Σκουρο Μαυρο σχολιο Σχεδον Λευκο ταξιδι

Ταξίδι στον θαυμαστό κόσμο του θεάτρου με σχόλιο και υπογραφή μαύρου χιούμορ που σοκάρει με τον κυνικό ρεαλισμό και την απίστευτη εναλλαγή ρόλων η φετινή παράσταση της Κεντρικής Σκηνής του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής «Σκούρο Μαύρο Σχεδόν Λευκό», που βασίζεται σε δύο μονόπρακτα του συμπολίτη μας Χρήστου Χαρτοματσίδη. Πήρε πολύ καιρό για να αγαπηθούν τόσο τα δύο μονόπρακτα του συγγραφέα που εκτός των άλλων μικρών θαυμάτων μας χάρισε πέρυσι τον σπαρταριστό «Μπρέγκα» να μας συντροφεύει λυτρωτικά σε διλήμματα και αναπολήσεις της μνήμης στην πρόσφατη ιστορία. 20 χρόνια κάναν καλά τη δουλειά τους, ωρίμασαν σαν το καλό κρασί τα θεατρικά του μονόπρακτα, μέχρι να προταθούν για ενιαία παράσταση στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. από τον δήμαρχο της πόλης μας Τάσο Βαβατσικλή και να σαρκωθούν από τον σκηνοθέτη Ηλία Φραγκάκη, που τα ανέγνωσε με σεβασμό, αγάπη και βαθιά επίγνωση.

Τις ώρες πριν από την πρεμιέρα της παράστασης η ζύμωση είχε πια γίνει, ο κύκλος είχε διαγράψει ακριβώς το μισό. Το βράδυ θα διέγραφε το άλλο μισό για να κλείσει, καθρέφτης στα μάτια του κοινού, που θα κοινωνούσαν το απόσταγμα σκληρής δουλειάς και υπεύθυνης. Οι συντελεστές της παράστασης, μαζί και ο συγγραφέας του «Ασανσέρ» και του «Η έξοδος μετά τις 6 μ.μ. απαγορεύεται», παραχώρησαν συνέντευξη στον ΠτΘ. Για το τι είπε στον καθένα το έργο του Χρήστου Χαρτοματσίδη, για την σοκαριστική αλήθεια που κρύβει η παρωδία του, για στιγμές καλού θεάτρου που τόσο αναζητά η μικρή μας πόλη – και ξέρει να εκτιμά όταν τις βλέπει – για την απελευθέρωση από την εξουσία μέσα από την ίδια εξουσία και ενίοτε την τρέλα, που και αυτή όμως μπορεί να έχει ποικίλες αναγνώσεις.

ΠτΘ: κ. Χαρτοματσίδη, η ορθοδοξία στην γνωριμία με τα δύο δικά σας μονόπρακτα, που ανεβαίνουν ως ενιαία παράσταση, επιβάλλει καταρχήν μια σύντομη αναφορά τόσο στο «Ασανσέρ», όσο και στο «Η έξοδος μετά τις 6 μ.μ. απαγορεύεται», προκειμένου να κατανοήσουμε τι πρόκειται να δούμε στην Κεντρική Σκηνή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής.

Χ.Χ.: Στο «Ασανσέρ», λοιπόν, εγκλωβίζονται μέσα σ’ ένα ασανσέρ τρία άτομα: ένας αναρχικός, που έχει ξεφύγει από μια διαδήλωση για να σωθεί από τα ματ, ένας αστυνομικός, που και εκείνος έχει ξεφύγει γιατί τον έχουν περικυκλώσει οι αναρχικοί και η ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας, στην οποία βρίσκεται το ασανσέρ. Μπαίνουν και οι τρεις στο ασανσέρ, αυτό ξεκινάει, σταματάει το ρεύμα και μένουν οι τρεις τους στο σκοτάδι. Και πια εκεί αρχίζουν και εκτυλίσσονται διάφορα, καθώς όλοι με την σειρά τους προσπαθούν ο ένας να εξουσιάσει τους άλλους.

