Στο φως το Βυζαντινο Φρουριο Κομοτηνης

Μία ρηξικέλευθη, άκρως σημαντική και ολοκληρωμένη πρόταση για την ανάδειξη του βυζαντινού φρουρίου της πόλης μας ήταν αυτή που ανακοίνωσε ο αρχιτέκτονας Γιάννης Βασιλειάδης στα πλαίσια εκδήλωσης που είχε διοργανώσει πριν λίγο καιρό ο Σύλλογος Βυζαντινού Φρουρίου της πόλης μας για την αναβίωση των «Ονομαστηρίων» μιας γιορτής των Βυζαντινών.

Πρόκειται για την διπλωματική εργασία που εκπόνησε με τη συνάδελφό του, Ευθυμία Παπασωτηρίου, η οποία ίσως αποτελέσει αφορμή για την ευαισθητοποίηση φορέων για την ανάδειξη και αξιοποίηση της περιοχής που αποτελεί το μοναδικό ίσως σωζόμενο φυσικό μνημείο της πόλης.

Ο ΠτΘ συνομιλεί σήμερα με το Γιάννη Βασιλειάδη, ο οποίος κάνει μία πλήρη αναφορά των παρεμβάσεων που προτείνονται στο συγκεκριμένο χώρο σε συνδυασμό με τον περιβάλλοντα, που θα του προσδώσουν τη δυνατότητα να αποτελέσει σημείο έλξης για τους επισκέπτες της Κομοτηνής.

ΠτΘ: κ. Βασιλειάδη, πώς προέκυψε η συγκεκριμένη εργασία;

Γ.Β.: Κατ’ αρχήν θα ήθελα να πω ότι η μελέτη για την περιοχή του Κάστρου της Κομοτηνής είναι αποτέλεσμα συνεργασίας με τη συνάδελφό μου Ευθυμία Παπασωτηρίου. Διενεργήθηκε στο πλαίσιο της διπλωματικής μας εργασίας στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ υπό την επίβλεψη των καθηγητών Γ. Καραδέδου και Α. Αλεξοπούλου.


Αν μη τι άλλο, πιστεύω ότι αυτή η δημόσια παρουσίαση είναι μια αφορμή ώστε να ευαισθητοποιηθεί η πόλη και οι αρμόδιοι φορείς, ώστε να αναδειχθεί το μνημείο και να αξιοποιηθεί γενικότερα αυτή η σημαντική περιοχή της πόλης.

ΠτΘ: Γιατί πιστεύετε ότι η περιοχή του Κάστρου είναι σημαντική για την πόλη;

Γ.Β.: Σίγουρα η παρουσία του μνημείου στην περιοχή είναι καταλυτική και της προσδίδει από μόνο του ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ας μην ξεχνάμε ότι η ύπαρξη αυτού του μικρού κάστρου ήταν η αιτία της ίδρυσης της πόλης σε αυτή τη θέση. Το δεύτερο στοιχείο ενδιαφέροντος στην περιοχή είναι ο εκτεταμένος ελεύθερος δημόσιος χώρος που περιβάλλει τα τείχη, από τους λίγους που έχουν απομείνει, που στην ουσία μένει αναξιοποίητος. Η σημερινή εικόνα του χώρου προέκυψε από αποσπασματικές επεμβάσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα και σίγουρα δεν βοηθούν το μνημείο να αναδειχθεί.

ΠτΘ: Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να ασχοληθείτε με το συγκεκριμένο χώρο;

Γ.Β.: Πέραν του γεγονότος ότι εγώ προσωπικά έχω ένα συναισθηματικό δέσιμο με την πόλη που μεγάλωσα και ανατράφηκα, αυτό που μας ώθησε να ασχοληθούμε με τον συγκεκριμένο χώρο είναι η σημαντικότητα του μνημείου και γενικότερα το ενδιαφέρον σύνολο που δημιουργεί σε συνδυασμό με τον περιβάλλοντα ελεύθερο χώρο του, οι οποίοι και οι δύο σήμερα βρίσκονται σε καθεστώς υποβάθμισης. Έτσι προχωρήσαμε στην κατάρτιση μιας συνολικής πρότασης για την ανάπλαση της ευρύτερης περιοχής του Φρουρίου με σκοπό την αξιοποίηση του χώρου και την ανάδειξη του μνημείου.

