκάστοτε Μουφτή την υποχρεωτική εκδίκαση όλων των οικογενειακών διαφορών των Ελλήνων Μουσουλμάνων. Καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει εμπιστευτεί την απονομή της δικαιοσύνης σε αξιωματούχο του Ισλάμ ή άλλης θρησκείας (στον «Ιεροδίκη»).

2

. Η Ελλάδα είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που εφαρμόζει τη Σαρία, δηλαδή, το δίκαιο του Ισλάμ για τους Μουσουλμάνους πολίτες της: ο νόμος 147/1914, ο οποίος ακόμα διατηρείται σε ισχύ, ορίζει ότι, κατ’ απόκλιση του Αστικού Κώδικα, η Σαρία διέπει την οικογενειακή κατάσταση (γάμος, διαζύγιο, διατροφή, επιτροπεία, κηδεμονία, ισλαμική διαθήκη, εξ αδιαθέτου διαδοχή) των Ελλήνων Μουσουλμάνων. Καμία άλλη ευρωπαϊκή χώρα δεν επιτρέπει την υποκατάσταση του εθνικού (κοσμικού) δικαίου της από τους Ιερούς Κανόνες οιασδήποτε θρησκείας (π.χ. το βυζαντινό-ρωμαϊκό δίκαιο).

3

. Ο αναχρονισμός αυτός, κατάλοιπο της θεοκρατίας και των δομών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δεν βρίσκει έρεισμα σε καμία από τις διεθνείς συνθήκες που έχει συνομολογήσει η Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης και της Συνθήκης της Λοζάνης. Το αντίθετο συμβαίνει: τόσο η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όσο και οι διεθνείς συμβάσεις προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου στο πλαίσιο του ΟΗΕ, επιβάλουν την κατάργηση του αναχρονισμού της Σαρία και του Μουφτή-Ιεροδίκη. Επ’ αυτού έχουν επανειλημμένως αποφανθεί αρνητικά τόσο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Απόφαση Refah Partisi (Κόμμα της Ευημερίας) και λοιποί, όσο και τα αρμόδια όργανα των συμβάσεων του ΟΗΕ (Επιτροπή για την Εξάλειψη των Διακρίσεων σε βάρος των Γυναικών, Έκθεση για την Ελλάδα, 2.2.2007, παρ. 33).

4

. Πολύ δε περισσότερο, ο αναχρονισμός αυτός έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με το σύγχρονο και φιλελεύθερο Σύνταγμά μας, που εγγυάται όχι απλώς την τυπική (άρθρο 4 παρ. 2) αλλά και την ουσιαστική ισότητα (άρθρο 116 παρ. 2) ανδρών και γυναικών Ελληνίδων και Ελλήνων. Οι συγκρούσεις αυτές έχουν ειδικώς επισημανθεί από το αρμόδιο όργανο της Ελληνικής Πολιτείας, την Εθνική Επιτροπή των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε σειρά αποφάσεών της (7.5.2003, 21.3.2005, 19.1.2006).

Να εισηγηθεί στην Πολιτεία την πλήρη κατάργηση των δύο αναχρονιστικών διατάξεων (α) του άρθρου 4 του νόμου 147/1914 «Περί της εν ταις προσαρτωμέναις χώραις εφαρμοστέας νομοθεσίας και της δικαστικής αυτών οργανώσεως» (ΦΕΚ Α΄ 25, 1.2.1914) και (β) του άρθρου 5 του νόμου 1920/1991 «Περί κυρώσεως της από 24ης Δεκεμβρίου 1990 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου περί Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών» (Α΄ 11), όπως ισχύει σήμερα» καταλήγει.

Γ. Κτιστάκις

«Η πολιτεία έχει ευθύνη να προστατεύει

τα δικαιώματα των ανθρώπων»

Τόσο κ. Κτιστάκις όσο και ο κ. Ματθίας έχουν επισταμένα ασχοληθεί με τις δικαιοδοτικές αρμοδιότητες του μουφτή κι έχουν συμμετάσχει σε εκδηλώσεις που έχουν διοργανώσει κατά καιρούς οι Δικηγορικοί Σύλλογοι της Ροδόπης και της Ξάνθης. «Πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει ούτε λεπτό παραπάνω για να διατηρηθεί αυτή η απαράδεκτη κατάσταση από την πλευρά των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Είναι ενδιαφέρον ότι τόσο σε επίπεδο Ολομέλειας όσο και οι πρόεδροι που είχαν κάποια γεύση από αυτό το καθεστώς, όπως ο πρόεδρος του Συλλόγου της Ορεστιάδας και ο πρόεδρος του Συλλόγου της Ρόδου που δήλωσε πως είχε μια παρόμοια εμπειρία, δήλωσαν πως είναι απαράδεκτη η κατάσταση αυτή και θα πρέπει το ταχύτερο η πολιτεία να την καταργήσει και ν’ αφήσει το ταχύτερο την μειονότητα ελεύθερη.

