Σπανια στοφα καλλιτεχνη, απο καιρους που δεν ειχαν διαποτιστει απο… υπαλληλικη νοοτροπια

Μέσα από αλήθειες ή μύθους, στερεότυπα ή ουσιαστικά λόγια και πράξεις, διαχωρισμούς ή ενοποιήσεις, το τραγούδι συνεχίζει τον δρόμο του μέσα σε μια τρελή εποχή που τα πάντα δείχνουν να έχουν «μπουκώσει»…

Καλλιτέχνες που διασκευάζουν και τραγουδούν ο ένας τα τραγούδια του άλλου, άνευροι στίχοι και ξεθυμασμένες εμπνεύσεις, διεκπεραιωτικές –σχεδόν… υπαλληλικές- εμφανίσεις βουτηγμένες στην παγίδα της «διασκέδασης», συνθέτουν την μεγαλύτερη επιφάνεια του σκηνικού. Σε μια γωνιά του οποίου κάποιοι κρέμασαν την ταμπέλα «σχολή Θεσσαλονίκης». Κι ίσως ξεπήδησαν πολλοί τραγουδοποιοί απ’ αυτή τη σχολή, λίγοι όμως απέμειναν να τελετουργούν στην άλλοτε κοσμογονική και σήμερα θλιβερά «στεγνή» πόλη.

Δεν πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που ο Ευγένιος Δερμιτάσογλου μαζί με μια δημιουργική παρέα μουσικών κι ερμηνευτών, είχαν στήσει μια από τις καλύτερες μουσικές παραστάσεις που γνώρισε ποτέ η Θεσσαλονίκη. Μαζί με τον άλλοτε ντράμερ των «Ξύλινων Σπαθιών» και τραγουδοποιό Γιάννη Μήτση, τον εδώ και χρόνια ντράμερ του Σωκράτη Μάλαμα Θάνο Μιχαηλίδη, τον Στέλιο Καραβέντζα, τον Παντελή Θεοχαρίδη, τη Δέσποινα Παγιούλα και άλλους. Διονυσιακές βραδιές που χωρίς καμιά υπερβολή, είχαν κάτι από εμφανίσεις του Jim Morrison και των «Doors» και που κατέληγαν σ’ ένα κρεσέντο μουσικής, ποίησης και συναισθημάτων, κάνοντας πολλούς να… παραμιλούν. Σκηνές ατόφιου ροκ (ως τέτοιο δεν λογίζεται μόνο ο εξηλεκτρισμένος ήχος) που ανάβλυζαν από τα βάθη της μουσικής και κρατούσαν το κοινό καθηλωμένο για δύο χρόνια ως τις τρεις το πρωί!…

Τα χρόνια κύλησαν, η «σχολή της Θεσσαλονίκης» είχε από παλιότερα αρχίσει να μεταναστεύει στην αδηφάγο Αθήνα, με τους τελευταίους να τρέχουν ασθμαίνοντας και μόνο… κάτι λίγους να μένουν πίσω. Ανάμεσά τους και ο Ευγένιος Δερμιτάσογλου που δεν σταματά από διάφορα μετερίζια να στήνει σπουδαίες εμφανίσεις, κυρίως μαζί με τον Γιάννη Μήτση. Δεν πάει πολύς καιρός άλλωστε που οι δυο τους εξέπληξαν ευχάριστα και κέρδισαν και το κοινό της Ξάνθης.

Από ποιους δρόμους ήρθε μέχρι εδώ

Ο Ευγένιος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Μάρτιο του 1966 και «μεγάλωσε» (ο ίδιος αρνείται ότι μεγάλωσε) στη Νέα Ζίχνη Σερρών. Αλάνα για παιχνίδι ήταν το μαγαζί του πατέρα του, στη σκηνή του οποίου εναλλασσόταν μουσικά σχήματα, ρεμπέτες, τζαζίστες, λαϊκοί βάρδοι και ροκάδες της εποχής του 1960-70. Από μικρός ξεκίνησε να «ψάχνει» την κιθάρα του, να ανατρέπει κλασικά μουσικά κομμάτια και να προκαλεί τη μήνη του δασκάλου του. Έτσι, βαφτίστηκε αυτοδίδακτος.

Ως έφηβος ξεκίνησε τις πρώτες τυχοδιωτικές βόλτες του στην Ελλάδα, συλλέγοντας εμπειρίες που θα αποτελούσαν αργότερα υλικό για το στιχουργικό και συνθετικό έργο του. Μετά τη στρατιωτική θητεία του εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όπου σπούδασε θεωρία της μουσικής και αρμονία. Παράλληλα, με μια παρέα ανήσυχων μουσικών της πόλης, πειραματίζονταν σε «ηρωικά» στέκια της εποχής παίζοντας Paco de Lucia, Muddy Waters, «Clash», Peter Hammill και δειλά και τις πρώτες του μπαλάντες. Το 1989 συμμετέχει ως κιθαρίστας στο γκρουπ του Μανώλη Φάμελλου «Απέναντι» που αργότερα μετονομάζεται σε «Ποδηλάτες». Το 1991 γίνεται ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος «Ρίσκο» και ένα χρόνο αργότερα κάνει την είσοδό του στη δισκογραφία συμμετέχοντας στη συλλογή «Rock ‘n’ roll Βοήθειες» με το «Στερνό Ταξίδι».