Η περιοχή βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και σε συνδυασμό με το μνημείο που περιλαμβάνει την καθιστά σημαντικό τόπο προορισμού επισκεπτών, εάν και εφόσον αναδειχθεί. Επίσης, η εγγύτητα με άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία της πόλης, όπως η παλιά αγορά, το Ιμαρέτ, το Εσκί Τζαμί, ο Μητροπολιτικός Ναός θα μπορούσαν να συγκροτήσουν ένα δίκτυο επισκέψιμων χώρων – έναν πολιτιστικό περίπατο – για τους τουρίστες. Όλα αυτά τα στοιχεία και οι σκέψεις μάς ώθησαν να ασχοληθούμε με αυτό το θέμα. Παρεμπιπτόντως το πρόγραμμα URBAN, στο οποίο συμμετέχει ο Δήμος Κομοτηνής, περιλαμβάνει στις δράσεις του αναπλάσεις δημόσιων χώρων και νομίζω ότι όλη αυτή η περιοχή θα μπορούσε να ενταχθεί σε ένα από τα υποπρογράμματά του.

ΠτΘ: Πώς προέκυψαν αυτά τα ιστορικά στοιχεία;

Γ.Β.: Ήδη κάποιοι μελετητές έχουν ασχοληθεί με το Κάστρο και την ιστορία του, πρώτος από όλους ο Στίλπων Κυριακίδης και αργότερα οι Μουτσόπουλος και Τσουρής. Οι μελέτες τους αποτέλεσαν για μας τη βιβλιογραφική βάση για την περαιτέρω έρευνα που κάναμε, η οποία μέσω φωτογραφιών εποχής και της αποτύπωσης του Κάστρου μας οδήγησαν σε κάποια επιπλέον συμπεράσματα για την αρχική μορφή του Φρουρίου.

Αυτά τα στοιχεία που προέκυψαν, πέρα από την επιστημονική τους αξία, επηρέασαν σημαντικά και το σχεδιασμό μας. Το βυζαντινό φρούριο είναι ένα ισχυρό στοιχείο στο χώρο και για να αναδειχθεί οι μελετητές πρέπει να έχουν γνώση των κατασκευών αυτής της περιόδου, αλλά και της ιστορίας του ίδιου του μνημείου.

Επομένως, ο επανασχεδιασμός είναι άμεσα συνδεδεμένος με την ιστορική γνώση, γι΄ αυτό δεν μπορούν να καλυφθούν οι ανάγκες του χώρου από ένα πολεοδομικό σχέδιο.

Βέβαια, αυτό που βασικά χρειάζεται είναι πολιτική βούληση και τόλμη. Οι παρεμβάσεις μπορεί να θίγουν συμφέροντα ή να απαιτούν χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Για παράδειγμα, δεν είναι απλό να συνεννοηθεί κανείς με τον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων για την τροποποίηση της αυλής του σχολείου ή να προβεί σε απαλλοτριώσεις. Το κάθε πράγμα έχει το κόστος του. Από την άλλη, αν μια επέμβαση περιοριστεί σε πλακοστρώσεις και φυτεύσεις γκαζόν, δεν νομίζω ότι μπορεί να πετύχει πολλά πράγματα.

ΠτΘ: Ποια είναι η δική σας πρόταση που αφορά στο φρούριο;

Γ.Β.: Αφορμή, όπως είπαμε, ήταν η ανάδειξη του τείχους, το οποίο ήταν ένα μικρό, τετράγωνο σε κάτοψη φρούριο. Η απρογραμμάτιστη δόμηση της γύρω περιοχής και η καταστροφή του ίδιου του μνημείου είχαν ως αποτέλεσμα η σημερινή εικόνα του χώρου να είναι δυσανάγνωστη. Ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει περί τίνος πρόκειται, πώς ήταν αρχικά το μνημείο. Διάβασα το σχόλιο ενός σύγχρονου Έλληνα περιηγητή οχυρών θέσεων, του Γιάννη Γκίκα, που με τα λεγόμενά του αποδίδει πολύ εύστοχα τη σημερινή εικόνα του χώρου. Αυτός λέει χαρακτηριστικά: «Τούτο το καστέλι βρίσκεται μεσ’ την πόλη περιτριγυρισμένο από σπίτια και άλλες οικοδομές και μόνο στην τύχη μπορείς να το ανακαλύψεις»… Είναι κρίμα γιατί πρόκειται για το πιο σημαντικό μνημείο της πόλης, το οποίο ουσιαστικά μένει αναξιοποίητο και οι επεμβάσεις που γίνονται, όπως η διάνοιξη της οδού Νικηφόρου Γρηγορά στα δυτικά, δεν μπορούν να προσφέρουν τα αναμενόμενα γιατί εντάσσονται στη λογική της αποσπασματικότητας. Πρέπει να γίνει συνολικός σχεδιασμός, δηλαδή να μελετηθεί ολόκληρη η περιοχή, μέσα και γύρω από το κάστρο.

