Σπανια περιπτωση συμπτωσης μεγαλης λογοτεχνιας και μοναδικου συγγραφικου ηθους

Ο Δήμος Κομοτηνής, το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κομοτηνής, η εφημερίδα «Παρατηρητής της Θράκης» και το βιβλιοπωλείο «Εκλογή» τίμησαν σε εκδήλωση, που πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή το βράδυ (24/5/2002), στην αίθουσα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ, τον μεγάλο λογοτέχνη και συγγραφέα Μήτσο Αλεξανδρόπουλο.

Για το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου μίλησαν ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος, η συγγραφέας Ρούλα Κακλαμανάκη και ο ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Μανδραγόρας» Κώστας Κρεμμύδας. Την εκδήλωση προλόγισε ο Πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής, αντιδήμαρχος Τάσος Βαβατσικλής.

Στην εκδήλωση παρούσα ήταν και η σύζυγος του συγγραφέα, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και εξαιρετική νεοελληνίστρια κ. Σόνια Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου και η κόρη τους Όλγα.

Αποσπάσματα από το έργο του συγγραφέα διάβασαν οι ηθοποιοί του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Νεκταρία Χουβαρδά, Γιολάντα Μπαλαούρα και Φιλοποίμην Ανδρεάδης.

Σήμερα, αρκετές μέρες μετά, ο «Παρατηρητής της Θράκης», έχει τη δυνατότητα με το παρόν ένθετο να φιλοξενήσει τις σπουδαίες εισηγήσεις των προσκεκλημένων στην εκδήλωση ποιητών Ρούλας Κακλαμανάκη, Γιώργου Μαρκόπουλου και Κώστα Κρεμμύδα, όπως και την εισαγωγική, στην εκδήλωση, ομιλία του αντιδημάρχου Τάσου Βαβατισκλή, όπως ακούστηκαν στην εκδήλωση.

Μια εκδήλωση, στην οποία άξιοι άνθρωποι των γραμμάτων μας, και σπάνιου, στις μέρες μας, ήθους κατέθεσαν με σεμνότητα, σημαντικά κείμενα-απόροια συστηματικής ενασχόλησης και αποτέλεσμα προσπάθειας μέχρι βάθους κατανόησης του έργου του Μ.Αλεξανδρόπουλου. Κείμενα που ανέδειξαν και φώτισαν με ποιητική ευαισθησία αποχρώσεις της γραφής και συνισταμένες του έργου του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, με ιδιαίτερη έμφαση στα κείμενα του επαναπατρισμού, στις συλλογές διηγημάτων του και στο τελευταίο του μυθιστόρημα με τίτλο «Αυτά που μένουν».

Μια βραδιά στην οποία ομιλητές και ακροατές απότισαν, ο καθείς με τις δυνάμεις του, τιμή και σεβασμό προς έναν μεγάλο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, μετρώντας σοφά τις λέξεις που επιχειρούσαν να διαβάσουν αποσπάσματα από ένα έργο, του οποίου οι αρετές θα κρατήσουν, για χρόνια, τους ειδικούς προσηλωμένους στις σελίδες του και τους αναγνώστες, όποτε κι όταν «τα σκοτάδια πυκνώνουν», να έχουν να λένε για τους ανθρώπους, που έργο και ζωή, έγιναν ένα.

Όχι, για τίποτ’ άλλο, αλλά γιατί στη ζωή πάντοτε δύο – τρία πράγματα θ αξίζει να μένουν. «Αυτά που μένουν».

Υ.Γ. Το κείμενο της κ. Κακλαμανάκη στηρίχτηκε στην απομαγνηστοφώνηση της ομιλίας της.

Αναστάσιος Βαβατσικλής, Πρόεδρος ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής:

«Τιμούμε σήμερα τον Μ.Α. ένα πραγματικό γίγαντα της νεώτερης πνευματικής ζωής της χώρας»

Το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κομοτηνής σε συνεργασία με την Δημοτική Αρχή της πόλης, την τοπική καθημερινή εφημερίδα «Παρατηρητής» και το βιβλιοπωλείο «Εκλογή», τιμά σήμερα έναν πραγματικό γίγαντα της νεώτερης πνευματικής ζωής της χώρας μας, έναν μεγάλο λογοτέχνη – συγγραφέα: Τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο και το τεράστιο, σε βάθος και έκταση, έργο του.

Ήταν καιρός πια να αναληφθεί κάποια μεστή πρωτοβουλία που θα έφερνε σε επαφή με το πνευματικό κοινό αλλά και όλους τους προοδευτικούς δημότες και πολίτες της περιοχής μας, λογοτεχνικά έργα αλλά και ιστορικές διηγήσεις και ντοκουμέντα πνευματικών εργατών που μόχθησαν για την πνευματική προκοπή του Λαού, ιδίως στα πέτρινα και οδυνηρά χρόνια της εμφύλιας σύγκρουσης, αλλά και πρωτύτερα, στα ένδοξα χρόνια της Αντίστασης. Πνευματικών μαχητών, που βίωσαν τις τραυματικές εμπειρίες του διωγμού και της αναγκαστικής καταφυγής στην αυτοεξορία, σε χώρες του τότε Ανατολικού μπλοκ, και επαναπατρίστηκαν μετά την μεταπολίτευση στην Πατρίδα. Πνευματικών αγωνιστών που αναδείχθηκαν σε θαυμαστούς συγγραφείς και διανοητές με σπάνιο πολιτικό και κοινωνικό ήθος, με σεμνότητα και με συλλογική ενατένιση της Μνήμης, της ιστορίας, της ποίησης, της πεζογραφίας, της κοινωνίας.

Η πρωτοβουλία μας αυτή έχει περικλείσει μέχρι τώρα τις μορφές και το έργο του Τίτου Πατρίκιου, του Φώτη Αγγουλέ, του Νικηφόρου Βρεττάκου. Σήμερα τιμούμε τη μορφή, το έργο και την προσφορά στα ελληνικά γράμματα αλλά και στον λαό, του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, που τιμήθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο με το Κρατικό Βραβείο λογοτεχνίας, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ως αναγνώριση της προσφοράς του από την Πολιτεία.

Θα ακολουθήσουν σίγουρα οι μορφές και το έργο του Δημήτρη Χατζή, του Μέμου Μακρή, της Έλλης Αλεξίου, της Φούλας Χατζηδάκη, του Λάμπη Ράππα και άλλων επώνυμων και ανώνυμων συγγραφέων, λογοτεχνών και καλλλιτεχνών. Θεωρούμε ότι ήταν χρέος μας προς τη νέα γενιά να βγάλουμε από το χαράκωμα της άγνοιας και του επιβλημένου «από τα πάνω» εγκλωβισμού, παραγκωνισμού και παραγνώρισης, τις μορφές και την πνευματική προσφορά τους, που ήταν θαμμένη εδώ και 53 περίπου χρόνια. Όταν μάλιστα πρόκειται για τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο που έζησε μέσα στην κατοχή που αγωνίστηκε ως ένοπλος μαχητής για την ελευθερία σε πόλεις και βουνά, που στρατεύτηκε αργότερα, και που πάνω στον σπαραγμό του εμφύλιου βρέθηκε στην μάχη της Μουργκάνας, αποφάσισε και πέρασε με τους λαϊκούς μαχητές, τραυματίστηκε, νοσηλεύτηκε στα Τίρανα, ξαναμπήκε στο ελληνικό έδαφος, πολέμησε στον Γράμμο και μετά την πτώση και την ήττα βρέθηκε διαδοχικά στην Ρουμανία, σε πόλεις της Σοβιετικής Ένωσης, στην Τασκένδη και την Μόσχα, για να επαναπατριστεί το 1975, τότε το χρέος είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Εκεί, στο μεσοδιάστημα της αναγκαστικής εξορίας έγινε το θαύμα. Ο Αλεξανδρόπουλος επιδόθηκε με ζήλο στην υπηρέτηση των ελληνικών γραμμάτων, ενώ αφιερώθηκε συστηματικά στην εκμάθηση της Ρωσικής γλώσσας, της Ρωσικής τέχνης, της Ρωσικής Λογοτεχνίας και της Ρωσικής Ψυχής. Τότε άρχισε και η αναμέτρησή του με τα τεράστια κοινωνικά θέματα της περιόδου εκείνης που ακόμα συντηρούνται μέχρι τις ημέρες μας.

Η επίσημη όμως νεοελληνική κουλτούρα τον αγνόησε μια ολόκληρη πεντηκονταετία. Κυρίως, για λόγους ιδεολογικών προκαταλήψεων που προέρχονταν και από την Δεξιά και από την Αριστερά, την δογματική και την ανανεωτική. Γιατί ο Αλεξανδρόπουλος, όπως επισημάνθηκε και σε πρόσφατο τιμητικό αφιέρωμα ελληνικού πνευματικού περιοδικού, ούτε αποδοκιμάζει τίποτα, άκαιρα και υστερόβουλα, από όσα πίστεψε και για όσα αγωνίστηκε, ούτε επιδίδεται σε μεταμέλειες. Όμως ελέγχει. Ελέγχει την παράταξή του αλλά δεν καταδέχεται τον ρόλο του μεταμελημένου. Είναι χαρακτηριστικά όσα γράφει για την μυθοποίηση του Στάλιν. «Με άλλα λόγια – λέει – το ζήτημα δεν ήταν τόσο σ’ εκείνον όσο σε μας. Εμείς τα φτιάξαμε αυτά, περισσότερο εμείς και λιγότερο εκείνος».

Αλλά η προσφορά του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου στην Πατρίδα μας δεν βρίσκεται μόνο στο συγγραφικό του έργο. Στην Μόσχα γνωρίστηκε με στην νεοελληνίστρια Σόνια Ιλίνσκαγια, με την οποία παντρεύτηκε, και η οποία είναι σήμερα καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Η σύζευξη και η συνεργασία τους ήταν σημαντική για την προβολή της Νεοελληνικής λογοτεχνίας σε μια χώρα – την Ρωσία – με την οποία μας συνδέουν παλιοί πνευματικοί δεσμοί.

Η κ. Ιλίνσκαγια – Αλεξανδροπούλου είναι σήμερα κοντά μας. Την τιμούμε και την ευχαριστούμε για την παρουσία της. Τιμούμε επίσης και ευχαριστούμε για την παρουσία τους, στη σημερινή εκδήλωση, τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο, την συγγραφέα Ρούλα Κακλαμανάκη και τον ποιητή και εκδότη του περιοδικού «Μανδραγόρας» Κώστα Κρεμμύδα.

Και τώρα λίγα βιογραφικά λόγια για τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο.

Γεννήθηκε το 1924 στην Αμαλιάδα. Φοίτησε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η κατοχή και ο εμφύλιος καθόρισαν σε πολλά το χρώμα της ζωής του. Από το 1949 που αυτοεξορίστηκε, μέχρι τον επαναπατρισμό του το 1975, έζησε στο εξωτερικό, στις Ανατολικές χώρες.