ΠτΘ: Πρόκειται ακριβώς για ένα παιχνίδι μεταμφίεσης της εξουσίας, ψαξίματος της εξουσίας, το οποίο μας δώσατε τον καιρό που ζούσατε στη Θεσσαλονίκη. Χαρακτηριστικό είναι το τέλος στο «Ασανσέρ», όπου αποσαφηνίζετε το αδιέξοδο της εξουσίας και στον καπιταλισμό που στο μεταξύ ζώντας στη Θεσσαλονίκη προλάβατε να γνωρίσετε, δεδομένου ότι τον σοσιαλισμό τον γνωρίσατε πολύ καλά στο γενέθλιο τόπο. Βάζετε λοιπόν φωνές να αναφωνούν αλληγορικά άλλοτε πως κάπου πρέπει να υπάρχει μια διέξοδος, άλλοτε πως, αν δεν μπορούμε να απεγκλωβιστούμε από το «ασανσέρ», αρκεί να γκρεμίσουμε την πολυκατοικία!

Χ.Χ.: Στην ουσία εναλλάσσονται και στα δύο έργα δύο κοινωνικά μοντέλα. Όταν ο περιθωριακός εξουσιάζει δίνει το δικό του το μοντέλο, όταν τον εξουσιάζουν βγαίνει στην επιφάνεια το άλλο μοντέλο. Και οι φωνές είναι ισοδύναμες στο τέλος. Όση αξία έχει το να γκρεμίσουμε το κτίριο, άλλη τόση αξία έχει και το άλλο. Είναι διαφορετικές προτάσεις, διαφορετικές κατευθύνσεις, δεν υπερισχύει καμία.

ΠτΘ: Γι΄ αυτό είναι και βαθύτατα πολιτικά κείμενα, αλλά και με μια συγχρονία και διαχρονικότητα που ξαφνιάζει. Ίσως επειδή η ίδια η εξουσία έχει πάντοτε επικαιρικές εκφάνσεις;

Χ.Χ.: Ίσως γιατί γυρνάει ο κύκλος και ανακυκλώνονται τα γεγονότα που έχουν συμβεί και πριν.

ΠτΘ: Αναφορικά με το δεύτερο μονόπρακτο, εστιάζετε και πάλι στο μοτίβο της εξουσίας και στο πώς αυτό μεταλαμπαδεύεται. Ποιος είναι ο χώρος και τα πρόσωπα που παρουσιάζονται και εκτυλίσσουν την υπόθεση, που θέλει τον εξουσιαστή να εξουσιάζεται και τούμπαλιν;

Χ.Χ.: Ο χώρος στο «Η έξοδος μετά τις 6 μ.μ. απαγορεύεται» είναι ένα ψυχιατρείο, όπου αποφασίζει ο θυρωρός, χάριν μιας φάρσας, μαζί με μια νοσηλεύτρια, να κάνουν πως δεν γνωρίζουν έναν καινούριο γιατρό που θέλει να βγει από το ψυχιατρείο και επιχειρούν να τον κρατήσουν μέσα σαν ασθενή. Και εδώ πάλι υφαίνεται η ίδια ιστορία, εναλλάσσονται δύο μοντέλα. Το ένα, που ήδη υπάρχει, αυτό του ίδιου του ψυχιατρείου, και το άλλο, που επιβάλλει μετά το πρώην θύμα, ο γιατρός που τον κρατάνε έγκλειστο. Το φινάλε στην παράσταση, βέβαια, είναι διαφορετικό και όχι όπως στο βιβλίο, το έχω αλλάξει.