ΠτΘ: Η διάνοιξη όμως του καινούργιου δρόμου το ανέδειξε…

Γ.Β.: Σίγουρα. Εμφανίστηκε στην πόλη ολόκληρη η δυτική πλευρά του φρουρίου και αυτό το γεγονός είναι θετικό γιατί ο κόσμος άρχισε να αποκτά εικόνα του φρουρίου, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, αυτή η κίνηση από μόνη της δεν είναι αρκετή. Χρειάζεται, όπως είπα και προηγούμενα, μια συνολική αντιμετώπιση.

Αντίστοιχα υπάρχει πρόβλεψη για διάνοιξη πεζόδρομου εξωτερικά της νότιας πλευράς του φρουρίου πίσω από τη Λέσχη Κομοτηναίων, βάσει του εγκεκριμένου πολεοδομικού σχεδίου, η οποία, όμως, ακόμη δεν έχει υλοποιηθεί.

Ολες αυτές οι κινήσεις σίγουρα είναι προς θετική κατεύθυνση όμως ένα τέτοιο ευαίσθητο θέμα δεν μπορεί να διευθετηθεί σε επίπεδο πολεοδομικού σχεδιασμού. Αυτή η κλίμακα σχεδιασμού αναφέρεται σε ολόκληρη την πόλη. Δεν είναι δυνατόν οι μελετητές να έχουν γνώση των ιδιαιτεροτήτων του χώρου ώστε να τις συμπεριλάβουν στο σχεδιασμό τους. Εξάλλου πρόκειται για μια ειδική περίπτωση όπου έχουμε να κάνουμε με ένα μνημείο το οποίο θέλουμε να το αναδείξουμε.

Για παράδειγμα, το σωζόμενο ακρο της ανατολικής πλευράς του Φρουρίου βρισκεται μέσα στην αυλή του 1ου Δημοτικού Σχολείου και άρα δεν υπάρχει δυνατότητα άμεσης πρόσβασης απο τον επισκέπτη του χώρου. Χρειάζεται ειδική ρύθμιση μεταξύ δημοσίων υπηρεσιών ώστε να τροποποιηθεί ο αύλειος χώρος του σχολείου και να μπορεί το μνημείο να είναι επισκέψιμο.

ΠτΘ: Ποια είναι η φιλοσοφία της πρότασής σας και ποιος ο στόχος της επέμβασης που προτείνετε;

Γ.Β.: Υπάρχουν δυο κατευθύνσεις στις οποίες κινηθήκαμε ώστε να φτάσουμε στην τελική πρόταση ανάπλασης του χώρου. Η πρώτη αφορά το ίδιο το μνημείο και περιλαμβάνει την ιστορική του μελέτη, την αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης, σχεδιαστικές αναπαραστάσεις της αρχικής του μορφής που είναι στοιχεία απαραίτητα για να μπορέσει κανείς να το αποκαταστήσει και να το αναδείξει στο χώρο του. Η δεύτερη κατεύθυνση αφορά τον ελεύθερο χώρο που το περιβάλλει, ο οποίος επανασχεδιάζεται ώστε να αποδοθεί ξανά στους κατοίκους της πόλης .

Σήμερα οι πόλεις ανταγωνίζονται για το επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες. Οι αναπλάσεις του δημόσιου χώρου βελτιώνουν την εικόνα της πόλης, και επομένως την ποιότητα ζωής. Είναι αναγκαίες τέτοιου είδους επεμβάσεις ώστε να μπορέσει μια πόλη να παραμείνει ανταγωνιστική στο παιχνίδι προσέλκυσης επιχειρήσεων, κατοίκων και επισκεπτών. Κατά αντιστοιχία αυτού του σκεπτικού, στόχος της πρότασης είναι να δημιουργηθεί ένας υπαίθριος χώρος αναψυχής και πολιτισμού για όλους τους κατοίκους και τους επισκέπτες της πόλης.