Έχει γράψει μεγάλο αριθμό βιβλίων.

Επισημαίνουμε: Έξι τόμους διηγημάτων. Έντεκα μυθιστορήματα, πέντε βιογραφικές μυθιστορίες, τρία ταξιδιωτικά αφηγήματα, οκτώ πολιτικές και κοινωνικές μελέτες και δώδεκα μεταφράσεις Ρώσων συγγραφέων, λογοτεχνών και διανοητών.

Ρούλα Κακλαμανάκη, συγγραφέας:

“Το έργο του Μ.Α. επιδρά πάνω μου και με παρασύρει στην κατεύθυνση μιας στάσης ζωής, με ήθος και μαζί γοητεία”

Το συγγραφικό έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, σημαντικό, και ποσοτικά πλούσιο, χαρακτηρίζεται από μια ποικιλία ειδών, μυθιστόρημα, νουβέλα, διήγημα, βιογραφική μυθιστορία, δοκίμιο ταξιδιωτικό και φυσικά μεταφράσεις, επίσης εξαιρετικές. Πριν ξεκινήσω μια προσπάθεια παρουσίασης κάποιων γενικών χαρακτηριστικών και ενός ειδικότερου βιβλίου, θα ήθελα να σας κάνω μια μικρή εντελώς προσωπική εξομολόγηση. Θα ήθελα να σας πω ότι αυτό το έργο με προκαλεί από πολλές πλευρές. Χωρίς καθόλου να είναι διδακτικό μου παρέχει διδάγματα και γνώσεις με έναν εντελώς ιδιαίτερο τρόπο σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο συγγραφικό έργο. Επιδρά πάνω μου και με παρασύρει στην κατεύθυνση μιας στάσης ζωής με ήθος και μαζί γοητεία. Είναι αυτό που ξεκίνησα να λέω, με προκαλεί. Αυτή η ποικιλία των ειδών συγγραφικής ενασχόλησης έρχεται με έναν τρόπο, θα τολμήσω να πω, και συγχωρείστε μου, την βαρύγδουπη λέξη, νομοτελειακά να καλύψει την ποικιλία των προσεγγίσεων που απαιτούνται για την συνολική κατάρτιση, του συγγραφικού αντικειμένου. Ένα αντικείμενο με το βιωματικό κατά κύριο λόγο και συμπληρωματικά αλλά απολύτως αποφασιστικά, με το νοητικό και γνωστικό υλικό του κόσμου, που με σχεδόν ασκητική αφοσίωση ερευνά μέσα από τις ίδιες τις αυθεντικές πηγές του. Οι πηγές αυτές που έχουν να κάνουν με την ιστορία της ανθρωπότητας και με τα προσωπικά βιώματα του συγγραφέα είναι τόσο ισότιμες η μια με την άλλη, και τόσο δημιουργικές, ώστε να παράγουν μια τρίτη πηγή που θα μπορούσα να την ονομάσω φίλτρο της πραγματικότητας. Πρόκειται για μια διαδικασία συνολικής δοκιμασίας όλων των διαστάσεων μιας κατάστασης που παράγει μορφές και λόγο μέσα από τις διεργασίες των τεχνικών που έχει ανακαλύψει ο συγγραφέας κατά την άσκηση του συγγραφικού του έργου, μια διαδικασία αμοιβαίων υπερκαλύψεων τόσο στην ανακάλυψη και εφαρμογή νέων τεχνικών από το χρησιμοποιούμενο υλικό, όσο και στην ανάδειξη του πυρήνα και των προεκτάσεων αυτού του υλικού στα διαχρονικά του στοιχεία, «Σ’ αυτά που μένουν», σύμφωνα και με τον τίτλο του τελευταίου δίτομου μυθιστορήματος, στο οποίο θα αναφερθούν οι άλλοι ομιλητές. Στο έργο αυτό ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος ανακαλεί και συμπυκνώνει τα γεγονότα και τις καταστάσεις που συνθέτουν μια βιογραφία- καθολικό ντοκουμέντο γι’ αυτά που είδε και έζησε, αλλά και σκέφθηκε και έπραξε ο ίδιος και οι άλλοι, ως πρόσωπα ζωντανά και παρόντα στο συγκεκριμένο χρόνο. Μια αναμέτρηση με το χρόνο είναι το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, μια αναζήτηση του πραγματικά υπαρκτού μέσα στο απέραντο χάος της ανυπαρξίας, μια αναζήτηση του τώρα μέσα στο πάντα με τα ανιχνεύσιμα χαρακτηριστικά της ζωής, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα άμεσα καθημερινά προβλήματα, οι ιδέες, χωρίς ιδεολογήματα, οι απόψεις, χωρίς τη νοθεία της επίκαιρης σκοπιμότητάς τους. «Ολόκληρο το έργο μου», λέει ο ίδιος «είναι μια προσπάθεια συνομιλίας με τα πρόσωπα της ιστορίας και μια προσπάθεια να πω τις δικές μου απόψεις, για τα θέματα της ζωής και για τις καταιγίδες που βλέπουμε να έρχονται». Αυτή η προσπάθεια και μαζί οι άπειρες λογοτεχνικές παραλλαγές της είναι που με προκαλούν, όπως και ο πλούτος, το ανεξάντλητο. Ο μεγάλος, ο ατέλειωτος διάλογος της τέχνης όταν αυτή συναντιέται με τη ζωή και τα γεγονότα της ιστορίας μας, με τα απτά ανθρώπινα βιώματα. Και αυτή η πρόκληση με οδηγεί σ’ ένα άλλο βιβλίο που διάβασα πριν είκοσι χρόνια και δεν το ξέχασα χάρη σ’ αυτό το ανεξάντλητο, αυτόν τον πλούτο, αυτόν τον διάλογο, το μυθιστόρημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου «Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό». Εκεί οι ήρωες του, ο Λάμπρος και ο Αντώνης, ο Πύθωνας και οι άλλοι, καθένας με τις δικές του εμπειρίες σε μια άλλη εποχή, από την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, παράλληλα αλλά και αντίθετα, με τα γεγονότα, σε αντίστροφη πορεία επαναλαμβάνουν την ιστορία με φόντο την εμμονή στο ίδιο κατά βάση αιώνιο όνειρο της ελευθερίας. Πάνε και έρχονται μπαίνοντας σε διαδικασίες προσαρμογής ως πρόσφυγες και ως επαναπατριζόμενοι, αλλά και ως καμία φορά αρνούμενοι την επιστροφή. Με την αίσθηση της απουσίας και της απώλειας μόνιμα εγκατεστημένη στη ζωή τους, μαζί με τις πρόσθετες εμπειρίες, τις ευκαιρίες, τα ανοίγματα προς τα έξω και προς τον ίδιο τον εαυτό τους για βαθύτερη ενδοσκόπηση, τα γεγονότα και οι καταστάσεις περνούν μέσα τους με νέες φορτίσεις, που γονιμοποιούν αναλόγως ευσυνείδητες ή και ασυνείδητες διαθέσεις από τον ακτιβισμό ώς τον στοχασμό και παραπέρα μέχρι την καλλιτεχνική ή την λογοτεχνική δημιουργία. Στην περίπτωση του Αλεξανδρόπουλου προβάλλεται μεταξύ άλλων η κριτική των γεγονότων, η αίσθηση απογοήτευσης, αλλά και η εμμονή «Σ’ αυτά που μένουν», η σπουδαιότερη και μεγαλύτερη φράση, όπως το βλέπουμε και αργότερα στο δίτομο έργο του. Και αυτό μαζί με την άλλη εμμονή της άρνησης του συμβιβασμού, του ανυποχώρητου από τον πυρήνα των ιδεών, που βασίζεται στις αιώνιες αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και των αξιών που τη συνθέτουν ή την ακολουθούν. Στο εν λόγω μυθιστόρημα οι αρχές αυτές ενσαρκώνονται στα πρόσωπα των ηρώων του με διαφορετικό τρόπο και με διαφορετικές προτεραιότητες στον καθένα, ανάλογα με την ιδιότητά του, την καλλιέργειά του τις ευαισθησίες του, τις δυνατότητες αντίληψης αλλά και αντοχής. Ανάλογος είναι και ο τρόπος που βιώνει και επεξεργάζεται ο καθένας τα βιώματα που προκαλούν οι καιροί, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά στις προκλήσεις, πλάθοντας το δικό του μικρό και μεγάλο προσωπικό κόσμο, ως όχημα ζωής και δράσης, ως πορεία ύπαρξης, ως ανάγκη δημιουργικής αντίδρασης και συνάμα αυτοκατάφασης.

Δύο κεντρικά πρόσωπα του έργου, δύο ξαδέλφια, ο Αντώνης και ο Λάμπρος, δημιουργούν δύο παράλληλες αφηγηματικές ροές που αλληλοκαθρεφτίζονται και προωθούνται μέσα από ένα συνεχή διάλογο. Ο Αντώνης είναι ο στοχαστικός καλλιτέχνης, ζωγράφος, που ανιχνεύει εικόνες ζωής από τη γύρω του προγραμματικότητα και συνδιαλέγεται με το ίδιο το όραμά του. Λέει σε ένα σημείο «θυμάται ιστορίες εδώ, δικές τους, για κείνους τους άλλους καιρούς, τότε που οι άνθρωποι σμίγαν και χώριζαν, φτερούγιζαν και προς το ηλιοβασίλεμα πέθαιναν μες στις μικρές τους μέρες…».

Ελεύθερος μέσα στην κερδισμένη ωριμότητά του ο συγγραφέας κάνει κάτι δικό του ξορκίζοντας το κακό, χωρίς να το παραβλέπει, χωρίς να το δικαιολογεί, χωρίς να το συγχωρεί, χωρίς να το ανέχεται, αλλά και χωρίς να το αντικαθιστά με άλλο κακό, ξεπλένοντας το στάρι από την ήρα, επιμένει στη σταθερή συνέχεια, φιλοτεχνεί έναν τρούλο, με τους ήρωες του πάνω σε ξύλο. Πραγματικά πρόσωπα, ήρωες, μάρτυρες της καθημερινότητας ενός αγώνα που ήρθε και τους συνάντησε εκεί που ζητούσαν να υπάρξουν, στον κόσμο της αλήθειας για τον ίδιο τους τον εαυτό και για τον κόσμο που ήθελαν. Όπως λέει και ο ίδιος ο Αλεξανδρόπουλος, «αυτό δεν είναι κάτι που μπορείς να μην το κάνεις. Πάρ’ το απόφαση και κάνε το, πασχίζοντας για το καλύτερο». «Αυτοί οι αυτοεξόριστοι και οι άλλοι οι σκοτωμένοι, οι φυλακισμένοι, οι εξαθλιωμένοι, οι περήφανοι», λέει «τον είχαν γυμνό με φτερά και μεγάλα βυζαντινά μάτια. Σπαθάκι κοφτερό στη μέση και το δάχτυλο της σιωπής στα χείλη του, έτσι όπως ήταν αυτό το παιδί, αυτά τα παιδιά. Ατρόμητοι στον πόλεμο, όμως στη ζωή πουλάκια αλάλητα». Μα κι εκείνους με τα διπλά πρόσωπα που παρουσιάζει ο καλλιτέχνης, ήρωας του μυθιστορήματος. «Εσύ θα πας εκεί σε κείνα τα σανίδια τα διπλά», λέει στον Πύθωνα, τον παλιό αξιωματούχο του αγώνα, που τον επισκέπτεται πού και πού και όταν τον προκαλεί του λέει: «Ρε παλιόφιλε, φτιάξε με και μένα σ’ ένα από αυτά τα σανίδια. Δε γίνεται Πύθωνα. Εσύ θα είσαι εκεί σε κείνα τα σανίδια, τα διπλά».