Αυτά τα καθεστώτα απόκλισης από την κανονικότητα της ελληνικής έννομης τάξης περισσότερο γκετοποιούν την μειονότητα παρά την ενσωματώνουν. Τους φοράμε ένα καπέλο που δεν το θέλουν. Ακόμη κι αν κάποιοι το υπομένουν καρτερικά η πολιτεία έχει ευθύνη να προστατεύει τα δικαιώματα των ανθρώπων.

Πολλοί θέτουν το ερώτημα γιατί δεν επαναστατεί η μειονότητα και δεν προχωρά σε υπομνήματα. Να θυμίσουμε ότι η ελληνίδα ψήφισε για πρώτη φορά το 1952 στις εκλογές και κανένας δεν είχε κατέβει στο δρόμο. Τότε, η πολιτεία πολύ καλά είδε αυτό το ζήτημα, το οποίο καμία κοινωνική δυναμική δεν είχε αναδείξει. Άρα, η πολιτεία σε θεμελιώδη ζητήματα δικαιωμάτων του ανθρώπου θα πρέπει να προλαβαίνει».


Για τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει αυτή η πρόταση της Ολομέλειας ως αίτημα προς την πολιτεία και το υπουργείο Δικαιοσύνης, ο κ. Κτιστάκις θύμισε μια παρόμοια πρόταση που είχε διατυπωθεί το 1992 και σημείωσε πως «σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας νομικός που να έχει ορθώσει ένα λόγο αντίθετο στην κατάργηση του σχετικού νόμου. Υπάρχουν κάποιοι νομικοί που κάνουν λόγο για μια σταδιακή μετάβαση στην πλήρη κατάργηση, αλλά κανένας δεν υπερασπίζεται την σημερινή κατάσταση, με εξαίρεση 2- 3 εγκάθετους είτε των μουφτήδων είτε του προξενείου» δήλωσε.

Ωρίμασαν οι συνθήκες

για ίση απονομή δικαιοσύνης

Ο κ. Γούναρης είπε ότι μεγάλο ενδιαφέρον συγκέντρωσε το θέμα με τις δικαιοδοτικές αρμοδιότητες του μουφτή και κατά πόσο αυτές είναι σύμφωνες με την ευρωπαϊκή και την ελληνική έννομη τάξη, θέμα που γνωρίζουν πολύ καλά οι σύλλογοι της Θράκης. «Είναι ένα θέμα που το γνωρίζουμε και σαν δικηγορικοί σύλλογοι της περιοχής αρκετά καλά. Η Ολομέλεια επανέλαβε ομόφωνα την απόφαση που είχε πάρει το 1992 το Πανελλήνιο Συνέδριο Δικηγόρων και ζητάει από την πολιτεία την πλήρη κατάργηση των δύο αναχρονιστικών διατάξεων, με βάση τις οποίες αφενός μεν ο μουφτής είναι δικαστής για τους μουσουλμάνους συμπολίτες μας, αφετέρου δε εφαρμόζει τον ιερό μουσουλμανικό νόμο στις οικογενειακές και κληρονομικές διαφορές.

Η Ολομέλεια ζητά όλοι οι έλληνες πολίτες ανεξαρτήτως θρησκεύματος να δικάζονται από τα τακτικά δικαστήρια και να εφαρμόζεται ο ελληνικός αστικός κώδικας».
Ο κ. Γούναρης χαρακτήρισε την απόφαση αυτονόητη και σχολίασε ότι πέρα από το νομικό και σε κοινωνικό επίπεδο ωρίμασαν οι συνθήκες για ν’ απονέμεται η δικαιοσύνη με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους πολίτες, χωρίς διακρίσεις.

Οι αρμοδιότητες του μουφτή σε νομικό επίπεδο αφορούν τους μουσουλμάνους της Ξάνθης, της Ροδόπης και του Διδυμοτείχου – όπου και υπάρχει μουφτής – που συνάπτουν θρησκευτικό γάμο.

Όσο γι’ αυτούς που θέτουν θέμα σεβασμού στην πολυπολιτισμικότητα, τα ήθη και τα έθιμα να θυμίσουμε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι στη βάση και την αφετηρία της κάθε συζήτησης περί δικαιωμάτων.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.