Τον Δεκέμβρη του 1997 κυκλοφορεί επιτέλους ο πρώτος δίσκος του «Κρύσταλλα του νου», με «υποδειγματικό στίχο και έξοχες μπαλάντες» όπως γράφει ο Ντίνος Δηματάτης στην εγκυκλοπαίδεια του ελληνικού ροκ «Get that beat». Τον Φλεβάρη του 2000 κυκλοφορεί ο δεύτερός δίσκος του «Βαρύ φορτίο» με συμμετοχή του Μανώλη Φάμελλου. Το 2003 γράφει μουσική για την ταινία του Βασίλη Μπουντούρη «Πάρτα όλα» και λίγο αργότερα επενδύει μουσικά μια τηλεταινία της Αριάν Κοτς. Στη συνέχεια γράφει μουσική για θεατρικές παραστάσεις, ενώ δεν σταματά να εμφανίζεται σε μουσικές σκηνές της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας και άλλων πόλεων, καθώς και σε συναυλίες. Τον Φλεβάρη του 2006, μαζί με τον Γιάννη Μήτση μετατρέπουν ένα παλιό καφενείο της Θεσσαλονίκης σε καφωδείο και δημιουργούν ένα καινούριο αυθεντικό στέκι, προσκαλώντας μουσικούς, ηθοποιούς, Καραγκιοζοπαίχτες, ποιητές και «καλλιτέχνες της ζωής» να μοιραστούν την τέχνη τους με τον κόσμο.

Το 2006 κυκλοφορεί ο δίσκος «Η αγάπη πάει με κουπιά» σε μουσική του ίδιου, στίχους του εκπληκτικού Θανάση Πλαταμώνα και με ερμηνευτή τον Παντελή Θεοχαρίδη. Και τέλος, στις αρχές του Νοέμβρη κυκλοφόρησε ο τέταρτος προσωπικός δίσκος του «Ράδιο σκούρο ανοιχτό».

«Δημιουργούνται νέοι μουσικοί και γραφιάδες του τραγουδιού»

Ο Ευγένιος Δερμιτάσογλου τραγουδά βιωματικά, σαρκάζει κι αυτοσαρκάζεται, ανατρέπει λέξεις, έννοιες και κατεστημένα και φλέγεται στη σκηνή με τον τρόπο που φλέγονταν κάποιες θρυλικές μορφές του παρελθόντος. Ένα από τα όπλα του και οι στίχοι, που όταν δεν είναι δικοί του είναι του χαρισματικού Θανάση Πλαταμώνα.

Αφήνοντας πίσω τόσα πολλά χρόνια που συνθέτουν τα «παλιά» (και που θα μπορούσαμε να γεμίσουμε πολλές σελίδες μ’ αυτά), ξεκινήσαμε τη συνομιλία μας από τα πρόσφατα: «Στις 8 Νοεμβρίου κυκλοφόρησε ο τέταρτος δίσκος μου που είναι το πρώτο επεισόδιο από μια σειρά τραγουδιών» λέει ο Ευγένιος Δερμιτάσογλου και εξηγεί: «Τον χωρίσαμε στην μέση για να έχει επτά τραγούδια και να πουλιέται επτά ευρώ και ο επόμενος θα κυκλοφορήσει μετά από ένα χρόνο περίπου. Είναι μια δουλειά που έγινε με τους Γιάννη Μήτση, Θανάση Καρυπίδη, Παναγιώτη Εμμανουηλίδη και Θεόφιλο Ματθαίου. Βέβαια συμμετείχαν κι αρκετοί άλλοι μουσικοί, όμως ο πυρήνας ιδεών και ενορχήστρωσης ήταν αυτοί. Πρόκειται για τραγούδια από το 1986 μέχρι το 2008 που τα ξαναείδα απ την αρχή και βέβαια η επάνοδος στη δισκογραφία μετά από δέκα χρόνια.