Η μικρή εξουσία, επειδή ήταν άνθρωπος της εξουσίας δεν τον τοποθετούσε στους αγνούς ήρωες, αλλά, του έδινε διπλή υπόσταση. Η μικρή εξουσία ή η άλλη εξουσία του καλλιτέχνη δεν κάνει συμβιβασμούς, δεν υποκύπτει. Αυτή την «εξουσία» άλλωστε δεν οραματίστηκαν όλοι μαζί κάποτε; Και αυτό το όλοι, για τον συγγραφέα, που δεν είναι απλά το προϊόν μιας ιστορικής στιγμής και πολύ περισσότερο ενός δόγματος, παρά ο μοχλός της δουλειάς του, που εκ των πραγμάτων συναντιέται με το χρόνο του και δοκιμάζεται μέσα σ’ αυτόν για να πάει ακόμα πιο πέρα καλύπτοντας ελεύθερα ολόκληρο το βιωματικό του χώρο. Και μέσα σ’ αυτό το χώρο βρίσκεται και ο εκτός των τειχών, του δικού του κόσμου, χαρακτήρας, ο συνομιλητής και ο αντικρυστός του καθρέπτης, ο Λάμπρος.

Ένας αθώος και ανύποπτος των ιστορικών γεγονότων άνθρωπος της καθημερινής δράσης, ικανός για όλα, με τα ελαττώματα και τα προτερήματα της φυλής των ανθρώπων, το ελληνικό φιλότιμο κυρίως, που τον μπερδεύει στα πόδια αυτής της ιστορίας με τις περιπέτειες των πολιτικών προσφύγων του ελληνικού εμφύλιου, της προσφυγιάς, των διαψεύσεων, της επιστροφής ή μη επιστροφής τους μετά την συμφιλίωση. Είναι ένα ευτυχισμένο εύρημα του συγγραφέα να φωτίσει τα δρώμενα μέσα από την πρωτογενώς καθαρή, ελεύθερη ματιά του Λάμπρου, από τις αυθόρμητες, αδέσμευτες, αφτιασίδωτες αντιδράσεις του. Είναι αυτός ο Λάμπρος που θέλει να φέρει τον Αντώνη, τον καλλιτέχνη και ήρωα πίσω στην Ελλάδα. Ο σκοπός αυτός προκύπτει τυχαία σ’ ένα ταξίδι στη Μόσχα και αφού τον βάζει μπροστά, κινεί θεούς και δαίμονες. Μαθαίνει και αυτός τώρα πολλά για την γραφειοκρατία και τα παντός είδους μπλεξίματα από ανθρώπους και ιδέες, από ιστορία. Ξεσκεπάζει πρόσωπα και καταστάσεις, βλέπει σιγά – σιγά τον εαυτό του ν’ αλλάζει, να ωριμάζει, να κρίνει. Λέει σ’ ένα σημείο: «Είναι έπειτα και ένα επαγγελματικό αισθητήριο που αποκτάς εδώ. Αρχίζει να ευνοείς τους ανθρώπους από ορισμένες λεπτομέρειες και αναλόγως φέρεσαι». Ο Λάμπρος είναι αυτός που βαδίζει από την άγνοια προς τη γνώση. Πόσο μακριά θα πάει; Υπάρχουν άραγε περιθώρια να πλησιάσουν ακόμη περισσότερο αυτοί οι δύο κόσμοι; Είναι ένα ερώτημα που δεν τίθεται αλλά υποβόσκει. Πάρα την, εκ των πραγμάτων, φόρτιση λόγω του θέματος που δημιουργεί τον κίνδυνο της διολίσθησης στο να εξαντληθεί σε μια απλή ρεαλιστική ακόμη και νατουραλιστική ανασκόπηση γεγονότων και κρίσεων, η έμπειρη και κλασσικά καλλιεργημένη γραφή του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου κατευθύνει, επιδέξια το υλικό του προς ένα οντολογικό προβληματισμό, υποβάλλοντας τα γεγονότα στη δοκιμασία της αναζήτησης, όχι μόνο των βαθύτερων αιτιών και αλληλοεπιδράσεων, αλλά και των μεταμορφώσεων, που συντελούνται καθώς μεταφέρονται στον κόσμο της τέχνης, όπου και αναβαπτίζονται. Έτσι, το κατ’ αρχήν πρακτικό αυτό όργανο για τον επαναπατρισμό γίνεται όργανο αναζήτησης, ευρύτερων υπαρξιακών καταστάσεων, μέσω μιας δυνατής ρεαλιστικής γραφής εμπλουτισμένης και ανανεωμένης στο πλαίσιο των νεώτερων αισθητικών αξιώσεων, όπως έχουν προβληθεί από τα σύγχρονα καλλιτεχνικά ρεύματα και τους κατά καιρούς πειραματισμούς, αλλά, και εμμένοντας στην εξέλιξη της ίδιας μέσα από την ανταλλαγή της ύλης του πραγματικού και του φανταστικού, της αίσθησης και του στοχασμού που γεννά την μαγεία του λογοτεχνήματος και ανοίγει το δρόμο σ’ ένα διάλογο διαρκείας ερευνώντας και προσεγγίζοντας πτυχές του ανεξάντλητου.

Κάθε ιστορία έχει μέσα της άλλες ιστορίες, μια ατελείωτη γραμμή, γιατί και εμείς δεν είμαστε παρά η σημερινή ποικιλία του είδους. Σου έρχεται λοιπόν από εκεί μέσα άλλη κατεβασιά.

Θα ήθελα εδώ να αναφερθώ και σε κάτι άλλο που έχει πει ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος και δεν είναι γνωστό. Στην παρουσία των βιβλίων με τα οποία ο εκδοτικός οίκος «Ελληνικά Γράμματα» εγκαινίασε τη βιβλιοθήκη Αλεξανδρόπουλου, δηλαδή, τα μυθιστορήματα «Νύχτες και αυγές», τόμοι 2, Α΄ έκδοση 61-63 και «Αυτά που μένουν» επίσηςτόμοι 2, Α΄ έκδοση ’99, καθώς και τη βιογραφική μυθιστορία «Μαγιακόφσκι, Τα εύκολα και τα δύσκολα», έκδοση στο πλαίσιο της βιβλιοθήκης των «Ελληνικών Γραμμάτων» 2000, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος που σχεδόν ποτέ δεν συμμετέχει σε εκδηλώσεις και δεν δίνει συνεντεύξεις, ή αλλιώς σηκώνει το κεφάλι του από τα γραπτά του και τα βιβλία ίσα για να βγει μόνος ή με τη γυναίκα του Σόνια σε μακρινούς περιπάτους, κυρίως λόγω της ευαισθησίας της υγείας του. Παρών, κατ’ εξαίρεση, σε κείνη την παρουσίαση και κληθείς να πει δύο λόγια σημείωσε μεταξύ άλλων τα εξής: «Βγάλαμε αυτά τα βιβλία. Οφείλω να σημειώσω ότι τα «Ελληνικά Γράμματα» πρόλαβαν μια επιθυμία μου που δεν την είχα εκφράσει. Ήθελα τα δύο βιβλία «Νύχτες και Αυγές» και τα «Αυτά που μένουν» να μπορούν να συνυπάρξουν, να ξαναβγαίνανε και τα δύο μαζί στον ίδιο χρόνο. Στο σύνολο των βιβλίων μου έχουν μια θέση, όπως είναι σε μια ιστορία η αρχή και το τέλος. Δεν το λέω με την έννοια πως κάτι άλλο δεν προηγήθηκε και κάτι άλλο δεν θα ακολουθήσει. Εννοώ σ’ ό,τι θέλει και προσπαθεί να πει ένας συγγραφέας της λογοτεχνίας με όλο μαζί το έργο του, είτε λίγα έγραψε, είτε πολλά, δουλεύοντας πάνω σ’ ένα ή περισσότερα είδη στη δουλειά του όλο και ανιχνεύεται, κρίνω εξ ιδίων, ένας άξονας και εκεί συγκλίνουν και τα άλλα βιβλία και σχηματίζεται μια άλλη ιστορία, μια άλλη δεσπόζουσα που σε μένα αρχίζει πράγματι με τις «Νύχτες και Αυγές» και συγκεφαλαιώνεται με το άλλο βιβλίο, να το πω με περισσότερη ακρίβεια, αποσαφηνίζεται και συγκεφαλαιώνεται».

Δύο λέξεις που θέλουν βέβαια και άλλα πολλά για να αναλυθούν.

Γιώργος Μαρκόπουλος, ποιητής:

«Ο Μ.Α. με γραφή αυστηρή και επιβλητική, λεκτική ακρίβεια και δωρική σοβαρότητα υπερασπίζεται τόσο την δόξα της εποποιΐας όσο και το πένθος του χυμένου αίματος»

Τον Δεκέμβριο του 2001, πληροφορηθήκαμε όλοι με την δέου-σα χαρά, την απονομή του Μεγάλου Κρατικού Βραβείου στον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο, για το σύνολο του έργου του.

Και ο λόγος που εγώ προσωπικά ύστερα από αυτό το γεγονός αισθάνομαι την ανάγκη να καταθέσω αυτά τα λίγα λόγια, είναι γιατί κατ’ αυτόν τον τρόπο θέλω να εκφράσω την αγάπη και την εκτίμησή μου απέναντι σε αυτό το πολυδιάστατο έργο που τόσα πολλά προσέθεσε στη σύγχρονη λογοτεχνία μας.

Και είπα «τόσα πολλά» διότι ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, υπηρέτησε με αυταπάρνηση ξεχωριστή και αποτελέσματα που θα τα ζήλευε ο καθείς, όλα σχεδόν τα είδη του γραπτού λόγου:

Το διήγημα, το μυθιστόρημα, το δοκίμιο, τη μετάφραση, το ταξιδιωτικό, αλλά και την παραμελημένη στις μέρες μας αποξεχασμένη «βιογραφική μυθιστορία», είδος στο οποίο άνοιξε, στην κυριολεξία, καινούργιους και με μια δική τους δυναμική δρόμους.