ΠτΘ: κ. Φραγκάκη, τι χάρισαν σ΄ εσάς αυτά τα μονόπρακτα, πόσο σας προβλημάτισαν, πόσο τα αγαπήσατε και πώς τα διαβάσατε σκηνικά και άλλως;

Η.Φ.: Εγώ θα σας μιλήσω για τη χαρά που μου χάρισε η γνωριμία μου με το Χρήστο Χαρτοματσίδη. Καταρχήν, από την επαφή μου με το κείμενο και στη συνέχεια προσωπικά, θεωρώ ότι είναι ένας άνθρωπος σπάνιας ευγένειας και γοητείας και προσωπικά θα έλεγα ένα αινιγματικό χαμόγελο, που όμως πηγάζει μέσα από μια βαθιά αίσθηση σεμνότητας. Τέτοια σεμνότητα είναι σπάνια για έναν άνθρωπο, να μιλάει αφήνοντας τις σιωπές να μιλήσουν γι’ αυτόν. Όσον αφορά στα κείμενα, είναι εξαιρετικά. Πιστεύω και ότι ο ίδιος ο Χρήστος στο πέρασμα του χρόνου τα εξέλιξε, τα τροποποίησε, δείχνει ότι είναι ζωντανά και φωνάζουν για κάποια πράγματα.

Πρέπει να σας πω ότι το πρώτο επίπεδο είναι κωμωδία. Κωμωδία, όπως την εννοεί ο Τσέχωφ, όχι η κωμωδία η τηλεοπτική, η τρικάμερη, όπου όλοι ουρλιάζουν άνευ λόγου και αιτίας. Πρόκειται για ουσιαστική κωμωδία. Είναι δηλαδή ένας σαρκασμός, ένας πολύ σκληρός καγχασμός απέναντι σ’ όλο αυτό το παιχνίδι της εξουσίας, όπου, όπως είπε και ο Χρήστος, έχουμε δύο περιπτώσεις εγκλεισμού. Στην μια περίπτωση έχουμε τον εγκλεισμό σ’ ένα ασανσέρ, στην άλλη περίπτωση τον εγκλεισμό σ’ ένα ψυχιατρείο. Κατ’ εμέ είναι έγκλειστοι όλοι εκεί μέσα. Και αυτοί που κάνουν την πλάκα και αυτοί που την δέχονται. Είναι δύο μοντέλα που συγκρούονται, είναι δύο εξουσίες που εναλλάσσονται, είναι θύτες και θύματα που αλλάζουν συνέχεια ρόλους. Είναι και το παιχνίδι του τι κάνει ένας άνθρωπος προκειμένου να επιβιώσει όταν υφίσταται την εξουσία. Κάνει λοιπόν τα πάντα προκειμένου να επιβιώσει. Θα αυτοεξευτελιστεί προκειμένου να επιζήσει και μετά βλέπουμε. Το επίσης ενδιαφέρον στοιχείο, που εγώ διαβάζω πολιτικά πλέον – γιατί αυτά τα κείμενα ήρθαν να με συναντήσουν σε μια φάση της ζωής μου που έχω κάνει την προσωπική μου πολιτική διαδρομή, τις επιλογές μου, την πολιτικοποίησή μου, την ένταξή μου σε κάποιους χώρους και αυτή τη στιγμή θα λέγαμε πως είμαι αριστερός χωρίς Αριστερά – είναι αυτό που καταδεικνύουν τα κείμενα: ότι όποιο από τα δύο μοντέλα και να έρχεται πάνω, ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τα πράγματα η κάθε εξουσία δεν αλλάζει και τόσο πολύ.

ΠτΘ: Εξάλλου, όλοι σε κάποια στιγμή της ζωής μας εισπράξαμε την εξουσία. Θεωρείτε πραγματικά ότι έτσι είναι το μοντέλο της εξουσίας, ότι κάποια στιγμή τα θύματα γίνονται θύτες, ένα παιχνίδι εναλλαγής που πολύ έξυπνα ο Χρήστος Χαρτοματσίδης δίνει; Η εξουσία είναι στ΄ αλήθεια έννοια που αλλοτριώνει τον άνθρωπο;

