Στα παραδοσιακα οβελιστηρια της πολης…
Η ιστορία τους είναι μεγάλη, μια και τα περισσότερα λειτουργούν πάνω από 20 χρόνια. Πρόκειται για τα πρώην οβελιστήρια της πόλης μας και νυν ψησταριές, όπως συνηθίζουμε να τα αποκαλούμε σήμερα.
Ο ΠτΘ βρέθηκε σε δύο από αυτά και είχε την ευκαιρία να μάθει την ιστορία τους, τις όποιες αλλαγές σημειώθηκαν στην πορεία τους και παράλληλα ν΄ ακούσει και τα προβλήματα των ιδιοκτητών τους, οι οποίοι τα καταθέτουν ελπίζοντας ν΄ αλλάξουν κάποια πράγματα που εμποδίζουν τη λειτουργία των καταστημάτων τους. Οι άνθρωποι με τους οποίους μιλήσαμε, ο κ. Μαργαρίτης Ιωάννης και ο κ. Κουμουρίδης Γεώργιος, είναι άνθρωποι ευγενικοί, που χρόνια τώρα παλεύουν, συνεχίζοντας να λειτουργούν τις επιχειρήσεις τους, κυρίως για βιοποριστικούς λόγους, έτσι ώστε να μπορούν να συντηρούν τις οικογένειές τους.
Μας δέχτηκαν με θέρμη και μας μίλησαν χωρίς δισταγμό για κάθε τι που τους απασχολεί.
Αξίζει, λοιπόν, να δούμε τι μας είπαν, γιατί όλοι μας τυχαίνει να τους γνωρίζουμε, αφού όλοι έχουμε γευθεί έστω και για μια φορά τις νοστιμιές τους.
Κουμουρίδης Γεώργιος,
«Παραδοσιακές γεύσεις σε έναν σύγχρονο κόσμο»
Η ψησταριά που έχει στα χέρια του εδώ και 15 χρόνια ο κ.Κουμουρίδης, ξεκινάει την ιστορία της πιο πριν, στα τέλη της δεκαετίας του ΄70, μια και ο ίδιος πήρε αργότερα την επιχείρηση από τον ιδιοκτήτη της. Ο ίδιος δηλώνει πως τα πράγματα ήταν καλύτερα τότε στο ξεκίνημα.
«Τώρα είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα σε σύγκριση με τότε, που ο κόσμος είχε μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια. Γενικά η αγορά είναι νεκρή, δεν έχουμε πολλή δουλειά, σήμερα έχουν αυξηθεί και τα μαγαζιά, έγιναν οι πολυεθνικές εταιρείες και τα μεγάλα καταστήματα».
Οι προτιμήσεις των πελατών δεν έχουν διαφοροποιηθεί τόσα χρόνια και παραμένουν ίδιες.
Οι πελάτες του συγκεκριμένου οβελιστηρίου είναι κυρίως αγρότες, ενώ πολλοί από αυτούς που προτιμούν τις νοστιμιές του είναι οι υπάλληλοι που δουλεύουν στα δικηγορικά γραφεία και από υπαλλήλους της αγροτικής τράπεζας, μια και το μαγαζί του κ.Κουμουρίδη βρίσκεται στην αρχή της λεωφόρου Ηρώων.
Στην ψησταριά του κυριαρχεί το παραδοσιακό σουτζουκάκι, το οποίο δεν είναι τυποποιημένο αλλά δικής του προέλευσης, όπως επίσης σουβλάκι και χωριάτικο λουκάνικο.
«Είναι βέβαια πολλές οι δυσκολίες που έχουμε αλλά παρ΄ όλα τα προβλήματα, χάρη στη στήριξη του κόσμου μπορέσαμε να επιβιώσουμε και να συνεχίσουμε.
Αν αλλάξει ο τρόπος εργασίας των συγχρόνων ανθρώπων, ίσως να ξεπεραστούν τα όποια προβλήματα αντιμετωπίζαμε, όσον αφορά στην λειτουργία των καταστημάτων μας. Πολλοί έχουν χάσει τα λεφτά τους από το χρηματιστήριο, όπως επίσης ο αγροτικός πληθυσμός, που δεν έχει πληρωθεί ακόμη από τα βαμβάκια, στοιχεία που έχουν σημαντικές επιπτώσεις».
Ο κ. Κουμουρίδης, επειδή είναι πολύτεκνος, αναγκάζεται να δουλεύει συγχρόνως και στα χωράφια, κυρίως από ανάγκη.
Τέλος, όσον αναφορά στην επιβολή του φόρου 2% στα μικρά καταστήματα θεωρεί πως «δεν έπρεπε να επιβληθεί, δεν έχουμε χρήματα για να πληρώσουμε, δυσκολευόμαστε, κυρίως εγώ που έχω και πολύτεκνη οικογένεια. Εγώ νομίζω πως αυτό δε συμβαίνει στην υπόλοιπη Ελλάδα παρά μόνο στο Νομό μας».