Επειδή όμως ούτε ο χρόνος αλλά ούτε και τα εφόδια που διαθέτω μου επιτρέπουν, ομολογώ, μεγαλύτερα ανοίγματα εδώ, θα περιοριστώ σε δύο από τα είδη που ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος με τόση επιτυχία καλλιέργησε: το διήγημα και το μυθιστόρημα και μάλιστα, για να είμαι ακόμη πιο ακριβής, σε τρία, κυρίως, βιβλία, που αποτελούν άξονες πάνω στους οποίους μπορεί να στηριχθεί όλο το σχετικό έργο του αλλά και που, παράλληλα, αποτελούν σημεία αναφοράς από τα στιβαρότερα και τα πλέον εμπνευσμένα, μέσα στη σύγχρονη γραμματεία μας: τη συλλογή διηγημάτων «Ένατη πληγή» (1986) και τα δίτομα μυθιστορήματα «Νύχτες και αυγές» (1961 – 1963) και «Αυτά που μένουν» (1994).

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, λοιπόν, όσον αφορά το διήγημα, εμφανίστηκε με τη συλλογή του «Αρματωμένα χρόνια» το 1954, η οποία άλλωστε αποτελεί και την πρώτη του εμφάνιση στον χώρο της τέχνης, γενικότερα. Ακολούθησαν οι συλλογές «Μια πρόσφατη Ιστορία» (1962), «Λευκή ακτή» (1966), η πολύ καθοριστική για την όλη πορεία του «Φύλλα φτερά» το 1977, στις σελίδες της οποίας εύκολα διακρίνει κανείς την θεματική πρόοδο του συγγραφέα, όσον αφορά τα εκφραστικά του μέσα αλλά και – κυρίως – την πυκνότητα του κειμένου αλλά και τον απρόσκοπτο ρυθμό, σε συνδυασμό πάντα με μια μοναδικής εντάσεως συναισθηματική φόρτιση η οποία μαγνητίζει από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σελίδα, ακόμη και τον, πιο διαφορετικών αισθητικών αντιλήψεων, αναγνώστη.

Πάντως, αν ο τίτλος της εν λόγω συλλογής μας ειδοποιεί εμμέσως πλην σαφώς για την όχι και τόσο καλή εσωτερική διάθεση του Αλεξανδρόπουλου κατά την περίοδο εκείνη, αφού ήδη από μόνος του μας προϊδεάζει ότι πρέπει να ετοιμαστούμε ώστε να περιμένουμε στις σελίδες της να μας εκτεθούν τα αντιφατικά συναισθήματα μιας ζωής που τινάχτηκε εδώ κι εκεί, στον αέρα – πράγμα που άλλωστε συνέβη – ο τίτλος της επόμενης «Η ενάτη πληγή», κάνει ακριβώς το αντίθετο: έρχεται να μας κατευνάσει την αμεσότητα της έντασης, αφού η όραση τώρα, πλέον, υπεισέρχεται όλο και σε λεπτότερες πτυχές, πιο διαχρονικές, εξετάζοντας μάλιστα τα γεγονότα μέσα από μια διάθεση τρυφερή, έως και αποδοχής ή συγκατάβασης, θα τολμούσα να έλεγα. Και όλα αυτά, εκπεφρασμένα με μια γλώσσα εξόχως δυναμική, ευέλικτη και χυμώδη, με μια γλώσσα η οποία δεν «καταδεικνύει» άμεσα, αλλά υποδηλώνει αυτό που θέλει έμμεσα, διακριτικά, και με εξαιρετική καλλιέπεια, ενώ ταυτοχρόνως δημιουργεί εικόνες και τοπία υψηλής αισθητικής, έτσι καθώς η θεματογραφία εκτείνεται με χαρακτηριστική ευκινησία μέσα στο χώρο και τον χρόνο, ευρισκόμενη μάλιστα πολύ μακριά από τους πεπατημένους τρόπους με τους οποίους μια υπόθεση τόσο σοβαρή – σαν το δράμα εκείνης της γενιάς δηλαδή – αντί να τονισθεί σωστά, λογοτεχνικώς κατακρεουργήθηκε, με την ευκολία που πολλές φορές από άλλους συγγραφείς παρουσιάστηκε.

Ως εκ τούτου, λοιπόν, άνθρωποι ξεριζωμένοι, στην προκειμένη περίπτωση, βαθύτερα ξένοι μεταξύ τους, με αναπάντητα ερωτηματικά – χιλιάδες αναπάντητα ερωτηματικά – να τους διαβρώνουν αργά-αργά τα σωθικά, αλλά και όνειρα, ταπεινά στην ουσία «επίγεια», που δεν εκπληρώθηκαν, να χρωματίζουν κάθε εκδήλωσή τους με την θλίψη και το αδιόρατο (;) εκείνο παράπονο της διάψευσης, δίνουν την ευκαιρία στον Αλεξανδρόπουλο να δημιουργήσει μέσα από τη μελέτη τους, μια από τις πιο κρουστές συλλογές της σύγχρονης διηγηματογραφίας μας. Αστοί ακόμη, προλετάριοι, χωριάτες, επαναστάτες που μόλις τώρα μαθαίνουν, μέσα από τα καινούργια δεδομένα της καθημερινότητας, σιγά-σιγά, και με λάθη, μάλιστα, και αντιφάσεις τρομερές, την πρωτόγνωρη γι’ αυτούς αλφάβητο της νέας τάξης πραγμάτων που επέβαλε ο Σοσιαλισμός, «επιτήδειοι» σαν αυτούς που κάθε φορά από κάθε κατάσταση ξεπηδούν, ναύτες στα λιμάνια, «αντροπαρέες», που υμνούν με τον μεγαλύτερο – λόγω της έλλειψης – σεβασμό, το θήλυ, εμιγκρέδες, κοριτσάκια ορφανά, πανέμορφες παλαιές αρχόντισσες – γιατί η αρχοντιά είναι λάμψη που ποτέ, ακόμη και κάτω από τις πιο δύσκολες συνθήκες δεν σβήνει, γυναίκες μελαγχολικές που πέρασαν από καρδιά σε καρδιά σαν έκθετο εμπόρευμα από χέρι σε χέρι μόνο και μόνο για ένα «απάγκιο», σκληροτράχηλοι τάχα, πλην όμως αγιάτρευτα ευαίσθητοι μοναχικοί πρώην αγωνιστές, που ψάχνουν να βρουν και πάλι την πατρίδα στα «πικρά ραδίκια» της ξενιτιάς, άνθρωποι αποτρόπαια εν γένει, ανεπανόρθωτα σπαραγμένοι, «σημαδεμένοι» στην κυριολεξία, περιπλανόμενοι από την Μόσχα έως την Μαύρη Θάλασσα, από την Κεφαλλονιά, μέχρι την Κριμαία και την Πόλη, τυλιγμένοι μέσα σε μια υφέρπουσα φθορά, πολύ συχνά, σε μια, ενός περίεργου κρυφού μεσοπολέμου μισοερειπωμένη παρακμή, έχοντας περάσει σε φθινόπωρα ζωής, πιο σωστά, θα έλεγα, παρέχουν με τις πράξεις και τις κινήσεις τους στο συγγραφέα ευκαιρίες τις οποίες πράγματι αυτός άγγιξε με άφατη ευαισθησία και προσοχή ιερή, για να μας υπενθυμίσει σαν συμπέρασμα όλων αυτών στο τέλος, ότι πίσω από κάθε φανερή ενέργειά μας, από κάθε νεύμα ή κίνησή μας, δεν κρύβονται παρά μόνον οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες μας, εκείνες ακριβώς που αφήνουν κατά βάθος την ψυχή μας ακάλυπτη και τη μοίρα μας ανεμπόδιστη να μας προ-καθορίζει.

Στο μυθιστόρημα, ο Αλεξανδρόπουλος πέρασε με το «Νύχτες και Αυγές», ενώ ακολούθησαν τα βιβλία «Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού» (1976), «Τα θαύματα έρχονται στην ώρα τους» (επίσης το 1980), το «Μικρό όργανο για τον επαναπατρισμό» και το «Αυτά που μένουν», τέλος.

Αλλά, αφού σας δηλώσω ότι αισθάνομαι άσχημα που δεν θα μπορέσω να σταθώ και εγώ, έστω και για λίγο στο «Μάξιμο» και στο «Μικρό όργανο», βιβλία ιδιαιτέρως σημαντικά, προπάντων όσον αφορά τον «Μάξιμο», ο οποίος άνοιξε άλλους δρόμους στον Αλεξανδρόπουλο σχετικά με την οικουμενικότητα της ματιάς του, την διείσδυσή του πλέον στα βάθη των αιώνων και της ιστορίας αλλά και την θεματική του επίσης, αφού για πρώτη φορά, αν δεν κάνω λάθος, αυτός απομακρύνεται από ό,τι μέχρι εκείνη την στιγμή τον απασχολούσε – τα τεκταινόμενα της ταραγμένης εποχής του δηλαδή – θα ήθελα να σχολιάσω έστω και εν τάχει το «Νύχτες και Αυγές», το έργο δηλαδή που παρουσιάζει με τρόπο μοναδικό αυτά τα «τεκταινόμενα της ταραγμένης εποχής του», που είπαμε, την περίοδο της Κατοχής, την Αντίσταση του ελληνικού λαού αλλά και προοιωνίζεται όσα ακολούθησαν μετά, κατά την τραγική εκείνη περίοδο του Εμφυλίου.

Και πράγματι, ο Αλεξανδρόπουλος εδώ, συμμετέχει και εκθέτει τα γεγονότα μέσα από μια γραφή ιδιαιτέρως αυστηρή, επιβλητική – κύριο χαρακτηριστικό θα έλεγα του βιβλίου – μέσα από μια γλώσσα που γνωρίζει να υπερασπίζεται με την λεκτική της ακρίβεια αλλά και την άκρως δωρική σοβαρότητά της, τόσο την δόξα της εποποιίας όσο και το πένθος του χυμένου αίματος. Γιατί είναι αλήθεια ότι από το ύφος του εδώ μας αφήνει να καταλάβουμε ότι δεν είναι διατεθειμένος να επιτρέψει την όποια χαλάρωση ή τον όποιο πλατυασμό στην έκφραση, πολύ δε περισσότερο, όταν αναλαμβάνει να ιστορήσει πράγματα τόσο σοβαρά και ζοφερά, πράγματα που χάραξαν μέσα στον αιώνα, τόσο ανεξίτηλα την πορεία του τόπου αλλά και της ανθρωπότητας ολόκληρης. Ως εκ τούτου λοιπόν, τόσο στον πρώτο τόμο («Η πολιτεία») όσο και στον δεύτερο («Τα βουνά») αυτός, συνθέτει σελίδα την σελίδα, συμβάν το συμβάν, όσο και αν ο μύθος του φαίνεται απλός, βατός ή και κατακτημένος πια σήμερα ακόμη, την τραγική πορεία μιας αδούλωτης συλλογικής αλλά και ατομικής συνείδησης, χωρίς συναισθηματικά κρεσέντα φυσικά, όπως ήδη τονίσαμε, αλλά με συναίσθηση της ευθύνης του πλήρη και ωριμότητα μοναδική, δείχνοντας μας μάλιστα – και τούτο είναι το μεγάλο κέρδος – τον δρόμο που οφείλει να ακολουθήσει ο κάθε άνθρωπος και κατ’ επέκτασιν ο κάθε λαός σε ανάλογες περιπτώσεις. Δεν είναι τοπιογραφία μιας εποχής, ιστορικό – περιγραφική μόνον κατ’ εμέ, το βιβλίο αυτό του Αλεξανδρόπουλου, θα τόνιζα, όπως επιφανειακά διατρέχοντάς το θα μπορούσε να το εκλάβει κανείς. Είναι παρακαταθήκες, ταυτοχρόνως, ενός ανθρώπου υψηλόφρονος, όπως συνάγεται, γενναίου, με απαράμιλλο πατριωτικό (και επαναστατικό θα συμπλήρωνα) ήθος αλλά και σπάνια λογοτεχνική ηθική (όπως απέδειξαν άλλωστε και τα χρόνια). Και είναι από τα στοιχεία εκείνα, και οι παρακαταθήκες ετούτες, παράλληλα με τις αρετές της γραφής του, που το κάνουν να διαφέρει και να στέκεται πολύ πιο ψηλά από τα άλλα, τα δεκάδες του είδους τους.