Η.Φ.: Ο Σαββόπουλος είχε πει σε ανύποπτο χρόνο «τα όνειρά σου μην τα λες γιατί μια μέρα κρύα μπορεί και οι φροϋδιστές να ΄ρθουν στην εξουσία». Δηλαδή πρέπει πραγματικά να φυλάγεσαι. Η εξουσία είναι ένα πράγμα που από μόνη της σημαίνει εξουσιάζω, ασκώ με βίαιο τρόπο μιαν αρχή πάνω σε κάποιον άλλον. Η εξουσία είναι ένα πράγμα καταπιεστικό, ένα πράγμα το οποίο μπορεί να ντύνεται τα καλά του κάποια φορά, τα γλυκά του ρούχα και τα ρούχα του διαλόγου, αλλά δεν παύει να είναι μια μορφή καταπίεσης. Δεν μπορώ να σας αναφέρω κάποιο μοντέλο χωρίς εξουσία και δεν είναι και αυτός ο ρόλος μου ως καλλιτέχνης, όσο κι αν ως άνθρωπος το αναζητώ, αλλά πιστεύω ότι σε κάθε μορφή εξουσίας και όχι μόνο στην κρατική οργάνωση, αλλά και στις σχέσεις τις διαπροσωπικές, στην καθημερινότητά μας, ασκούμε ή υφιστάμεθα εξουσία.

ΠτΘ: κ. Σαραντόπουλε, να περάσουμε σε σας, που είστε ο σκηνογράφος της παράστασης, με μεγάλη θητεία στο θέατρο. Ποιο είναι το δικό σας στίγμα σε σχέση με τη διαδικασία γέννησης αυτής της παράστασης;

Α.Σ.: Εμείς οι σκηνογράφοι είμαστε και καλλιτέχνες, είμαστε και τεχνικοί και προτιμούμε να μιλάμε μέσα από τα πράγματα στη σκηνή. Όμως δεν θα αποφύγω τον πειρασμό να πω ότι πραγματευόμεθα ένα αριστουργηματικό κείμενο, ένα καταπληκτικό κείμενο, το οποίο είναι σαφέστατο. Αυτό το κείμενο έχει ένα κέλυφος, ένα αισθητικό κέλυφος, έχει τις καταθέσεις μας τις καλλιτεχνικές, φυσικά με βασικό άξονα τον κ. Φραγκάκη, που το έχει δει με αριστουργηματικό τρόπο και στην απόδοσή του και στην τελείωσή του, όμως κάπου έχει μια πορτούλα, ένα παραθυράκι που, αν το ανοίξεις, τα πράγματα είναι πάρα μα πάρα πολύ σαφή. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια κινήθηκα και εγώ και σε ό,τι αφορά την πραγμάτωση την σκηνική. Τα υλικά και τα σχήματα που χρησιμοποίησα ήταν αυτά που έδιναν ένα οριστικό σχήμα, ένα σχήμα εγκλεισμού, το οποίο από τη φύση του μεταφέρεται και σαν υλικό και σαν σχήμα. Είναι ο χώρος του ασανσέρ, που είναι οριστικός, κλεισμένος, από την άλλη όμως είναι διαφανής σε μια διαδικασία αιρέσεως του σχήματος και του υλικού. Είναι κινούμενα τα σκηνικά, είναι μεταβλητά τα σχήματα, τα σχήματα και το υλικό σαν ματιέρα και σαν σχήμα μεταβάλλεται συνεχώς. Έχει μια κίνηση που την βλέπω μέσα από την συλλογιστική εξελικτική διαδικασία της γραφής και της σκηνοθεσίας. Μόνιμο background, φυσικά, είναι κάποια μάτια τα οποία είναι αγωνιώδη, τα οποία είναι χιλιάδες, γιατί έτσι παρουσιάζονται, έτσι αθροίζονται, που κοιτούν με φοβερή αγωνία τα δρώμενα και συμμετέχουν σ’ αυτά.

Η.Φ.: Τα μάτια αυτά είναι ο καθρέπτης, είναι το κοινό, είναι τα δικά μας μάτια που είναι από πίσω και μας κοιτάζουν όλους.

X.X.: Κάποια στιγμή μοιάζουν και με το μάτι του ταύρου από τη «Γκουέρνικα».