ΠτΘ: Ας ξεκινήσουμε με τις προτάσεις σας που αφορουν το σωζόμενο τμήμα του μνημείου και την ανάδειξή του…

Γ.Β.: Κατ’ αρχήν προτείνονται μια σειρά πολεοδομικής φύσεως επεμβάσεις, οι οποίες θα διευκολύνουν την προσβασιμότητα στο χώρο, θα κάνουν πιο αισθητή την παρουσία του μνημείου και θα τονίσουν την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης περιοχής σε σχέση με την υπόλοιπη πόλη.

Μία πρώτη ισχυρή παρέμβαση είναι η κατάργηση της οδού Σοφούλη, η οποία διέρχεται από το εσωτερικό του Φρουρίου μπροστά από το Μητροπολιτικό Ναό. Κατακερμάτιζει το χώρο και αλλοιώνει αυτήν την ιδιαιτερότητα που όριζε το τείχος του κάστρου, τη διαφοροποίηση του μέσα με το έξω.

Επίσης, προτείνουμε την εφαρμογή του πολεοδομικού σχεδίου για τη δημιουργία πεζοδρόμου στην εξωτερική περίμετρο της νότιας και ανατολικής πλευράς με την κατεδάφιση των παλιών κατασκευών που είναι σε επαφή με το τείχος. Εξαιρείται το παλιό Οικονομικό Γυμνάσιο που είναι ένα ιστορικό κτίριο σημαντικό για την πόλη. Για να εξασφαλίσουμε τη συνέχεια του πεζόδρομου προτείνουμε σημειακή διάτρηση του όγκου του, ώστε να περνά κανείς μέσα από αυτό.

Ακόμη κάνουμε μια παρέμβαση στη νότια πλευρά, στην οδό Δημοκρίτου, όπου υπάρχει μια μεγάλη νησίδα που δεν αποσκοπεί σε κάτι συγκεκριμένο. Έτσι περιορίζουμε το δρόμο και διευρύνουμε το βόρειο πεζοδρόμιο του μπροστά από τη λέσχη Κομοτηναίων. Στην ουσία επεκτείνουμε τον πεζόδρομο της Βενιζέλου προς την περιοχή του Κάστρου ώστε ο πεζός να κινείται παράλληλα με αυτό. Η ανάπλαση η οποία υποτίθεται ότι θα γίνει και η ατμόσφαιρα του χώρου θα τον ωθήσει να κινηθεί προς το μνημείο και να το παρατηρήσει.

Σήμερα το Κάστρο δεν το βλέπεις, είναι χαμένο μέσα στην πόλη, όλες αυτές οι επεμβάσεις γίνονται με σκοπό να γίνει αισθητή η παρουσία του στους κατοίκους

Μια άλλη επέμβαση την οποία ήδη αναφέραμε είναι η αναδιοργάνωση του χώρου στην ανατολική πλευρά του μνημείου που περιλαμβάνει τροποποίηση του αύλειου χώρου του 1ου Δημοτικού ώστε να απελευθερωθεί το τείχος και να είναι προσπελάσιμο. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται η σύνδεση της περιοχής με το κέντρο της πόλης μέσω της παλιάς αγοράς. Μια σύνδεση που εκτός της χρηστικής της σημασίας έχει και ένα συμβολισμό γιατί σε αυτή τη θέση βρίσκονταν η κεντρική ανατολική πύλη του κάστρου.

ΠτΘ: Ποια, λοιπόν, είναι η σημαντικότερη επέμβαση που προτείνετε;

Γ.Β.: Η σημαντικότερη επέμβαση αφορά τη διενέργεια εκτεταμένης ανασκαφής στην εσωτερική περίμετρο του τείχους. Έτσι υποβαθμίζεται η στάθμη του σημερινού εδάφους κατά 1 με 2,5 μέτρα μέχρι να αποκαλυφθεί το αρχικό βυζαντινό δάπεδο. Αυτή η επέμβαση είναι σημαντική, γιατί με την ανασκαφή αναδεικνύονται τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του μνημείου, εντάσσεται στο φυσικό του χώρο που είναι το χωμάτινο έδαφος και αποκαλύπτονται τα ίχνη των κατεστραμμένων τμημάτων του τείχους. Βέβαια, δεν υπάρχει λόγος και δεν είναι επιστημονικά ορθό να ξανασηκωθεί το τείχος, αλλά το γεγονός ότι ο άνθρωπος θα μπορεί να έχει αντίληψη της έκτασης του φρουρίου και της διαφοροποίησης του μέσα με το έξω είναι σημαντικό και βεβαίως το κάστρο θα ξανακάνει αισθητή την παρουσία του στην πόλη και δεν θα είναι ένα στοιχείο εξαφανισμένο όπως είναι τώρα.