Όσο για το «Αυτά που μένουν» το καλύτερο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου δηλαδή, αλλά και ένα από τα πιο σπουδαία της μεταπολεμικής λογοτεχνίας μας, αφού επισημάνω ότι έχει πολλές υπόγειες συγγένειες – όσον αφορά τις αφετηρίες του όμως και όχι την γραφή, επ’ ουδενί, με το προαναφερθέν «Νύχτες και αυγές», μια και εδραιώνεται μέσα μας μετά το πέρας της ανάγνωσης η πεποίθηση και η βεβαιότητα ότι το ένα γράφτηκε για να ανοίξει, και το άλλο για να κλείσει μια περίοδο πολυτάραχη. Βιβλίο μιας αγέρωχης αδάμαστης νεότητας το πρώτο, απόσπασμα μιας νηφαλιότητας και μιας εσωτερικής γλυκύτητας συγκλονιστικής, το δεύτερο, έτσι καθώς εύκολα μπορεί ο ερχόμενος σε επικοινωνία μαζί του να το διακρίνει αυτό, τις στιγμές ακριβώς εκείνες που εντοπίζει τον τρόπο με τον οποίο και τα δύο, βλέπουν το κοινό, όπου αυτό επανεξετάζεται φυσικά – και δεν είναι λίγες οι φορές – γεγονός.

Αλλά τι είναι, άραγε, το έργο αυτό. Όσον αφορά την μορφή του είναι ένα έργο το οποίο μέσα από μια διάθεση αυτοβιογράφησης έντονη, περνάει στην μαρτυρία και, μέσα από την ατομική περιπέτεια, στη συνέχεια, συνθέτει, λες και αυτή είναι ο συμπρωταγωνιστής, μια ανάγλυφη και άκρως γοητευτική τοιχογραφία των τεκταινομένων, μικρών αλλά και μεγάλων ενώ, όσον αφορά την δομή του, είναι ένα βιβλίο που προκαλεί θαυμασμό για το πώς αυτά τα κομματάκια, αυτά, τα μικρά διαμάντια της μνήμης, δέθηκαν με τέτοια μαεστρία και μαστοριά ώστε να αποτελέσουν στο τέλος ένα τόσο αραγές σύνολο, ένα σύνολο που θα έλεγα απερίφραστα ότι αποτελεί άθλο.

Και επειδή δεν θέλω να παρασυρθούμε από συγκεκριμένα πραγματολογικά στοιχεία, όχι γιατί αυτά δεν έχουν την αξία τους, τουναντίον μάλιστα, θα ισχυριζόμουν, ότι αποτελούν την βάση και τον κορμό, επειδή δεν θέλω λοιπόν κάτι τέτοιο, διότι θα περάσουμε σε άλλες συζητήσεις, σε άλλα θέματα, αλλού, επιθυμώ για τούτο να τονίσω ότι το Μυθιστόρημα αυτό του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου – διότι περί συνεκτικότατου μυθιστορήματος τολμηρού και πρωτότυπου πρόκειται – είναι ένα χρονικό το οποίο θάνατοι και πάλι θάνατοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο συντελεσμένοι, το πλημμυρίζουν. Ένα βιβλίο με σελίδες που την ποιητική τους υπέρβαση, επίσης, θα τις ζήλευαν ακόμη και οι πιο σπουδαίοι δημιουργοί του είδους αυτού – οι ποιητές δηλαδή.

Η Αμαλιάδα εκείνης της εποχής, δοσμένη μέσα από σελίδες σπάνιας εκλεκτικότητας και αφηγηματικής καλλιγραφίας, τυλιγμένη την αχλύ του μύθου, της νεότητας και του χρόνου – κυρίως του χρόνου, ο οποίο όπως και στα περισσότερα έργα του Αλεξανδρόπουλου στήνει τα πράγματα στην κανονική τους απόσταση – οι δεκάδες μετακινήσεις πληθυσμών από τα χωριά στην πόλη, τότε, στις δεκαετίες του είκοσι και του τριάντα, όταν το νεοσύστατο κράτος ακόμη διαμορφωνόταν, αδιόρατες, πλην όμως και πολύ ορατές, όλες μαζί ταξιδεύοντας προς το όνειρο, ίδιες με τα σύννεφα στον ουρανό πριν απ’ την καταιγίδα, η μοναξιά του εκπατρισμένου, ας μην ξεχνούμε, η πτώση του Σοσιαλιστικού μοντέλου και τα συνεπακόλουθά της, η επιστροφή στο πατρικό ύστερα από δεκαετίες κατά τον επαναπατρισμό, το πέρασμα της μάνας (στο τέλος του βίου) στα πιο θολά πλέον τοπία της μνήμης, οι σκιές των πεθαμένων, οι κρυφές ενοχές, η περιγραφή προσώπων με τα οποία έζησαν μαζί στα δύσκολα χρόνια της ξενιτιάς (με κορυφαίες, πιστεύω, εκείνες που η αφοπλιστική τρυφερότητα, η αγάπη και ο πάντοτε νωπός, για τον χαμό τους, πόνος, τις πλημμυρίζουν αλλά και οι άλλες, οι γραμμένες κάτω από μια διάθεση λήθης ή συγχώρησης), τα γεγονότα του Γράμμου και του Βίτσι, περασμένα μέσα από μια διάσταση ιδιαιτέρως ανθρώπινη, έτσι καθώς πολλές φορές οι ψυχές γίνονται τόσο «σκιερές» όταν τις «πληγώνουν», τα σύμμεικτα συναισθήματα και η διάθεση παίρνει κάτι από την περίεργη – ακόμη και έμφοβη καμιά φορά – ερημιά του λύκου και, προπάντων, η συγκλονιστική περιγραφή στην αρχή, του θανάτου των σκυλιών (σαν υποσυνείδητα να επέλεξε να περιγράψει τους θανάτους, αυτών των ζώων, γιατί όλες οι ζωές που η μνήμη του ορκίστηκε να διαφυλάξει ίσως να θεωρεί ότι είχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το ίδιο άδικο τέλος με εκείνα ), είναι σίγουρο ότι είναι πράγματα που δεν τα συναντούμε και τόσο εύκολα, για να μην πω ότι τώρα πια, από δω και πέρα στους δύσκολους καιρούς μας, δεν θα τα ξανασυναντήσουμε ποτέ.

Πάντως, ανακεφαλαιώνοντας, θέλω να παραθέσω ακόμη ή και να υπενθυμίσω και τις εξής σκόρπιες, έστω, σκέψεις μου: ότι ο Αλεξανδρόπουλος είναι, χωρίς αμφιβολία, στη σύγχρονη πεζογραφία ο κατ’ εξοχήν εισηγητής αυτού που επεκράτησε να θεωρούμε ως «μικτό λόγο» έτσι καθώς μέσα στα βιβλία του αυτός, δεξιοτέχνης από τους λίγους, ξέρει να συνδυάζει με τον πλέον συναρπαστικό τρόπο τόσες μορφές γραφής, ομογενοποιημένες και άρρηκτα μεταξύ τους συνδεδεμένες, αφού αυτό που τις ενώνει δεν είναι παρά ο πολύ δυνατός εκείνος κρίκος της καθαρής λογοτεχνίας. Και τούτο, θα έλεγα, το κέρδισε, πέρα απ’ το αναμφισβήτητο ταλέντο του το οποίο αποτελεί προϋπόθεση, κατά ένα μεγάλο ποσοστό από το ότι απλώθηκε σε δύο θάλασσες πολιτισμού: στον Ρωσικό και τον Ελληνικό. Και από μια άποψη είναι ευτύχημα, θα ισχυριζόμουν, το ότι η μοίρα – αν και σκληρή- το έφερε έτσι ώστε αυτός να εκφράσει την Οδύσσεια του Ελληνισμού έχοντας γνωρίσει την ιστορία και την λογοτεχνία της ένδοξης αυτής χώρας που λέγεται Ρωσία, διότι μόνο μέσα από αυτό το πάντρεμα τα πράγματα απέδωσαν τους καρπούς που ήδη όλοι γνωρίζουμε. Και είναι όντως, μα την αλήθεια, για να θαυμάζει κανείς, το πώς αυτός μπήκε στο βάθος της σκέψης τόσο ετερόκλητων ανθρώπων: από τον Μάξιμο (συγγενή του, ίσως, όσον αφορά τον ξεριζωμό και των δύο τους από τα πάτρια εδάφη αλλά και όσον αφορά την κοινή υποχρέωσή τους να φυλάξουν την ίδια κιβωτό) καθώς και τον Γκόρκι, τον Τσέχωφ, τον Ντοστογιέφσκι, τον Γκέρτσεν ή τον Μαγιακόβσκι (άτομα που κάπου μέσα τους, κρυφά, υποψιάζομαι, έχουν ως κοινό παρανομαστή τους κάποια από τα στοιχεία εκείνα – άλλοτε φανερά και άλλοτε όχι – που ορίζουν κατά κάποιον τρόπο την έννοια του «κυνηγημένου» ακόμη και από την ίδια τους την ψυχή, για να μην πω, κυρίως. Γι’ αυτό και πίσω από το αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης και το δράμα της γενιάς του, τον καημό του εκπατρισμού, την μόνιμη αγωνία για το γλωσσικό του όργανο, την κάθοδο μέσα από άλλους δρόμους στους κυκεώνες της ιστορίας ή την Αντίσταση – τους βασικούς άξονες του έργου του Αλεξανδρόπουλου δηλαδή, υπάρχει ένα φορτίο βαρύ, με πλήθος υπαρξιακές ανησυχίες, υπάρχει η νηνεμία της σοφίας και η απεραντοσύνη της γνώσης που φέρνει ο χρόνος ο οποίος, σε συνδυασμό, μάλιστα, με την διαρκώς εν εγρηγόρσει ευρισκόμενη μνήμη, ξέρει να ανασύρει ή και να κρατά στην επιφάνεια πράγματα μιας σπάνιας αλληλουχίας, ανεξαρτήτως εποχής, μια και αυτό – ο χρόνος δηλαδή – από το απώτερο πλέον παρελθόν μέχρι το σήμερα παραμένει άτμητος και ακέραιος, εδώ, βασισμένος σε λεπτομέρειες και αξίες αξεπέραστες καθώς είναι, και μαχόμενες πάντα μέσα από το φως να απομακρύνουν το σκοτάδι.