ΠτΘ: Εξάλλου, και οι σκηνοθετικές οδηγίες του συγγραφέα στο κείμενο είναι ανοιχτά υλικά, έχουν ρευστότητα και δίνουν την ευκαιρία στο χώρο να μετασχηματιστεί και να απελευθερωθεί. Αποκομίσατε κι εσείς αυτή την αίσθηση;

Α.Σ.: Σαν καταστάλαγμα μπορώ να πω ότι το έργο είναι μια κραυγαλέα καταγγελία κοινωνικής ποδηγέτησης και κοινωνικής χειραφέτησης. Εγώ βλέπω μια τάξη πραγμάτων σε μια ψυχοπαθητική κατάσταση ψυχιατρείου. Ο χώρος καθοδηγεί τα πράγματα με μια αλληλορροή. Κινούμε τα πράγματα, αλλά υπάρχει ένα κέντρο που στο τέλος τα καθοδηγεί. Είναι πολύ βάναυσο αυτό και είναι μια κραυγαλέα καταγγελία. Μέσα από αυτήν την αλληλοδιάχυση και αλληλορροή, του μπάτσου με τον αναρχικό και την κυρία της αστικής τάξης, έχουμε μια οριζοντίωση που τι μας λέει; Μας λέει ότι νομίζουμε πως εξουσιάζουμε καταστάσεις τις οποίες στην πραγματικότητα δεν εξουσιάζουμε, έχουμε μια άμβλυνση των αντιθέσεων και μεταφορά της εξουσίας κάπου αλλού. Πολύ στιγμιαία έχουμε την κατοχή της εξουσίας, η οποία όμως φεύγει και κινείται. Είναι και αυτές προτάσεις μιας συνειδητοποίησης.

ΠτΘ: κ. Φάιτ, εσείς πώς αντιληφθήκατε και πώς ζήσατε τα μονόπρακτα του Χρήστου Χαρτοματσίδη, καθώς επίσης και πόσο δυσκολευτήκατε στους σύνθετους ρόλους που ερμηνεύετε;

Σ.Φ.: Εμείς, βέβαια, μιλάμε καλύτερα στη σκηνή, έτσι θέλω να πιστεύω τουλάχιστον. Πρώτα απ’ όλα είναι ένα σπουδαίο κείμενο και αυτό σημαίνει ότι είναι και δύσκολο. Και είναι μεγάλη ευτυχία για το θέατρο να υπάρχουν καινούρια, σπουδαία κείμενα ελληνικά. Αυτό που είναι πάρα πολύ δύσκολο στο έργο είναι να κρατήσει κανείς την ισορροπία ανάμεσα σ’ αυτήν την σκληρότητα που υπάρχει, σ’ αυτό το παιχνίδι εξουσίας και στο πολύ έντονο χιούμορ που εμπεριέχει το κείμενο. Η παράσταση βασίζεται στις λεπτομέρειες και στις αποχρώσεις και ο ένας κρέμεται από τον άλλον. Χρειάζεται φοβερός συντονισμός, φοβερή ενέργεια αλλά το αγαπήσαμε τόσο πολύ, το αγάπησε τόσο πολύ και ο σκηνοθέτης που μας έδωσε φοβερή ενέργεια και νομίζω ότι τα καταφέρνουμε. Θεωρώ ότι είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση, με πολύ ενέργεια για κάτι που το αγαπάμε πολύ, το οποίο ξεκινάει βέβαια από το ότι είναι ένα σημαντικό κείμενο και από το ότι το αγάπησε πολύ ένας σκηνοθέτης με πολλή «τρέλα», που νομίζω ότι το απογείωσε.

ΠτΘ: Εμείς, βέβαια, ως εντόπιοι είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι για την αποδοχή και την αγάπη που γνώρισαν τα μονόπρακτα του Χρήστου Χαρτοματσίδη καθώς αποτελούν ουσιαστικά προσφορά στο καλό ελληνικό θέατρο

Χ.Χ.: Ήδη έχω δει σημαντική στήριξη και η εμπιστοσύνη που δόθηκε στο έργο μου δεν είναι λίγη, όπως και η ευκαιρία που δόθηκε σ’ αυτό το έργο, ας το αναγνωρίσουμε αυτό. Αυτά τα κείμενα υπήρχαν εδώ και 20 χρόνια, τα είχα στείλει σε όλα τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και ευτυχώς βρέθηκε ο δήμαρχος ο κ. Βαβατσικλής να δώσει την ευκαιρία σ’ αυτά κείμενα για να τα γνωρίσει ο κόσμος.

