Στο 94% η αυταρκεια της Ελλαδας σε βασικα αγροτικα προιοντα
Έρευνα της ΠΑΣΕΓΕΣ που δημοσιοποιήθηκε πριν λίγο καιρό αναφέρει ότι στη χώρα μας η αυτάρκεια των βασικών αγροτικών προϊόντων βρίσκεται στο 94%. Ερωτηματικά βέβαια προκαλεί ότι από την άλλη οι εισαγωγές στη χώρα μας στα συγκεκριμένα προϊόντα είναι πολύ μεγάλες. Ένας φαύλος κύκλος που αναδεικνύει από τη μια πλευρά την απουσία σχεδιασμού από την πλευρά της εκάστοτε ηγεσίας, όσον αφορά την παραγωγή, τις εισαγωγές και τις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και από την άλλη την καταναλωτική συμπεριφορά των Ελλήνων που έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια, αλλά και τη συμπεριφορά των μεσαζόντων που ελλείψει ελέγχων καταφέρνουν και αισχροκερδούν.
Η έρευνα της ΠΑΣΕΓΕΣ
Πριν από λίγο καιρό παρουσιάστηκε μελέτη της ΠΑΣΕΓΕΣ, σύμφωνα με την οποία το ποσοστό αυτάρκειας της χώρας μας σε μια σειρά βασικών αγροτικών, διατροφικών προϊόντων φυτικής και ζωικής παραγωγής διαμορφωνόταν κατά μέσο όρο στο 94% το 2010. Μάλιστα, από τότε η αγροτική παραγωγή έχει αυξηθεί οριακά κατά 2%.
Τι λένε οι αριθμοί:
Φυτική παραγωγή
Στη φυτική παραγωγή, όπως προκύπτει η αυτάρκεια είναι 99% κατά μέσο όρο και διαφοροποιείται μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων, όπως τα δημητριακά όπου η αυτάρκεια ανέρχεται στο 82% περίπου, το μικρότερο ποσοστό εντοπίζεται στο μαλακό στάρι (32%) και το υψηλότερο στο ρύζι (171%). Στα εσπεριδοειδή τη μεγαλύτερη αυτάρκεια παρουσιάζουν τα πορτοκάλια (167%), ενώ στα λεμόνια περιορίζεται στο 67%. Στα φρούτα η αυτάρκεια παραμένει υψηλή (128%), ενώ χαμηλή διαπιστώνεται στον κλάδο των οσπρίων (39%).
Ζωική Παραγωγή
Στη ζωική παραγωγή το ποσοστό αυτάρκειας ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 73%.
Στο κρέας καταγράφεται αυτάρκεια 56%, με το μικρότερο ποσοστό στο βόειο κρέας 30% και το υψηλότερο στο αιγοπρόβειο 94%.
Στην κατηγορία των γαλακτοκομικών-τυροκομικών προϊόντων, η φέτα με ποσοστό αυτάρκειας 147% υπερβαίνει το μέσο όρο της κατηγορίας, που κυμαίνεται στο 80%.
Στο μέλι και στα αυγά, καταγράφεται ποσοστό αυτάρκειας 92% και 91% αντίστοιχα.
Εξέλιξη αγροτικού εισοδήματος
Σε φθίνουσα πορεία βρίσκεται το αγροτικό εισόδημα στη χώρα μας από το 2008 και με μια εξαίρεση το 2009, οπότε και καταγράφηκε μικρή άνοδος 2,1%, το 2010 διολίσθησε κατά 9,3% και το 2011 κατά 5,3%.
Στο διάστημα της εξαετίας 2006-2011 το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα, όπως εκτιμάται από τη Eurostat, μειώθηκε κατά 22,6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στο ίδιο διάστημα, συγκριτικά, το αγροτικό εισόδημα στην ΕΕ-27 αυξήθηκε κατά 19% και στις χώρες της ευρωζώνης κατά 5% περίπου.
Πού οφείλεται η πτώση του αγροτικού εισοδήματος;
Κρίσιμη παράμετρος της πτώσης του αγροτικού εισοδήματος παραμένει η σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, με το μέσο γενικό δείκτη εισροών, σύμφωνα με τα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας, να καταγράφει νέα σημαντική αύξηση, της τάξεως των 7,5 ποσοστιαίων μονάδων, προερχόμενη κυρίως από τη σημαντική αύξηση στους δείκτες της ενέργειας (17,1%), των ζωοτροφών (11,9%) και των λιπασμάτων (10,7%).
