«Στη Γεωργια μας φωναζαν Ελληνες και για την Ελλαδα ειμαστε ενα τιποτα»
«Εκεί στη Γεωργία ήμασταν Έλληνες, μας φώναζαν Έλληνες, και εδώ δεν είμαστε τίποτα για την Ελλάδα, ένα τίποτα είμαστε». Με αυτά τα λόγια εξωτερικεύει την πικρία και την αγανάκτησή της μια 45χρονη παλλινοστήσασα πόντια, που μετά από 21 χρόνια από την επιστροφή της στη μητέρα-πατρίδα, βρίσκεται εδώ και λίγο καιρό υπό την απειλή της αφαίρεσης της ιθαγένειας, τόσο της δικιάς της, όσο και της 22χρονης κόρης της.
Η 45χρονη Ν.Σ. (τα πλήρη στοιχεία της είναι στη διάθεση της εφημερίδας, αλλά για ευνόητους λόγους δε δημοσιεύονται) έχει γεννηθεί στη Γεωργία από Έλληνες γονείς-με ρίζες από την Τραπεζούντα ο πατέρας της και από την Σαμψούντα η μητέρα της- και με πολλούς συγγενείς της που είχαν έρθει στην Ελλάδα μετά από την Συνθήκη της Λωζάνης, το 1923. Το όνειρό της, όπως όλων των ομογενών στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ήταν να επιστρέψει να κάποια στιγμή στην «μητέρα-πατρίδα», κάτι που πήρε «σάρκα και οστά» το έτος 1992, σε ανταπόκριση της σχετικής πρόσκλησης από την ελληνική πολιτεία. Σε ηλικία 24 τότε η Ν.Σ., πήρε το δρόμο για την Ελλάδα, μαζί με τη μητέρα της και την μόλις ενός έτους θυγατέρα της.
Εξαιτίας της τυπολατρίας των αρμοδίων καλείται να αποδείξει την ελληνικότητά της
Ίσως άλλα ονειρευόταν στη διαδρομή, άλλα συνάντησε κατά την άφιξή της. Χρειάστηκαν 6 χρόνια ακόμα για να χαρακτηριστεί παλιννοστήσασα και 3 χρόνια επιπλέον για να πάρει την ελληνική ιθαγένεια. 12 χρόνια μετά και εξαιτίας της τυπολατρικής λειτουργίας των αρμόδιων υπηρεσιών του ελληνικού κράτους, η Ν.Σ. καλείται να μπει σε μια μεγάλη περιπέτεια, που της κοστίζει οικονομικά αλλά κυρίως ψυχολογικά, για να αποδείξει ότι αξίζει να κατέχει την ελληνική υπηκοότητα, τόσο η ίδια, όσο και η νεαρή κόρη της, που όλα αυτά τα χρόνια μεγάλωσε στην Ελλάδα, φοίτησε σε ελληνικό σχολείο, έγινε κοινωνός της ελληνικής παιδείας και σε κάθε περίπτωση ανέπτυξε την προσωπικότητά της την μέσα σε συγκεκριμένο περιβάλλον, παρόμοια με τους συνομηλίκους της που γεννήθηκαν στην Ελλάδα.
Όλα ξεκίνησαν στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς, όταν στο σπίτι της οικογένειας που ζει στη Δράμα, κατέφθασε ένα έγγραφο από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εσωτερικών, που ενημέρωνε πως σε έλεγχο που διενεργήθηκε για πιστοποιητικό γέννησης της μητέρας της 45χρονης και για το πιστοποιητικό γάμου των γονιών της, τα σχετικά στοιχεία δεν κατέστη δυνατό να διασταυρωθούν. Αυτό σήμαινε πως τα συγκεκριμένα δικαιολογητικά κρίνονταν πλαστά από την υπηρεσία και κάτι τέτοιο επέσειε την ποινή της αφαίρεσης της ιθαγένειας της μητέρας. Σα να μην έφτανε αυτό, πριν από λίγες εβδομάδες απεστάλη νέα ειδοποίηση από το Υπουργείο Εσωτερικών, αυτή τη φορά με αποδέκτη τη 45χρονη, όπου ανακοινώνεται η αφαίρεση και της δικής της ιθαγένειας, ως αποτέλεσμα της δυσλειτουργίας με τα χαρτιά της μητέρας της. Η δεύτερη αυτή εξέλιξη βασίζεται, κατά την υπηρεσία, στο ότι η απόφαση απόδοσης της ιθαγένειας στη 45χρονη λάμβανε υπόψιν και το γεγονός ότι είναι κόρη Ελληνίδας. Στη βάση αυτής της λογικής, απειλείται πλέον με αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας και η κόρη της 45χρονης.