Η.Φ.: Οι αξιόλογοι δημιουργοί, ξέρετε, είναι σεμνοί και δεν μπορούν να μανατζάρουν τον εαυτό τους, κανείς δημιουργός δεν το κάνει. Σκουπίδια γύρω μπορεί να υπάρχουν, υπάρχουν όμως και αστέρια τα οποία τα κουκουλώνει όλη αυτή η σαβούρα και δεν μπορούν να λάμψουν. Πρέπει λοιπόν να καθαρίσουμε λίγο το χώρο εμείς οι υπόλοιποι.

Εξάλλου, το ότι αυτά τα κείμενα περίμεναν 20 χρόνια για να βγουν και δεν μπαγιάτεψαν είναι ευτυχές. Ευτυχώς δεν είναι παρωχημένα, δεν είναι επικαιρικά, αλλά έχουν μια διαχρονικότητα. Διαφορετικά κανένας Χαρτοματσίδης δεν θα είχε προχωρήσει, γιατί ο συγγραφέας, όπως ξέρετε, εξελίσσεται και βελτιώνεται βλέποντας το έργο του σε επαφή με το κοινό. Εξάλλου, τα θεατρικά κείμενα δεν είναι κείμενα για να διαβάζονται, αλλά για να παίζονται. Αυτά τα κείμενα περίμεναν 20 χρόνια, πράγμα που με κάνει να θυμώνω και να μου επιτρέψετε να εξακολουθώ να θυμώνω. Δεν αρκεί να πούμε μπράβο που δόθηκε η ευκαιρία τώρα. Δεν ξεμπερδέψαμε με τον Χαρτοματσίδη άπαξ και του δώσαμε την ευκαιρία. Πρέπει να είμαστε απαιτητικοί!

Α.Σ.: Εγώ θα ήθελα να προσθέσω τούτο: Το κείμενο είναι κείμενο. Υπάρχει, υπήρχε για 20 χρόνια, κάποια στιγμή έγινε παράσταση, όμως από δω και πέρα χρειάζεται στήριξη και αναγνώριση στο χώρο η παράσταση, γιατί ο σκοπός της ήταν να περάσει στη σκηνή και μέσω της σκηνής στον κόσμο. Πρέπει, λοιπόν, ο Χαρτοματσίδης μέσω της παράστασης αυτής να τύχει αναγνώρισης και όχι απλά αποδοχής.

ΠτΘ: Εμείς θα λέγαμε ότι αυτή η παράσταση είναι ό,τι καλύτερο έχει δει η Κομοτηνή τον τελευταίο καιρό κι εξάλλου δίνει απαντήσεις σε πολλά ερωτηματικά του σύγχρονου ανθρώπου. κ. Χαρτοματσίδη, τώρα που βλέπετε το έργο σας στη σκηνή να παίρνει σάρκα και οστά από ανθρώπους που το αγάπησαν τι αισθάνεστε;

Χ.Χ.: Αισθάνομαι σαν να ζω έναν εξωτικό έρωτα, μια παράφορη κατάσταση που παρόμοια δεν έχω ζήσει, κάτι πρωτόγνωρο. Ο ρυθμός είναι γρήγορος όπως και η εναλλαγή των σκηνών και η δουλειά των ηθοποιών. Προτρέπω όλους τους συμπολίτες μας να παρακολουθήσουν την παράσταση και δη τους νέους ανθρώπους και όλους όσους νιώθουν νέοι.

ΠτΘ: Εκλεκτοί συνεργάτες και συνοδοιπόροι του Χρήστου Χαρτοματσίδη στην παράσταση αυτή σας ευχαριστώ πολύ.

Χ.Χ., Η.Φ.,

Α.Σ., Σ.Φ.: Κι εμείς σας ευχαριστούμε.

Τ.Β.- Α.Χ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.