Όσον αφορά τη δισκογραφία, ο Ευγένιος λέει λακωνικά: «Είμαστε μάλλον απ’ τους προτελευταίους που βγάζουν δίσκους με αυτό τον τρόπο κι όχι μέσω διαδικτύου, καθώς και οι εταιρείες -όσες μείνανε- προσανατολίζονται σιγά-σιγά στο internet. Γι’ αυτό και το άλμπουμ έχει επτά τραγούδια και πουλιέται επτά ευρώ, για να είναι προσιτό σε όλους». Ενδιαφέρον παρουσιάζει η θαρρετή άποψη του συνομιλητή μας για τις μουσικές σκηνές: «Και η… κουτσή Μαρία κάνει live, σε κάθε μπαράκι η καφέ παίζουν γνωστοί-άγνωστοι, γίνεται χαμός. Πολλοί το είδαν αυτό ως μόδα, ότι κάτι κινείται τα τελευταία χρόνια και κάμουν ζωντανές εμφανίσεις χωρίς υποδομές, ωστόσο υπάρχουν και άλλοι που υποστηρίζουν πολύ πιο σωστά αυτή την ιστορία. Όμως το ότι υπάρχει κίνηση είναι καλό, δημιουργούνται νέοι μουσικοί και γραφιάδες του τραγουδιού και απ’ τη ζύμωση αυτή ελπίζω ότι κάτι καλό θα βγει».

«Κάτω απ’ τον πάτο υπάρχει κι άλλος πάτος…»

Ανιχνεύοντας την άποψη του Ευγένιου Δερμιτάσογλου για το σημερινό δύσκολο γενικό πλαίσιο και τη θέση του καλλιτέχνη μέσα σ’ αυτό, μας είπε: «Η θέση του είναι… ανάσκελα ή μπρούμυτα και καμιά φορά στο πλάι… Θέλω να πω ότι είναι περίεργο που δεν μιλάνε οι καλλιτέχνες. Ειδικά αυτή την εποχή, που μπορούν -με όλα τα μέσα που υπάρχουν πια- να μην μένουν άφωνοι. Όχι ντε και καλά να στρατευτούν, αλλά να μιλήσουν… Είναι μια παράξενη εποχή που, όπως λέει και κάποιος φίλος, ιστορικά ίσως να μην μείνει τίποτε απ’ αυτήν στο τραγούδι αλλά και σε άλλες μορφές έκφρασης».

Ο Ευγένιος δεν σταματά εκεί, αλλά ξεφεύγει από τη θέση του καλλιτέχνη και βλέπει το «όλον» λέγοντας: «Το μεγαλύτερο ποσοστό του κόσμου θέλει να ξεχνιέται σε ο,τιδήποτε άλλο, παρά να κάτσει και να σκεφτεί πώς θα επανακτήσει την αληθινή επικοινωνία που χάνεται. Φοβάσαι το πρωί να πεις καλημέρα γιατί μπορεί να σε βρίσουν κατάμουτρα με το βλέμμα τους. Βέβαια, κάτω απ’ τον πάτο υπάρχει κι άλλος πάτος… Και βλέπουμε μια ελληνική κοινωνία μετά από σαράντα χρόνια να μην έχει καταφέρει τίποτα σχεδόν και να ναι γυμνή, χρεωμένη και ρημαγμένη ολοκληρωτικά στο κοινωνικοπολιτικό της σύστημα. Να μην ξέρει τι να κάνει, να μην τολμά να κάνει κάτι με όλες τις παλιότερες δεσμεύσεις και χρεώσεις που δεν τόλμησε ποτέ να πετάξει από πάνω της». Και επιστρέφοντας στους καλλιτέχνες, συμπληρώνει: «Πώς να μιλήσουμε για το τραγούδι όταν δεν έχουμε να φάμε; Και το χειρότερο: μάθανε όλοι, συνθέτες, στιχουργοί, τραγουδιστές και μουσικοί να τα θέλουν όλα δικά τους. Και τώρα πια είναι αργά σε μια τέτοια περίοδο να ‘ρθουν κοντά, μαζί στην ανάγκη και να εργαστούν στα ζόρια…».

Κλείσαμε την κουβέντα μας χαρτογραφώντας τον φετινό χειμώνα του Ευγένιου Δερμιτάσογλου, με δεδομένο ότι κάθε Πέμπτη βρίσκεται στη βάση του (καφωδείο «Ελληνικό») μαζί με τον Γιάννη Μήτση: «Τα Σαββατόβραδα βρισκόμαστε στη “Μυροβόλο”, ενώ ενδιάμεσα κάνουμε κάποιες εμφανίσεις και σε πόλεις της βόρειας Ελλάδας. Τώρα με τον νέο δίσκο θα κατεβούμε στην Αθήνα αλλά και στην Κρήτη, στην κεντρική Ελλάδα, στην Ήπειρο και ελπίζουμε και στη Θράκη… Υπάρχει όμως και μια περίπτωση για μια βόλτα και στην Ευρώπη. Θα δούμε…» λέει ο Ευγένιος, κοιτώντας με το βαθύ αλλά και γελαστό βλέμμα του, έτοιμος πάντα να εκπλήξει, να σαρκάσει και να αυτοσαρκαστεί…

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.