Για τον λόγο τούτο, λοιπόν, ακριβώς, και ο Αλεξανδρόπουλος, μέσα από το πολυδαίδαλο έργο του παλεύει πάντα να ξεδιαλύνει, να εξιχνιάσει και να εντοπίσει αν είναι δυνατόν τα όποια σκοτάδια σκλαβιάς, αν και γνωρίζει πολύ καλά ότι κάθε βήμα προς την κατάκτηση της ελευθερίας γεννάει και καινούργιες, ανεπαίσθητες φυλακές, που ίσως, αν κανείς δεν είναι προικισμένος με εκείνο το δυσβάσταχτο, πλην όμως αείζωον «κάτι» δεν καθίστανται μέσα του ποτέ ορατές.

Κωστας Κρεμμυδας, ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Μανδραγόρας»:

«Διαβάζετε βιβλία σοβαρά, τ΄ άλλα όλα θα σας τα προσκομίσει η ζωή»

“Αυτό το βιβλίο γράφεται με παύλες και στιγμές, όπως ο τηλέγραφος”

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, «Αυτά που μένουν»

Μια φράση του Ντοστογιέφσκι αποθησαυρισμένη από το 2τομο μυθιστόρημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου «Αυτά που μένουν», σελ.1073, γραμμένο μεταξύ των ετών 1985-1992, πρώτη έκδοση 1994 «Δελφίνι», νεώτερη 2000 «Ελληνικά Γράμματα».

Και τελικά τι είναι αυτό που κάνει τον αναγνώστη να παραμένει εκστατικός στην επαφή του με το βιβλίο; Η ικανοποίηση προσωπικών εμμονών, η ψευδαίσθηση της προσωπικής του καλλιέργειας, η ενημέρωσή του για τα όσα πολλά και τρέχοντα διαδραματίζονται στους ραφινάτους λογοτεχνικούς χώρους, όπως τουλάχιστον αξιολογούνται από τους φορείς (και διαμορφωτές) της σύγχρονης αισθητικής και παιδείας μας, ή η ουσιαστική καταλυτική (και κατανυκτική) συνεύρεση με την πραγματική τέχνη; Ενδεχόμενα που μοιάζει δύσκολο να απαντηθούν σε μια κοινωνική αλλά και λογοτεχνική πραγματικότητα, που παρουσιάζει την ευτέλεια ως στυλ, την υποχώρηση της πολιτισμικής μας ταυτότητας, ως εκσυγχρονισμό και την καλλιτεχνική δημιουργία, ως εμπόρευμα που υπόκειται στους νόμους της ελεύθερης αγοράς. Αποτέλεσμα; Η αναγόρευση σε «αριστουργήματα» και η κατά κόρον, ταυτοχρόνως και πανταχόθεν προβολή, προϊόντων περιορισμένης ή και μηδενικής αξίας χρήσης. Η αποτίμηση όχι της καθεαυτό αξίας ενός έργου, αλλά της διεισδυτικής ικανότητας του συγγραφέα στα κέντρα δημοσιότητας, άρα εξουσίας. Η προβολή αντιθέσεων ή αντιπαραθέσεων, όχι επί τη βάσει απόψεων και διαφωνιών στην ουσία της τέχνης, αλλά της σκανδαλιστικής και ερεθιστικής πτυχής που υποκρύπτουν.

Έτσι, αντί να προσεγγίζουμε πολύτιμα έργα, αντί να κατακτάμε το αναγκαίο κριτήριο αξιολόγησης της όντως μεγάλης εκδοτικής παραγωγής, αντί να διευρύνουμε τα όρια της σκέψης, των ιδεών, της γνώσης, της ζωής μας, ασχολούμαστε με τα σχόλια για το διορισμό μιας κρατικής επιτροπής, έστω και λογοτεχνικής, με την κριτική μιας μάλλον αδιάφορης ποιητικής συλλογής, ή με την παρουσίαση ενός ακόμα πονήματος εν ενεργεία ή απόστρατου πολιτικού, από τα χιλιάδες «βιβλία εγκαινίων», ή «βιβλία μιας εκδήλωσης», θα τα χαρακτήριζα, που συγκεντρώνουν κάθε τόσο το ενδιαφέρον των επαγγελματιών της ενημέρωσης και της πολιτικής.

Τα παραπάνω εξηγούν την υποχώρηση ουσιαστικής λογοτεχνικής παραγωγής, την περιορισμένη παιδεία των πολιτών, την απουσία σοβαρών εγχειρημάτων στο χώρο της λογοτεχνίας, το περιορισμένο αγοραστικό ενδιαφέρον, την προσαρμογή πολλών συγγραφέων στους κανόνες της αγοράς και την μετεξέλιξή τους σε στάρ. Πράγμα που αναγκάζει τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο να χαρακτηρίσει «χειρονομία γενναιότητας» την έκδοση των βιβλίων του, αφού όπως λέει «για μια τέτοια απόφαση χρειαζόταν άλλη τοποθέτηση απέναντι στο λογοτεχνικό βιβλίο». Και δεν είναι το είδος του βιβλίου που κάνει επιφυλακτικό το κοινό. Δεν είναι η διογκωμένη μεταπολιτευτικά παραγωγή απομνημονευμάτων και αυτοβιογραφιών που αναφέρονταν σε μια περίοδο αναγκαστικής σιωπής για την αριστερά, όπως βάσιμα, κατά τα άλλα, σημειώνει ο Ζήρας. Με αποτέλεσμα η συσσώρευση αυτοσχέδιων ιστορικών ή η στιγμιαία προαγωγή του επουσιώδους σε ουσιώδες, να δημιουργούν δυσπιστία ως προς τη λογοτεχνική αξία όλων των συναφών αφηγήσεων. Δεν είναι η επιφύλαξη της κριτικής απέναντι στην πρωτοπρόσωπη αναφορά του συγγραφέα, δείγμα μιας γραφής – αν δεχτούμε την άποψη – περιορισμένων πεδίων και απλουστευμένης πλοκής. Το ψυχογράφημα και βιογράφημα, αν μου επιτραπεί ο νεολογισμός, του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου στο δίτομο μυθιστόρημά του «Αυτά που μένουν», δεν είναι μια απλή αποτίμηση, ένας απολογισμός, μια προσωπική εξομολόγηση και απολογία. Είναι ένας πολυπρισματικός ύμνος της αξιοπρέπειας και του μεγαλείου του ανθρώπου. Επομένως ενδιαφέρει, αφορά και εμπνέει ιδιαίτερα σε εποχή όπου οράματα και αξίες βρίσκονται σε λήθαργο. Μια απάντηση στην επιχειρούμενη ύβρι της επανάστασης, της ανατροπής και του ονείρου. Δε σημαίνει εκ των προτέρων αποδοχή των απόψεων και εκτιμήσεων του συγγραφέα. Δεν προϋποθέτει ενιαία οπτική, δεν απαιτεί κοινή πολιτική αντίληψη. Είναι ένα έργο γραμμένο με γνώση, σοβαρότητα, μόχθο, τέχνη. ένα είδος «σφραγίδος δωρεάς» που αναδεικνύει τον άνθρωπο, δικαιώνει την ύπαρξή του και προορίζεται για τον άνθρωπο. Αυτή είναι ακριβώς και η ουσία της λογοτεχνίας. Η χάρη της ανάγνωσης, η εύνοια του βιβλίου. Ως εναλλακτική πρόταση και ως τίτλο της αποψινής εισήγησης, είχα σκεφθεί αρχικά το γνωστό από τα δύσκολα χρόνια τρίπτυχο των πολιτικών κρατουμένων που πιστεύω πως ταιριάζει απόλυτα με την εποχή μας: «τρώγε το φαί σου, αγάπα το κελί σου και διάβαζε πολύ». Μέχρι που συνάντησα στις σελίδες της μυθιστορηματικής αυτοβιογραφίας του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου την προτροπή του Ντοστογιέφσκι σε όλους όσους θέλουν να φτιάξουν κόσμους δικούς τους. Σ’ αυτούς που έχουν την έμπνευση, τη θέληση και τη δύναμη, όπως γράφει ο συγγραφέας, για να καταλήξει: «Στον αγώνα του καθενός βιβλίο και ζωή πάνε μαζί, όπως η πραγματικότητα και η φαντασία, ο ρεαλισμός και το όνειρο».

Οι τρεις τελευταίες λέξεις «φαντασία, ρεαλισμός και όνειρο» επιτρέπουν μια παρένθεση και μια αναφορά στην «Επιθεώρηση Τέχνης» (1954-1967), στις σελίδες της οποίας δημοσιεύεται το διήγημά του «Το Σύννεφο» (τεύχος 99, Μάρτης 1963), με εικονογράφηση της Βάσως Κατράκη. Ήταν το Α΄ βραβείο («Έπαθλο Κορυσχάδες») στο διαγωνισμό Αντιστασιακού Διηγήματος (ψευδώνυμο «Ρενεσιώτης»). Η κριτική επιτροπή (Μ.Αυγέρης, Λ.Ακρίτας, Α.Αργυρίου, Τ.Βουρνάς, Λ.Κουκούλας, Κ.Πορφύρης, Δ.Ραυτόπουλος, Γ.Σαββίδης) χαρακτήρισε το κείμενο «μορφικά άρτιο με εξαίρετη ψυχολογική επεξεργασία του θέματος και αξιοσημείωτη λιτότητα». Προσέθεταν δε κάτι που χαρακτηρίζει έκτοτε το σύνολο του έργου του Αλεξανδρόπουλου: «Εισάγει το θέμα της Αντίστασης (σ.σ. το κάθε του θέμα θα συμπλήρωνα) κατά τον πιο έντεχνο τρόπο, και, κυρίως, σφυρηλατεί γύρω από τον αντιστασιακό αγώνα (σ.σ. και τη διαρκή πάλη του ατόμου) την ομοψυχία των ανθρώπων κατά τρόπο επιβλητικό και αισθητικά δικαιωμένο». Να θυμηθούμε στο σημείο αυτό την παρατήρηση της Έρης Σταυροπούλου: «Τα έργα του τα βλέπει μέσα από μια ανάγκη σημερινή ικανά να εξυπηρετήσουν την ανύψωση του ανθρώπου». (Προτάσεις ανάγνωσης για την πεζογραφία, Σοκόλης 2001). Με αφορμή την αγωνίστρια Παναγιώτα Σταθοπούλου, ο Α. σε λίγες γραμμές υμνεί ακριβώς την υπόσταση του ανθρώπου: «Μα χαίρομαι, χαίρομαι, κάθε φορά που περνώ και βλέπω μπροστά στην πέτρα λουλούδια, φερμένα από ανθρώπους που ξέρουν και δεν ξεχνούν» (Μ.Α. σελ. 675). Στην «Ε.Τ.» και πάλι, διαβάζουμε: «Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος – πρώτο βραβείο 5.000 αθλοθέτης η Μαρία Αλ. Σβώλου – έστειλε από τη Μόσχα όπου παραμένει ως πολιτικός πρόσφυγας, το πιο κάτω τηλεγράφημα: Ευχαριστώ. Είμαι πολύ συγκινημένος. Παρακαλώ χρηματικό ποσόν βραβείου διαθέσετε υπέρ Συλλόγου οικογενειών Πολιτικών Εξορίστων και Φυλακισμένων. Η Ε.Τ. θα εκτελέσει την ευγενική επιθυμία του βραβευμένου».

