«Στην πολιτικη και νομικη μας κουλτουρα ο αυτοπροσδιορισμος ειναι αυτονοητος»

Σε σχέση με το μειονοτικό φαινόμενο στην Ελλάδα παρατηρείται ένδεια σε επίπεδο έρευνας μέχρι το 1990. Σταδιακά οι κλεισμένες πόρτες, οι φόβοι, οι ενοχές υποχωρούν, ο διάλογος έστω και δειλά ανοίγει με τη συμμετοχή και φωτεινών εξαιρέσεων απ’ τη μουσουλμανική μειονότητα της Δ. Θράκης και η επί της ουσίας ανάδειξη των προβλημάτων προσδιορίζει την «έδρα» της. Το βράδυ της Τετάρτης, το αμφιθέατρο της Νομικής Σχολής φιλοξενεί μια διαφορετική προσέγγιση τεσσάρων βιβλίων που σχετίζονται με ζητήματα μειονοτικά, ήτοι θρησκευτική ετερότητα, γλώσσα, εκπαίδευση. Με αφορμή την συζήτηση, όπου προσκεκλημένοι είναι εν πρώτοις οι πολίτες, ο ΠτΘ κουβεντιάζει με δύο μέλη του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων, που θα είναι παρόντες και στην εκδήλωση, τους κ.κ. Μαυρομάτη και Τσιτσελίκη.

Το βράδυ της Τετάρτης στο αμφιθέατρο της παλαιάς Νομικής του Δ.Π.Θ., θα πραγματοποιηθεί συνάντηση με θέμα «Μειονοτικά ζητήματα: εκπαίδευση, θρησκευτική ετερότητα, γλώσσα». Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Πρόεδρος της Νομικής του Δημοκριτείου, κ. Ιωάννης Σχινάς, ενώ θα συμμετάσχουν ο ψυχίατρος, κ. Ιμπράμ Ονσούνογλου, ο ερευνητής στο χώρο της κοινωνιολογίας της εκπαίδευσης, μέλος του ΚΕΜΟ, κ. Γιώργος Μαυρομάτης, ο λέκτορας του Διεθνούς Δικαίου στο Δ.Π.Θ., και διοικητικός γραμματέας του ΚΕΜΟ, κ. Κώστας Τσιτσελίκης και ο διδάκτορας της Νομικής, επίσης διοικητικός γραμματέας του ΚΕΜΟ, κ. Δημήτρης Χριστόπουλος.

Γ. Μαυρομάτης:

«Τα μειονοτικά ζητήματα ήταν απαγορευμένα στην έρευνα»

Ο κ. Μαυρομάτης ασχολείται με την κοινωνιολογία στο χώρο της εκπαίδευσης και σε κάποιο βαθμό με την κοινωνιογλωσσολογία. Είναι ένας από τους συνεργάτες της Άννας Φραγκουδάκη: «Είχα από παλαιότερα σχέση με τα παιδιά και τους δασκάλους της περιοχής πριν συμμετάσχω στο πρόγραμμα «Εκπαίδευση μουσουλμανόπαιδων», μέσα απ’ το οποίο επέκτεινα την επαφή μου σε όλη τη Θράκη και είχα τη δυνατότητα να δω συνολικά τι συμβαίνει στο χώρο της μειονοτικής εκπαίδευσης.

Ιδιαίτερα από τους νέους εκπαιδευτικούς εκδηλώθηκε μεγάλο ενδιαφέρον. Η εκπαίδευση μουσουλμανόπαιδων είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα».
Σχολιάζοντας τα προβλήματα στην εκπαίδευσή τους, ο κ. Μαυρομάτης κάνει λόγο για ένα σύνθετο πλαίσιο.

«Η βάση του προβλήματος είναι το τι προσδοκούν από αυτήν την εκπαίδευση, δηλαδή τι φαντάζεται το κράτος για τους μουσουλμάνους πολίτες αλλά και οι ίδιοι οι άνθρωποι. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε καταρχήν πώς συγκροτούνται οι προσδοκίες και να μορφοποιηθούν».