Μαραθώνιος για να πεισθούν οι υπηρεσίες για το αυτονόητο
Στο μεσοδιάστημα, ωστόσο, η μητέρα της Ν.Κ. αναγκάστηκε να ταξιδέψει στη Γεωργία προκειμένου να αναζητήσει μια έξοδο από τον λαβύρινθο, που είχε μπει μετά τους σχετικούς ελέγχους της ελληνικών υπηρεσιών. Από τη σχετική έρευνα που έκανε στη Γεωργία ανακάλυψε μετά από περιπέτεια ότι στα επίμαχα πιστοποιητικά της αναγραφόταν λανθασμένη ημερομηνία γέννησης-με απόκλιση ενός χρόνου περίπου. Με την επιστροφή της στη χώρα μας και αφού ενημερώθηκε για το νέο ειδοποιητήριο, που έφτασε στην 45χρονη, ξεκίνησε από κοινού με την κόρη της έναν πραγματικό μαραθώνιο στο στίβο της ελληνικής γραφειοκρατίας, προκειμένου να πείσουν για τα αυτονόητα και να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να εμπλακούν σε μεγαλύτερους μπελάδες.
«Τελικά τόσα χρόνια εγώ πού είμαι;»
Δεν είναι μόνο η οικονομική ζημία, που θα προκαλέσει στις δυο γυναίκες η εν λόγω περιπέτεια, αλλά κυρίως η ψυχοφθόρα διαδικασία, που θα αναγκαστούν να υποστούν, ώσπου να βρουν την άκρη του νήματος. «Τελικά τόσα χρόνια εγώ από πού είμαι; Η μαμά που έχει εδώ τόσο σόι, ποιοι είναι αυτοί;», αναρωτιέται με παράπονο η 45χρονη. «Σε αυτήν την κατάντια μας έχουν φέρει», συνεχίζει, «να πρέπει να αποδείξουμε στην Ελλάδα ότι είμαστε Έλληνες, ότι είναι πατρίδα μας». «Στην Πρώην Σοβιετική Ένωση υπήρχε το διαβατήριο, που έγραφε ότι είμαι Ελληνίδα», συνεχίζει, «υπάρχει το πιστοποιητικό γεννήσεως το δικό μου που γράφει ότι οι γονείς μου είναι Έλληνες. Αλλά αυτά δεν τα αποδέχονται. Μου είπαν απλά ότι δεν είμαι Ελληνίδα. Είναι απογοήτευση που στην ίδια την πατρίδα μας, όπως λέει κι ο Καζαντζίδης στο τραγούδι, είμαστε ξένοι, δε μας λογαριάζουν. Δεν είναι δίκαιο».
Κανείς δεν περισσεύει στην Ελλάδα
Η παραπάνω περίπτωση φυσικά δεν είναι μεμονωμένη, αφού αμέτρητες είναι οι περιπτώσεις Ελλήνων ομογενών από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, που κατά καιρούς βρίσκονται αντιμέτωποι με την ελληνική γραφειοκρατία, την τυπολατρία των υπηρεσιών, την έλλειψη επαρκούς και ουσιαστικού πλαισίου λειτουργίας τους. Άλλωστε, ειδικά για τις περιπτώσεις ομογενών που ήρθαν στην Ελλάδα από τις χώρες του Καυκάσου, σε μια χρονική περίοδο που βρίσκονταν σε εξέλιξη έντονες κοινωνικές αναταραχές και πολιτικές συγκρούσεις, θα περίμενε κανείς πως οι όποιες παρατυπίες ή ελλείψεις διαπιστώνονταν στα δικαιολογητικά, που προσκόμιζαν, θα κρίνονταν με βάση τις ειδικές συνθήκες και τις δυνατότητες των υπηρεσιών έκδοσης στις χώρες προέλευσης τους, και παράλληλα ότι θα δινόταν επαρκή χρονικά περιθώρια για τη διόρθωσή τους. Σε κάθε περίπτωση, κρίνεται επιτακτικός ένας εξορθολογισμός του συστήματος παροχής ιθαγένειας στους παλιννοστούντες, στη βάση μιας σφαιρικής αντιμετώπισης των υπό εξέταση δεδομένων και στοιχείων, που παρέχονται. Τα αρμόδια υπουργεία οφείλουν να ενσκήψουν με μεγαλύτερη ευαισθησία στο συγκεκριμένο ζήτημα, γιατί η ουσία είναι ότι-ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη συγκυρία- δεν μας περισσεύει κανείς στην Ελλάδα. Εκτός αν κανείς πιστεύει το αντίθετο…
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