Από κει και πέρα οι υπόλοιπες ενέργειές μας κινούνται προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ένος χώρου αναψυχής και πολιτισμού. Αυτή η απόφασή μας σχετίζεται με το γεγονός ότι είναι ένας δημόσιος ελεύθερος χώρος στην καρδιά της πόλης που έχει και το θελκτικό στοιχείο της ύπαρξης του μνημείου και μπορεί να προσελκύσει τον κόσμο.

Και με όλη την επέμβαση που σας περιέγραψα δημιουργούνται δύο διαφορετικές ποιότητες χώρων. Από τη μια έχουμε την πολύβουη και πολυσύχναστη αστική πλατεία που δημιουργείται στο κέντρο του χώρου. Αυτή βρίσκεται στη σημερινή στάθμη του εδάφους, διαμορφώνεται με σαφείς γεωμετρικές χαράξεις, σκληρά υλικά επίστρωσης και εξυπηρετεί τη διέλευση των πεζών και την πρόσβαση στα δημόσια κτίρια που υπάρχουν στο χώρο: την εκκλησία, το σχολείο, το μητροπολιτικό μέγαρο και το εργατικό κέντρο. Από την άλλη έχουμε τους ανασκαμμένους χώρους στα όρια του τείχους. Αυτοί δεν θα είναι περιφραγμένοι και απρόσιτοι, αντίθετα ο κόσμος θα μπορεί να τους χρησιμοποιεί και μάλιστα να έρχεται σε επαφή με τα οποία αρχαία κατάλοιπα κατασκευών βρεθούν. Θα είναι ένας χώρος διαφορετικός, ήσυχος και προστατευμένος, διαμορφωμένος με χώμα, κατάλληλος για το παιχνίδι των παιδιών.

ΠτΘ: Υπάρχει περίπτωση να βγουν στο φως σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα;

Γ.Β.: Αυτό δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Πιθανότατα θα αποκαλυφθούν υπολείμματα μεσαιωνικών και νεότερων κτιρίων των οποίων η σημαντικότητα θα αξιολογηθεί από τους αρχαιολόγους. Παρόλα αυτά ότι και να αποκαλυφθεί στο χώρο που ορίζει η μελέτη να ανασκαφεί, μπορεί να διατηρηθεί. Αν προκύψει κάτι πολύ σημαντικό θα μπορούσε να τροποποιηθεί η μελέτη…

Για να συνεχίσουμε τα της πρότασής μας, στην ουσία δημιουργούνται δυο επίπεδα: το ανασκαμμένο που βρίσκεται πιο χαμηλά και το ονομάζουμε «επίπεδο ιστορίας» και το πάνω επίπεδο, στη σημερινή στάθμη του εδάφους, το οποίο το ονομάζουμε «επίπεδο συγχρονικότητας». Σε αυτήν την υψομετρική διαφορά των επιπέδων κοντά στη θέση της παλιάς Εβραϊκής Χάβρας δημιουργείται ένα υπόσκαφο κτίριο το οποίο ενσωματώνεται στο σχεδιασμό χωρίς να διακρίνεται γιατί βρίσκεται κάτω από τη σημερινή στάθμη του εδάφους. Έτσι δεν ενοχλεί την οπτική επαφή με το τείχος. Σε αυτό το κέλυφος θα στεγαστεί ένας εκθεσιακός χώρος όπου θα φιλοξενηθούν τα ευρήματα από την ανασκαφή. Δίπλα του διαμορφώνεται μια μεγάλη ράμπα που συνδέει το πάνω και το κάτω επίπεδο. Βέβαια, εκτός αυτής της κύριας σύνδεσης υπάρχουν και άλλες δευτερεύουσες, αυτή όμως έχει το χαρακτηριστικό ότι αποτελείται από μεταλλικά φύλλα τα οποία έχουν τη δυνατότητα να ανασηκώνονται και να δημιουργούν αναβαθμούς μετατρέποντας αυτόματα τη ράμπα σε ένα υπαίθριο θέατρο 700 θέσεων. Η σκηνή τοποθετείται μέσα στον αρχαιολογικό χώρο και το φόντο του θεάτρου είναι το τείχος. Από κει και πέρα κάτω από την ράμπα δημιουργούνται αποθηκευτικοί χώροι, καμαρίνια και ότι χρειάζεται ένα θέατρο για να λειτουργήσει.