Εξηγώντας το ρόλο του ΚΕΜΟ, εν συντομία σημειώνει: «Πρόκειται για μία επιστημονική εταιρεία που συγκροτήθηκε με σκοπό να μπορέσει να δώσει χώρο σε νέους επιστήμονες ν’ ασχοληθούν με θέματα ετερότητας σε επίπεδο έρευνας και να προωθήσουν τις απόψεις τους, γιατί μέχρι το 1990 ήταν κλειστοί διάφοροι χώροι, δεν υπήρχε η δυνατότητα παρόμοιας έρευνας. Σε θέματα εκπαίδευσης, η ερευνητική δουλειά του ΚΕΜΟ έχει να κάνει με τις μειονοτικές γλώσσες στην Ελλάδα, με τις προσπάθειες διακίνησης αυτών των γλωσσών και με προβληματισμό γύρω από το αν πρέπει ή όχι να διατηρούνται».

Επικεντρώνοντας στην επικείμενη βιβλιοπαρουσίαση – συζήτηση και τη σημασία του να λαμβάνει χώρα στην Κομοτηνή, ο κ. Μαυρομάτης εκτιμά: «Στην Κομοτηνή είναι πολύ ξεκάθαρο το θέμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην πλειονότητα και τη μειονότητα, ήταν πολύ ξεκάθαρο μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Η διερεύνηση αυτής της σύγκρουσης είναι πολύ σημαντικό ζήτημα, όπως και η εξέλιξή της.

Μέσα από εργασίες ερευνητών και φοιτητών φιγουράρουν συχνά τα βιβλία του ΚΕΜΟ κι αυτό μας κάνει ιδιαίτερα χαρούμενους. Τα μειονοτικά ζητήματα και αυτά της ετερότητας ήταν απαγορευμένα στην έρευνα, γιατί τα κάλυπτε το περίεργο πλαίσιο του εθνικού, με την έννοια ότι κάποια ζητήματα αφορούν την εθνική ασφάλεια».


Οι ερευνητικές εργασίες του ΚΕΜΟ έριξαν φως σε «απαγορευμένα» του παρελθόντος μονοπάτια: «Το βιβλίο της Σεβαστής Τρουμπέτα «Κατασκευάζοντας ταυτότητες για τους μουσουλμάνους της Θράκης. Το παράδειγμα των Πομάκων και των Τσιγγάνων» αναφέρει για πρώτη φορά τι γίνεται στη Θράκη με το θέμα της ταυτότητας. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι οι ατομικές αλλά και οι συλλογικές ταυτότητες είναι προϊόν μιας εργασίας κατασκευής και δεν θα υπάρχουν πάντα. Είναι πιθανό κάποια στιγμή ν’ αλλάξουν μορφή ή να χαθούν και να προκύψουν άλλες στη θέση τους. Αυτό το θεωρητικό μοντέλο δεν εφαρμόζεται στις εθνικές ταυτότητες. Η κ. Τρουμπέτα ασχολείται με ομάδες μέσα στη μειονότητα και διερευνά την κατασκευή της ταυτότητάς τους».

Κ. Τσιτσελίκης:

«Υπάρχει τάση επαναπροσδιορισμού των μειονοτικών δικαιωμάτων»

Ο κ. Τσιτσελίκης ως διοικητικός γραμματέας του ΚΕΜΟ θυμάται τα πρώτα βήματα του ΚΕΜΟ το 1996: «Το ερέθισμα που προκάλεσε τη δημιουργία του ήταν η έλλειψη συγκροτημένης επιστημονικής έρευνας γύρω από το θέμα της μειονοτικής ετερότητας, στην Ελλάδα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Στις θεματικές των εκδηλώσεων του ΚΕΜΟ περιλαμβάνονται η γλώσσα, συγκεκριμένες μειονοτικές ομάδες.

Ο κ. Τσιτσελίκης προσεγγίζει τον όρο «μειονοτικό φαινόμενο»: «Το θέμα μειονότητα είναι αρκετά παρεξηγημένος όρος στην Ελλάδα. Παραπέμπει σε όρους όπως εχθρός, μη Έλληνας και υπάρχει ιστορική εξήγηση από την ύπαρξη του νέου ελληνικού κράτους μέχρι σήμερα. Ένας από τους στόχους μας είναι να διαλύσουμε αυτήν την ιδεολογική παρεξήγηση, βασίζοντας τον λόγο μας σε καθαρά επιστημονικά κριτήρια.