Το Δεκέμβριο του 1962, ο Αλεξανδρόπουλος μαζί με τους Άρη Αλεξάνδρου, Γ.Σεβαστίκογλου, Πέτρο Ανταίο, συμμετέχει ενεργά στο αφιέρωμα της «Ε.Τ.» στη Σοβιετική Λογοτεχνία. Μαζί τους κι ο Α. Βογιάζος παρουσιάζει τη Σοβιετική ποίηση. Το νήμα της σκέψης μας ανατροφοδοτεί ο λόγος του Αλεξανδρόπουλου κι αυτός με τη σειρά του ενεργοποιεί τις μνήμες και τις σελίδες μιας ιστόρησης που καταλήγει σε ιστορία. Το παζλ συμπληρώνεται τη φορά αυτή στις σελίδες 678-679 του μυθιστορήματός του, με τον συγγραφέα να θυμάται τον σκηνοθέτη, κριτικό κινηματογράφου και πρώτο αεροπειρατή, Αντώνη Βογιάζο. Διαβάζουμε: «Πέθανε ο Βογιάζος, «βογιάρο» τον λέγαμε με τον Αποστόλη, πεθαμένος κι αυτός… Εμείς τον ξέραμε Αντωνάκη, παντού όπου στήσαμε το αντίσκηνο αυτός ήταν ο Βενιαμίν. Τον γνώρισα την άνοιξη του ‘ 49 στο Γράμμο. Αφαιρώ το ’49 από το ’92 μένουν 43, τα βγάζω από τα 60 λαβαίνω 17, τόσο ήταν τότε ο Αντωνάκης, ο πρώτος αεροπειρατής του κόσμου με τρεις – τέσσερους φίλους του από τη Θεσσαλονίκη κι έναν ξυλοσουγιά στο χέρι – αν τον είχαν, ανάγκασαν το αεροπλάνο να προσγειωθεί στη Γιουγκοσλαβία. Μου έκαναν εντύπωση τα τόσα λίγα του χρόνια, το μικρούλικο μπόι του, το βαθύ, σοβαρό, πανέξυπνο βλέμμα του πίσω από χοντρά κρύσταλλα. Επίσης τα λιγοστά του λόγια που του τα έβγαζες με το τσιμπίδι. Έβλεπες αμέσως πως ήταν προικισμένο παιδί, από αυτά που αφήνουν πολύ πίσω την ηλικία τους και το μικρό τους ανάστημα».

Σε καιρούς μεγάλων αλλαγών, κάποτε πτώσης και ευτέλειας, έχουμε τη συστηματική στροφή συγγραφέων στην ιστορία και τον μύθο. Αυτή η τάση δεν δείχνει την ανάγκη φυγής από την πραγματικότητα ή την αποφυγή θεμάτων παρμένων από τη σύγχρονη εποχή, εντάσσεται στην προσπάθεια διερεύνησης και επαναπροσδιορισμού του παρόντος μέσα από το παρελθόν, γράφει η Έρη Σταυροπούλου (ο.π. σελ. 44) ερμηνεύοντας το βιβλίο του Αλεξανδρόπουλου για τον Μάξιμο τον Γραικό, αλλά και τις άλλες «βιογραφικές μυθιστορίες» του, για τους Γκόρκι, Τσέχοφ, Ντοστογιέφσκι, Γκέρτσεν, Μαγιακόφσκι. Από τη μια η ιστορική διάσταση παρούσα σε μια διαδοχή από τη συγχρονία στη διαχρονία, για να συνομιλήσει ο ίδιος και οι αναγνώστες του με τους κορυφαίους συγγραφείς, για να επαναφέρει αξίες και ιδανικά απαραίτητα στη ζωή του ανθρώπου. Από την άλλη η μοναχική, σε πρώτη ανάγνωση, πορεία, μέσω του έργου του. Όπου διαλέγεται δημόσια, διατυπώνοντας με παρρησία τη θέση του, στο όνομα μιας γενιάς που τόλμησε στα λάθη της, αλλά έπραξε: δεν υπέκυψε σε λαϊκισμούς, δεν ενέδωσε ευκολόπιστα σε διακηρύξεις, ενώ αποδείχτηκε ανθεκτική, έστω και στις εμμονές της. Αλλά ο Α. δεν περιορίζεται μονάχα στην ιστορική αναδρομή. Είναι έκδηλο πως στοχεύει στις επόμενες γενιές, δίχως να παραγνωρίζει τις ανυπέρβλητες δυσκολίες του διαλόγου, την απόσταση ανάμεσα στην πράξη του χθες και την αφασία του σήμερα, την εύκολη χλεύη, ως κυρίαρχο συστατικό συγκρότησης της σύγχρονης κοινωνίας μας. Δεν παραβλέπει τη μεταπολιτική μας ατροφία, την ατομοκεντρική συγκρότησή μας, την υποχώρηση κάθε έννοιας συλλογικότητας και αλληλεγγύης. Όμως ελπίζει σε αλλαγή όρων και συσχετισμών, γιατί στο βάθος παραμένει πιστός στις αρχές της κοινής δράσης και της συντροφικότητας. Γι’ αυτό και δε με βρίσκει σύμφωνο η συνόψιση από την Έρη Σταυροπούλου του έργου του «Αυτά που μένουν» ως «Η ατομική περιπέτεια μέσα στην ιστορία». Για τον Αλεξανδρόπουλο ο όρος «ατομικό» υποχωρεί δια βίου υπέρ του συλλογικού, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου οι αναφορές του είναι ιδιωτικές, ή στενά οικογενειακές. Οι περιγραφές του δεν σκιαγραφούν μονάχα τον πατέρα του, τις προσωπικές του περιπέτειες, τους κινδύνους και τις καταδίκες που υπέστη, την περιπλάνησή του, τον αγώνα του. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του αναδεικνύονται σε ήρωες, αντιήρωες, μάρτυρες, αγωνιστές, όλοι οι άνθρωποι. Οι περιπέτειες, τα λάθη, οι παραλείψεις, ο ιδεολογικός και πολιτικός τραγέλαφος, δεν αφορά μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά το σύνολο του ελληνικού κράτους, των πολιτικών της νεώτερης ιστορίας μας. Πιάνεται απλώς από το ατομικό-ειδικό για να οδηγήσει τον αναγνώστη σε γενικότερα συμπεράσματα. Χαρακτηριστικές οι παρακάτω τρεις αναφορές του:

Α)Στην σκιαγράφηση του πατέρα του «μέλος του λαϊκού κόμματος, ορθόδοξος, βασιλόφρων» που μετείχε αντιπροσωπείας από την Αμαλιάδα, προκειμένου να πείσουν τον παντοδύναμο τότε Κονδύλη, ως «παλαίμαχοι βασιλόφρονες» να επαναφέρει το ταχύτερο τον Γεώργιο! Κατέβηκε στον Πειραιά για να υποδεχτεί τον βασιλέα, κρατώντας καμαρωτά τη βαλίτσα του έκτοτε ο Αλεξανδρόπουλος και τ’ αδέλφια του, είχαν ονομάσει περιπαικτικά την άμοιρη βαλίτσα, ο «βασιλεύς Γεώργιος»! Λίγο μετά ο πατέρας του εκτελούσε χρέη δημάρχου, όταν τον έπαυσε ο Μεταξάς το ’36. Το 1948 ο βασιλόφρων κατηγορείται για κομμουνιστής, αφού «και τα τρία του παιδιά είναι συμμορίται. Αποκήρυξέ τα», του λένε. Ενώ στη συνέχεια ο Α. παραθέτει απλώς το αποφυλακιστήριο του πατέρα του από τη Μακρόνησο: «Και να εδώ το απολυτήριό του από τη Μακρόνησο. Το υπογράφει ο διοικητής της φρουράς Σηφάκης. 13 Οκτωβρίου του 1949. Ο πατέρας μου ήταν τότε 61 χρονών», γράφει αφήνοντας τα σχόλια στον αναγνώστη και στην ιστορία.

Β) Στην τριπλή «εκτέλεσή του»: «Ήμουν στη Δευτέρα τάξη όταν με απέβαλαν από το γυμνάσιο δια παντός και απ’ όλα τα γυμνάσια του κράτους. Δέκα χρόνια μετά τον πνευματικό μου θάνατο θα έρθει κι ο φυσικός από το στρατοδικείο Ιωαννίνων, θα εισπράξω καταδίκη εις θάνατον και πάλι με τσόντα: Τρις. Θα περάσουν κι από τούτον το θάνατο άλλα δεκαοχτώ χρόνια κι έρχεται η σειρά του πολιτικού θανάτου, το 1968 μου αφαιρούν και την ιθαγένεια» και πάλι με μια τσόντα: διαγράφεται ως μηδέποτε εγγραφείς. Συρροή παραλογισμών – ύβρις απέναντι στο ανθρώπινο, στο φυσικό και στο θείο. Διαγράφεται ένα πράγμα που δεν το έχουν γράψει ποτέ; Εκτελείται ένας άνθρωπος τρεις φορές; Πέντε – έξι υπογραφές και μια σφραγίδα είναι δυνατόν να αποκλείσουν ένα παιδί από παντού και δια παντός και μάλιστα εν έτει 19411;

Γ)Μοναδική λογοτεχνικά και η ελεγεία του ή η ωδή του, στις βαλίτσες. Σ’ αυτό το σύμβολο εκδίωξης, αναγκαστικής αναχώρησης, αέναης πορείας: «Οι βαλίτσες έπαιξαν τόσο σπουδαίο ρόλο στη ζωή μου. Ακόμα και σήμερα όταν αισθάνομαι ξαφνικά τα χέρια μου ελεύθερα, συνειδητοποιώ το γεγονός σαν κάτι εξαιρετικό, σαν κάτι να μου συνέβη, αμέσως κοιτάζω γύρω, ψάχνω για τη βαλίτσα μου», γράφει (σ. 130) και προσθέτει: «Η ζωή μοιάζει μ’ έναν άνθρωπο κάτω στο μετρό που κρατά από μια βαλίτσα στο κάθε του χέρι. Αγκομαχά, παλαβώνει, αλλάζει γραμμές για να φτάσει το γρηγορότερο σε ποιον άραγε τελευταίο σταθμό; Στο θάνατο, κι όμως τις βαλίτσες δεν εννοεί να τις αφήσει από το χέρι, τις κρατά, τις κουβαλά, τις προσέχει σαν τα μάτια του….» (σ. 132).