Αυτές οι χρήσεις που δίνουμε στο χώρο είναι προς την κατεύθυνση ενός κέντρου ψυχαγωγίας και πολιτισμού που θα λάβει έτσι ο χώρος και μάλιστα συνοδεύονται και με άλλες μικρές κατασκευές όπως τα δυο αναψυκτήρια που προτείνουμε ένα στο πάνω και ένα στο κάτω επίπεδο, τα κτίρια συνοδείας του σχολείου μετά την αναδιοργάνωση της αυλής του ώστε να μπορεί να λειτουργήσει ομαλά αλλά και ένα ρολόι – παρατηρητήριο στο εσωτερικό του κάστρου από όπου οι επισκέπτες θα μπορούν να έχουν μία συνολική εικόνα του μνημείου. Η πόλη, εξάλλου, έχει παράδοση σε τέτοιου είδους υψίκορμα οικοδομήματα, μιναρέδες, καμπαναριά και επομένως η κατασκευή δεν είναι ξένη στη φυσιογνωμία της πόλης.

ΠτΘ: Η αρχαιολογική υπηρεσία δεν έχει ασχοληθεί με το φρούριο;

Γ.Β.: Έχει ασχοληθεί αποσπασματικά, με πολύ περιορισμένης έκτασης ανασκαφική ερευνά και επεμβάσεις αποκατάστασης του τείχους. Δεν θα μπορούσε όμως να κάνει και τίποτα περισσότερο αφού για να γίνει μια ουσιαστική επέμβαση στο μνημείο πρέπει κατ’ αρχήν να υπάρχει θέληση από τους δυο συναρμόδιους φορείς που είναι ο Δήμος Κομοτηνής και η 12η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, να έρθουν σε συνεννόηση και να υπάρχει μια συνολική μελέτη, δηλαδή κάτι σαν αυτό που προτείνουμε εμείς, γιατί το μνημείο και ο χώρος του είναι δυο μέρη αναπόσπαστα.

ΠτΘ: Έχετε κάνει προϋπολογισμό του έργου;

Γ.Β.: Δεν υπάρχει ακριβής προϋπολογισμός έργου, εξάλλου δεν ήταν αυτό το ζητούμενο για μια μελέτη που εκπονείται στο Πανεπιστήμιο. Σίγουρα όμως είναι ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο και το κόστος του είναι ανάλογο. Βέβαια, πάντα υπάρχει η δυνατότητα να διατηρήσει τα βασικά του χαρακτηριστικά και να προσαρμοστεί στα οικονομικά δεδομένα του εντολέα. Παρόλα αυτά, βασικός στόχος μας ήταν μέσα από τη δουλειά μας να επαναφέρουμε το θέμα προς συζήτηση και να προβάλουμε την ανάγκη αξιοποίησης του Κάστρου.

ΠτΘ: Την πρόταση την καταθέσατε υπόψη κάποιου αρμόδιου φορέα;

Γ.Β.: Δυστυχώς το αμελήσαμε. Πάντως αν υπάρχει ενδιαφέρον από την πλευρά του Δήμου, της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ή οποιουδήποτε άλλου φορέα ευχαρίστως θα τους παραχωρούσαμε τη μελέτη. Τελειώνοντας θέλω να ευχαριστήσω τη 12η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων για την άδεια μελέτης του μνημείου που μας έδωσε και το Δήμο Κομοτηνής και συγκεκριμένα τον τέως Αντιδήμαρχο κ. Γ. Πετρίδη για τη βοήθεια που μας προσέφερε στην τοπογραφική αποτύπωση του χώρου.

ΠτΘ: κ. Βασιλειάδη σας ευχαριστούμε πολύ.

Γ.Β.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.