Το φαινόμενο μειονότητα είναι κάτι εξαιρετικά περίπλοκο. Πρέπει να το δούμε σαν ένα χαλί, όπου διαφορετικές ίνες μπορούν να ομαδοποιούνται και να τις ονομάσουμε με τον άλφα ή βήτα τρόπο. Η μειονοτική γλώσσα πολλές φορές συνδέεται με το ζήτημα της ύπαρξης μιας μειονότητας. Μπορεί στη Νότια Ελλάδα να έχουμε τα αρβανίτικα, στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα τα βλάχικα, τα οποία δεν παραπέμπουν σε καθεαυτό μειονοτικές ομάδες, αλλά δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι δεν υπάρχουν και ότι δεν πρόκειται για μειονοτικές γλώσσες».


Η γλώσσα συνδέεται με τον πολιτισμό, άρα με την ιστορία, άρα για κάποιους μεταφράζεται σε εν δυνάμει κίνδυνο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τα Βαλκάνια και οι μειονότητες που τα συνθέτουν.

Ο κ. Τσιτσελίκης τοποθετείται: «Είναι ένας λόγος που δίνει βάρος στην τάση για παρεξήγηση αυτών των εννοιών. Εάν κάποιος κάνει λόγο για διαφοροποίηση μιας ομάδας, σε σχέση με τη γλώσσα ή τη θρησκεία, δημιουργείται η εντύπωση ότι αυτή η ομάδα θα αποσχιστεί, θα προκαλέσει κακό στο κοινωνικό σύνολο.

Είναι θέμα παιδείας ως προς τις μειονότητες. Ελλοχεύει πάντα η ανωτερότητά μας ως προς τους υπόλοιπους».

Για τα πιθανά κενά στη νομοθεσία, την ελληνική, και στις διεθνείς συνθήκες, γύρω από το προσδιορισμό και τα δικαιώματα των μειονοτήτων, ο κ. Τσιτσελίκης απαντά με τη νομική του ιδιότητα: «Τα τελευταία δέκα χρόνια, το θέμα των μειονοτήτων επανήρθε στη διεθνή σκηνή, ακόμη και σε καθαρά νομικό επίπεδο.

Υπάρχει μια τάση επαναπροσδιορισμού και καθορισμού των μειονοτικών δικαιωμάτων, όπως αυτά προσδιορίζονται από τα κράτη που αναλαμβάνουν τις δεσμεύσεις.

Στην Ελλάδα υπάρχει η μουσουλμανική μειονότητα, αναγνωρισμένη από τη Συνθήκη της Λωζάνης, και από την άλλη έχουμε μία πλήρη απάθεια, παραγνώριση οποιασδήποτε έκφρασης ετερότητας.

Το ελληνικό δίκαιο παραγνωρίζει κάθε είδους τέτοια έκφραση. Υπάρχει επίσης η τάση της ομογενοποίησης του Δικαίου στην Ευρώπη. Οι υπάρχουσες διεθνείς συμβάσεις τείνουν να δεσμεύουν όλο και περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη. Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά στην πρόκληση των καιρών να προσχωρήσει σε αυτό το γκρουπ των ευρωπαϊκών κρατών που θα αναγνωρίσουν την ύπαρξη της μειονοτικής ετερότητας.

Η Ελλάδα έχει απλώς υπογράψει τη σύμβαση – πλαίσιο για τις εθνικές μειονότητες. Εδώ βρίσκεται το πολιτικό πρόβλημα μέσα στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, εάν θα βρεθούν οι συσχετισμοί δυνάμεων για να τολμήσουν οι Έλληνες βουλευτές να υιοθετήσουν ένα τέτοιο νομικό κείμενο».