Ας επανέλθουμε όμως στο χαρακτηρισμό «Ατομική περιπέτεια», γιατί μας βοηθά να προσεγγίσουμε τις συνισταμένες του συγγραφέα: το ουσιαστικό «περιπέτεια» σημαίνει απρόβλεπτο περιστατικό που ενέχει κινδύνους και ταλαιπωρίες. Αντίθετα στην πορεία του Μ.Α. όλα ήταν προβλέψιμα και συνειδητά: «Πιστεύω πως ο κομμουνισμός, ο μαρξισμός – που δεν τον ξέραμε κι όλας -, εμάς τουλάχιστον, εμένα και τους φίλους μου, δεν θα μας άγγιζε, ή δεν θα μας άγγιζε τόσο, αν δεν δενόταν σε μια υπόσταση, και τόσο συναρπαστικά, τόσο επικίνδυνα, μ’ εκείνη την ακραία ψυχική κατάσταση που αρχίσαμε να ζούμε, με κίνδυνο θανάσιμο και τόσο πραγματικό, που τον βλέπαμε στο κάθε μας βήμα και μας άγγιζε στην κάθε του κίνηση (σ. 175)». Άλλωστε «Η ζωή είναι όλη εκεί, στη μετάβαση».

Ο Αλεξανδρόπουλος, όπως κι οι άλλοι της γενιάς του που ονειρεύτηκαν έναν κόσμο διαφορετικό, είχαν τα κότσια να παρέμβουν στη διαμόρφωσή του. Το αν πέτυχαν ή όχι ανάγεται πλέον στην ιστορία και όπως σωστά σημειώνει ο ίδιος στο οπισθόφυλλο του Β΄ τόμου, δεν κάνει ιστορία και μάλιστα πολιτική, κάνει τέχνη, συνειδητά, στο όνομα του ανθρώπου. Μια τέχνη που διασταυρώνεται πλέον με την ιστορία, αφού συμπλέκεται με τη ζωή. Θέλω να πω ότι ο Αλεξανδρόπουλος αν δεν ήταν καταλυτικά πολιτικό όν δεν θα έκανε τέχνη. Άλλωστε μερικά πράγματα δεν γίνονται, δεν τα κατορθώνει κανείς, «αν δεν ξυπνήσει μέσα του το παιδί – η αφοβία, η κουτουράδα, η άγνοια, η ανευθυνότητα, η αθωότητα και η βαρβαρότητα ακόμα, που ένα παιδί μόνο έχει. Ειδικά στην τέχνη, αλλά και στην πολιτική, σ’ όλες τις δραστηριότητες, η λέξη παιχνίδι είναι στη θέση της με όλη την κυριολεξία, (σ. 669)».

Μέσα στην, περιορισμένης χρήσης, σύγχρονη πεζογραφική μας παραγωγή και την καλλιτεχνική πλαδαρότητα που, σε μεγάλο βαθμό, τη διακρίνει, το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Α., αποτελεί μια από τις πλέον αξιοπρεπείς, ολοκληρωμένες, άρτιες και σοβαρές λογοτεχνικές προσπάθειες, που έχει ανάγκη η εποχή μας. Τηρουμένων των αναλογιών θα έλεγα πως το έργο «Αυτά που μένουν» θα μπορούσε να διαβαστεί σε συστοιχία με το «Κατά Σαδδουκαίων» και ιδιαίτερα τη «Διαθήκη» του Μιχάλη Κατσαρού με το γνωστό μας μότο «Αντισταθείτε», μολονότι απέχουν παρασάγγας οι δύο συγγραφείς και βεβαίως ο Α., δεν θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηριστεί ως «αιρετικός» της αριστεράς. Μαζί με το «Σαν Μυθιστόρημα» του Γιάννη Κιουρτσάκη – ο ένας στην καταγραφή του δημοσίου και ο άλλος στην αποτύπωση του ατομικού, ιδιωτικού – οικογενειακού χώρου – σκιαγραφούν μοναδικά την Ελλάδα του 20ου αιώνα. Μόνο που η πρόταση του Α. βαραίνει σαφώς περισσότερο αφού καταφέρνει να μιλήσει εξ ονόματος όχι απλά μιας γενιάς, αλλά και ενός λαού. Κι ακόμα μέσω του μυθιστορήματός του προσεγγίζουμε, σε μεγάλο βαθμό το πολυδαίδαλο και προκλητικό της Σοβιετικής πολιτικής ιστορίας και της ρωσικής λογοτεχνίας. Άλλωστε το δίπολο Σοβιετική Ένωση – Αμαλιάδα (ισότιμοι γενέθλιοι τόποι) υπήρξε καταλυτικό στη ζωή του, αφού ο συγγραφέας έζησε τα 30 από τα 70 συνολικά χρόνια του Σοβιετικού κράτους, πολλά περισσότερα απ’ όσα στη γενέτειρα Αμαλιάδα. Δικαιολογημένα λοιπόν ο δεύτερος τόμος να βαραίνει περισσότερο προς ένα πολιτικό δοκίμιο ή χρονικό – το χρονικό της φθοράς και της εκπτώσεως του υπαρκτού σοσιαλισμού. μια εκ βαθέων ψυχογραφία των εβδομήντα χρόνων του μαρξισμού στη Ρωσία2. «Τα πράγματα έδειξαν πως σοσιαλισμός και εξουσία δεν πάνε μαζί» (σ. 705), επιλέγει εύστοχα ο Α.

Πολυεπίπεδο, σφιχτοδεμένο παρά τη φαινομενικά ετερόμορφη σχεδίασή του, με μια αφήγηση λιτή, ακριβή και λογοτεχνικά περίτεχνη, το μυθιστόρημα του Α. ξεχυλίζει από ποίηση, τέχνη, πληροφορίες, μνήμες, ιδέες, σκέψεις, όνειρα, έρωτα για την ελευθερία, τον άνθρωπο, τη ζωή. Έτσι από τις σελίδες του βιβλίου ξεπηδούν και ξαναζωντανεύουν ο ταβερνιάρης, που λεγόταν Μπεναρόγιας – ίσως όχι Αβραάμ -, τα λαϊκά τραγούδια, τα βιβλία που πρωτοδιάβασε, τα όσα γλύτωσαν από τις επανειλλημμένες δηώσεις του σπιτιού, ο Παπαδιαμάντης, ο Παλαμάς, ο Καρκαβίτσας. Ο τελευταίος ιδιαίτερα αγαπητός και ως συντοπίτης της μάνας του (γένος Καρκαβέλια από το χωριό Στρούσι, δύο βήματα από τα Λεχαινά3). Έκπληξη, για μας, η αναφορά του στον Εμπειρίκο: «δεν έπαψα να τον παρακολουθώ ακόμα και τις πιο ξαναμμένες μέρες της πολιτικής μας αδιαλλαξίας. Τον αισθάνομαι να ζωντανεύει τέλεια μες στο απαράμιλλο ρωσικό τρελοκομείο των αρχών του αιώνα», μας λέει (σ. 215) και οδηγεί τη σκέψη μας επακόλουθα στον παραλληλισμό των δύο επαναστατών ποιητών Μαγιακόφσκι και Εμπειρίκου.

Ένα μυθιστόρημα σε πρώτο πρόσωπο, εν εγρηγόρσει, που οδηγεί τον αναγνώστη σε διαρκώς νέους ορίζοντες, σε κάθε ανάγνωση. Και δεν είναι συμβατικές οι επισημάνσεις μας, δεν ενέχουν στο ελάχιστο υποχρέωση αβροφροσύνης. Ήταν τύχη να διαβάσουμε το «Αυτά που μένουν» και δικαίως αισθανόμαστε την εύνοια. Είναι ατυχία για την εποχή μας που αφήνει να τις διαφεύγουν ανεκμετάλλευτες τόσο μοναδικές εμπειρίες. Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε πως σε καμμία εκδοχή το μυθιστόρημα του Αλεξανδρόπουλου δεν συνιστά προσπάθεια συγκάλυψης ευθυνών ή ωραιοποίησης λαθών, της πιο τραγικής περιόδου της σύγχρονης ιστορίας μας αφού το βιβλίο αυτό δεν είναι γραμμένο με τον νου μονάχα, αλλά και με την καρδιά, όπως μας λέει ο συγγραφέας: «Στο κάτω κάτω δικά του – του νου – ήταν τα σφάλματα και οι ενοχές. Ενώ η καρδιά δεν μπορεί να νιώσει ένοχη, γιατί δεν είναι. Κι αν πράγματι είναι έτσι, έχουμε ήδη κρατήσει μια μεγάλη ελπίδα. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που κάνει και τη μνήμη να δείχνει μια δική της επιμονή. Να βάζει τέρμα στις σιωπές. Να επιστρέφει και να προσπαθεί ν’ ανασύρει μέσα ακόμα κι από μια καταστροφή, βαθιά κι αναμφισβήτητη, ό,τι για κείνην δεν έχει πεθάνει, δεν πρέπει να πεθάνει». (σ. 530)

1.Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του συγγραφέα θα πρέπει να γεννήθηκε το 1927 (και όχι το 1924). Επίσης δεν πρέπει να επαναπατρίστηκε το 1975, όπως επίσης αναφέρεται στο περιοδικό «Ελίτροχος», (τεύχος 9-10, Άνοιξη 1996), αλλά το 1979, όπως ο ίδιος σημειώνει στη σελίδα 152 και αλλού, του βιβλίου του: «Έτσι ο «Γεώργιος» πρώτος από τις δικές μου βαλίτσες εγκαινίασε την παράδοση των εξαφανίσεων, με πιο εντυπωσιακή απ’ όλες την εντελώς τελευταία σκηνή της επιστροφής στην Ελλάδα, το έτος 1979».

2.Η.Χ.Παπαδημητρακόπουλος, περ. «Ελίτροχος», τχ. 9-10, ο.π.

3.Να τα διαβάζεις μια φορά και να τα θυμάσαι μια ζωή: Ο πατέρας μου – μύρο το κύμα που τον τύλιξε… – Είμαστε άντρες εμείς ό,τι και να ειπής είμαστε άντρες, ήταν άντρες οι παλιοί μας διηγηματογράφοι κι από τους πιο ανατρειωμένους ο ίδιος ο Καρκαβίτσας, θαλασσινός, καμπίσιος, βουνίσιος, όλα μαζί, νεοέλληνας με τα όλα του. (σ. 236).


google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.