Ιωάννης Μαργαρίτης,
«Η ποιότητα και η φιλική εξυπηρέτηση μας βοήθησαν να συνεχίσουμε»
H ιστορία του ψητοπωλείου του κ.Μαργαρίτη ξεκινάει στις αρχές της δεκαετίας του ΄70, όταν είχαν εμφανιστεί τα οβελιστήρια, που λειτουργούσαν τότε με σκοπό να εξυπηρετούν τους «όρθιους»,τους ανθρώπους γενικά που βιάζονταν και ήθελαν κάτι στα γρήγορα. Αυτό που βοήθησε στο να παραμείνει τόσο το μαγαζί του κ.Μαργαρίτη, όσο και τα υπόλοιπα του ίδιου κλάδου για τόσα χρόνια, σύμφωνα με τον κ.Μαργαρίτη είναι το γεγονός ότι «οι άνθρωποι που ερχόταν είχαν συνείδηση και ευαισθησία, πρόσεχαν το είδος που κατανάλωναν, με αποτέλεσμα μετά από χρόνια άνθρωποι που επέστρεψαν από το εξωτερικό να ξαναπερνούν από τα παραδοσιακά αυτά οβελιστήρια, για να γευθούν το ίδιο αυτό είδος που αγάπησαν. Είναι ένα είδος προσεγμένο γιατί είναι ντόπιο. Χρησιμοποιούμε εδώ και 38 χρόνια μοσχαρίσιο σουτζουκάκι».
Ο κόσμος έχει δείξει, εδώ και χρόνια, πολλή εμπιστοσύνη στα οβελιστήρια, αφού συχνά ο αγοράζει για να φαει τόσο στο σπίτι, όσο και στη δουλειά του. «Σήμερα πιστεύω ότι εξυπηρετούμε τον σύγχρονο άνθρωπο σε σημαντικό βαθμό με τα μαγαζιά μας, μια και ο κόσμος είναι πλέον υψηλών ταχυτήτων και όλοι πλέον και βιάζονται για να τελειώσουν τις δουλειές τους υπό την πίεση του άγχους», τονίζει ο κ.Μαργαρίτης.
Η επιχείρηση ξεκίνησε με αρνίσιο σουβλάκι, ενώ μετά επιβλήθηκε το χοιρινό, λόγω του μουσουλμανικού στοιχείου που επικρατεί, αφού πολλοί πελάτες προέρχονται και από τον χώρο της μειονότητας.
Όπως επισημαίνει ο κ.Μαργαρίτης, το μυστικό της επιχείρησης που την βοήθησε να κρατηθεί τόσα χρόνια είναι «πάνω από όλα η αγάπη του κόσμου και η ειλικρινής και φιλική εξυπηρέτηση προς τον κόσμο. Εμείς τόσα χρόνια δεθήκαμε μ΄ όλον τον κόσμο, γιατί αισθανόμαστε περισσότερο φίλοι παρά τους βλέπουμε ως πελάτες. Δεν έχουμε κανένα παράπονο εδώ και 38 χρόνια, όπως επίσης δεν έχει καταγγελθεί κάποια δηλητηρίαση, στοιχεία που μας βοήθησαν να συνεχίσουμε».
Η ανταπόκριση, λοιπόν, του κόσμου παραμένει εξίσου μεγάλη, ωστόσο ο κ.Μαργαρίτης δεν διστάζει να εκφράσει και το παράπονό του προς την δημοτική αρχή. «Θα ήθελα, αν μπορέσω, επειδή είναι δημοκρατικότατο και εντιμότατο, αυτό το 2% που μας επέβαλαν, αν πραγματικά θέλουν να το δουν δημοκρατικά και με ευρύ πνεύμα, πρέπει να μας απαλλάξουν όχι εντελώς αλλά τουλάχιστον να μπούμε σε ολα τα καταστήματα με μικρότερο ποσοστό.
Γιατί λοιπόν τα οβελιστήρια, τα snak bak και οι ταβέρνες να πληρώνουν το 2%; Γιατί όχι και τα υπόλοιπα; Γιατί να σηκώνουν το βάρος ελάχιστα καταστήματα; Αυτό, αν το δει ο Δήμος, θα είναι προς όφελός του και θα έχει περισσότερα έσοδα, αλλά όχι μόνο από μερικούς. Είναι άδικο, ανέντιμο και αντιδημοκρατικό».
Ο κ.Μαργαρίτης θεωρεί την παραπάνω επιβολή μια «τεράστια» αδικία ως προς τα μικρά αυτά καταστήματα και πιστεύει ότι το πρόβλημα θα λυθεί μόνο αν τα προεδρεία τους κινηθούν και εισηγηθούν προς την τυπική αυτοδιοίκηση και στην κυβέρνηση. Όπως κρίνει, «αυτοί που έλαβαν αυτή την απόφαση ήταν ανίδεοι ή πρέπει να είναι άλλα μεγάλα συμφέροντα, όπως είναι τα μεγάλα σούπερ – μάρκετ. Γιατί να μην πληρώνουν και εκείνοι ένα 0,5 %; Κάτι άλλο που δεν μπορώ να καταλάβω είναι η σύσταση του οργανισμού ΑΕΠΙ, ο οποίος μας είχε επιβάλλει να πληρώνουμε για την άδεια μουσικών οργάνων. Δηλαδή ένα ραδιόφωνο το θεωρούν μουσικό όργανο.
Θα ήταν καλό, λοιπόν, να το δει η τοπική αυτοδιοίκηση, εγώ δεν το λεω από αντιπάθεια ούτε από συμφέρον αλλά για να τονίσω το γεγονός ότι παρατηρείται αυτή η αδικία ως προς τα δικά μας μόνο επαγγέλματα.
Καλό είναι να το επιβάλλουν σε όλους», σημειώνει και καταλήγει λέγοντας «είναι κρίμα που υπάρχει μια σοσιαλιστική κυβέρνηση και σαν σοσιαλιστική κυβέρνηση θα έπρεπε να δει τους αδύνατους και όχι να ταυτιστεί με τους δυνατούς».
Καλπάνης Μπάμπης
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