Η εξαιρετικά μεγάλη αύξηση της δαπάνης για ενέργεια, που αντιπροσωπεύει το 25% και πλέον του συνολικού κόστους των εισροών στον αγροτικό τομέα, συνδέεται και με τη σημαντική αύξηση του αγροτικού τιμολογίου της ΔΕΗ κατά 6% το 2011, ενώ και νέα αύξηση, κατά 9%, επιβλήθηκε το 2012.
Από την άλλη πλευρά, σημαντική κάμψη καταγράφεται στο πρώτο 10μηνο του 2011 στις τιμές παραγωγού, ιδιαίτερα έντονη στα κηπευτικά – με μεγάλη μείωση του δείκτη εκροών τον Οκτώβριο του 2011 στη νωπή τομάτα (-33,9%) και σε ορισμένα άλλα είδη, με συνέπεια την πτώση του γενικού δείκτη εκροών κατά 3,8 ποσοστιαίες μονάδες.
Εισαγωγές – εξαγωγές
Την ίδια ώρα, που τα εισαγόμενα τρόφιμα «εισβάλλουν» στην Ελλάδα, μεγάλες εκτάσεις γης στη χώρα παραμένουν ακαλλιέργητες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο νομός Σερρών, όπου τα μη καλλιεργούμενα χωράφια φτάνουν στο 30-40%.
Όσο και εάν ακούγεται παράδοξο, η χώρα μας, δίνει περισσότερα χρήματα για να εισάγει γεωργικά προϊόντα, απ’ όσα παίρνει από τις εξαγωγές που κάνει. Στο εμπορικό ισοζύγιο των αγροτικών προϊόντων της Ελλάδας με όλο τον κόσμο έχουμε έλλειμμα της τάξης των 2.182.224.034 ευρώ.
Ελλείψει εξαγωγικής στρατηγικής, απουσία ολοκληρωμένου σχεδίου για αντικατάσταση των εισαγόμενων προϊόντων με ελληνικά, υστέρηση σε πρόγραμμα προώθησης και ανταγωνιστικότητας της αγοράς είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους εισάγουμε ακόμη και προϊόντα που τα παράγουμε σε αφθονία.
Το ερωτήματα που εύλογα γεννώνται είναι, γιατί εισάγουμε τόσα πολλά αγροτικά προϊόντα και τρόφιμα και δεύτερον, εάν μπορούμε να αυξήσουμε περισσότερο τις εξαγωγές που ήδη κάνουμε. Στο πρώτο πρέπει να δούμε τι εισάγουμε. Από τα έξι δισεκατομμύρια ευρώ το ένα τρίτο είναι δαπάνες για κρέατα, γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα. Αυτά τα εισάγουμε λόγω της αλλαγής των διατροφικών συνηθειών του Έλληνα την τελευταία εικοσαετία. Την περίοδο αυτή η αύξηση κατανάλωσης κρέατος, γάλακτος και γαλακτοκομικών στην Ελλάδα αυξήθηκε με πολύ ταχύτερους ρυθμούς απ’ ό,τι μπορούσε να διασφαλίσει η ελληνική παραγωγή.
Αλλά και στα οπωροκηπευτικά υπάρχουν αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες. Η παροιμία «κάθε πράγμα στον καιρό του», φαίνεται να μην λέει και πολλά τα τελευταία χρόνια και σε αυτό συνηγορεί και ο πρόεδρος των οπωροπωλών κ. Αλέξανδρος Μπαξεβάνης με τον οποίο μιλήσαμε και ο οποίος τόνισε πως τα φρούτα και τα λαχανικά εποχής είναι πάντα ελληνικά και πιο φτηνά. Ωστόσο ο καταναλωτισμός, μας οδηγεί σε υπερβολές του τύπου ντομάτες μέσα στο καταχείμωνο! Αυτές οι επιλογές πληρώνονται.
Όπως τονίζει ο κ. Μπαξεβάνης «τα μανάβικα έχουν όλα τα προϊόντα ανεξαρτήτως εποχής, εκ των πραγμάτων λοιπόν δεν γίνεται να είναι όλα τα προϊόντα ελληνικά».
Συμπέρασμα
Είναι πολλά αυτά που πρέπει να αλλάξουν στην ελληνική κοινωνία, κυρίως πρέπει να αλλάξει η νοοτροπία μας, αλλά μήπως είναι δύσκολο να μάθεις «σε γέρικο σκυλί καινούρια κόλπα»;
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