Το πόσο επηρεάζει το ότι η Τουρκία, η Αλβανία, η Π.Γ.Δ.Μ. είναι γείτονες και ενίοτε μεταφράζονται σε εχθρούς δεν έχει να κάνει μόνο με ιδεολογικό υπόβαθρο και ιστορική μνήμη αλλά έχει και πρακτική, πολιτική διάσταση: «Υπάρχει μία ασάφεια, μία υποδηλούμενη απειλή, με την έννοια ότι αναγνωρίζοντας την ύπαρξη ανθρώπων συμπολιτών μας – οι οποίοι όμως διαφοροποιούνται ως προς τη γλώσσα, τη θρησκεία – θα δώσουμε πολιτικά ερείσματα στους γείτονες, οπότε αυτοί θα το εκμεταλλευτούν.

Σε ρεαλιστικό επίπεδο, οι Βόρειοι γείτονές μας δεν μπορούν να στοιχειοθετήσουν ικανό εχθρό ως προς τις εδαφικές διεκδικήσεις. Σε σχέση με την Τουρκία υπάρχει ένα τεράστιο, υπαρκτό πολιτικό πρόβλημα που περνάει και από την μειονότητα της Θράκης, με ένα παράξενο τρόπο, γύρω από το θέμα της αναγνώρισης, εάν είναι τουρκική, μουσουλμανική, το οποίο δεν αγγίζει τα ουσιαστικά προβλήματα».


Ο κ. Τσιτσελίκης διαφοροποιεί τους όρους αυτοπροσδιορισμό και ετεροπροσδιορισμό. «Στην πολιτική και νομική μας κουλτούρα ο αυτοπροσδιορισμός είναι αυτονόητος. Όταν περάσει σε συλλογικό επίπεδο δημιουργεί βραχυκύκλωμα, αν και σε νομικό επίπεδο είναι λυμένο.

Στο ΚΕΜΟ, πιστεύουμε ότι οι παρεξηγήσεις πρέπει να λυθούν μέσα από τη γνώση, η οποία οδηγεί στην αποδοχή της ύπαρξης».


Ο κ. Τσιτσελίκης είναι αισιόδοξος για τη σταδιακή αποδοχή των ερευνών του ΚΕΜΟ. «Υπάρχει άποψη που μεταφέρει ότι όλα αυτά είναι προβληματικά αλλά και άνθρωποι που έχουν ακούσει και προσπαθούν να τα κανοήσουν».

Για τις συνήθεις κατηγορίες που δέχονται μεταφέρει: «Λέγεται ότι παίζουμε το παιχνίδι των εχθρών, των γειτόνων μας, συμβάλλουμε στην αποσταθεροποίηση. Το επιχείρημά τους αυτό διαφοροποιείται σε δύο επίπεδα: ότι το κάνουμε υστερόβουλα, δηλαδή είμαστε σε άμεση επικοινωνία με αυτά τα κέντρα αποφάσεων, ή είμαστε κάποιοι νέοι που δεν έχουμε καταλάβει τα πολιτικά παιχνίδια. Λέγεται επίσης ότι αυτά γίνονται με χρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δημιουργούμε μειονοτικά ζητήματα στην Ελλάδα, η οποία τα έχει λύσει και ότι ποτέ δεν υπήρχαν μειονότητες στην Ελλάδα. Επιπλέον, έχουμε δεχτεί απειλές, αλλά όλα αυτά είναι μέσα στο παιχνίδι. Το περίεργο σε αυτήν την ιστορία είναι ότι οι φασαρίες που έχουν προκληθεί δεν αντιστοιχούν σε καμία αντιπαράθεση επιστημονικού λόγου».

Για την σχέση του ΚΕΜΟ με την Ε.Ε. μεταφέρεται: «Το ΚΕΜΟ είναι πρωτοβουλία λίγων ανθρώπων. Θεσμικά δεν ανήκουμε πουθενά. Είμαστε μια μη κερδοσκοπική αστική εταιρεία, και η δουλειά μας γίνεται σε καθαρά εθελοντική βάση. Δεν υπάρχει πολιτική στέγαση από κανέναν, ούτε στην Ευρώπη ούτε στην Ελλάδα. Μια μόνο φορά χρηματοδοτηθήκαμε με το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών για την υλοποίηση συνεδρίων».

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.