Σκοτεινοι μου τοποι…

Η Χουσνίν Εδιμέ είναι 24 ετών και μητέρα τεσσάρων παιδιών. Η Χουσεϊν Φατιμέ 15 ετών, μητέρα ενός παιδιού. Η πρώτη γνώρισε τον άνδρα της στα 13 της χρόνια, η δεύτερη στα 12. Και οι δυο βρέθηκαν στο δρόμο, «προδομένες» από τους άνδρες της ζωής τους. «Ο πατέρας μου με πέταξε έξω» λέει η Εδιμέ και παρατηρεί πως η δική της ιστορία μοιάζει με δεκάδες άλλων κοριτσιών στις φτωχογειτονιές της Κομοτηνής. Εκατοντάδες παιδιά ζουν πρόωρα όλα όσα επιφυλάσσει η ζωή για πολλά άλλα ζευγάρια μερικά χρόνια αργότερα. Πριν πιάσουν μολύβι και χαρτί στα χέρια, κρατούν στην αγκαλιά τους ένα μωρό κι ύστερα ένα δεύτερο, τα δικά τους παιδιά. Χωρίς να έχουν συνάψει γάμο, χωρίς τη στήριξη της οικογένειας και των υπηρεσιών της πολιτείας βρίσκονται δεκάδες γυναίκες – νεαρά κορίτσια χωρισμένα, κυριολεκτικά στο δρόμο. Στα πρόθυρα της τρέλας, της απόγνωσης και της αυτοκτονίας… Στο «Εμείς η Πόλις» φιλοξενούνται δυο κορίτσια που γνώρισαν στη ζωή, τον έρωτα, τον πόνο και την εγκατάλειψη πολύ πριν κλείσουν τη δεύτερη δεκαετία της ζωής τους…

Πόσα παιδιά έχετε;

Χουσνίν Εδιμέ:
Τέσσερα παιδιά. Η μαμά μου έχει δέκα παιδιά. Παντρεύτηκε κι εκείνη μικρή.

Δηλαδή εσείς πόσο χρονών παντρευτήκατε;

Δεν παντρεύτηκα, γνώρισα τον άνδρα μου στα 13. Μείναμε μαζί και κάναμε τέσσερα παιδιά. Δεν είμαστε παντρεμένοι στο Μουφτή, όπως γίνονται κανονικά οι γάμοι.

Υπάρχουν πολλά ζευγάρια σαν κι εσάς;

Χουσεϊν Φατιμέ:
Πάρα πολλά. Εγώ για παράδειγμα όταν αγαπηθήκαμε με τον άνδρα μου, φύγαμε μαζί, κάναμε και ένα παιδί. Μετά χωρίσαμε. Δεν καταλαβαίνεις πώς γίνεται. Είναι τόσα τα προβλήματα που από τη μια στιγμή στην άλλη μένεις μόνη σε χειρότερη θέση από ό,τι πριν. Δεν κατάλαβα πώς χωρίσαμε. Εκεί που είσαι καλά, εκεί χωρίζεις.

Χουσνίν Εδιμέ: Κι εγώ δεν κατάλαβα πώς χωρίσαμε. Ήρθε και μου λέει: «Αν χωρίσουμε τι θα κάνεις, θα παντρευτείς άλλον ή θα ζητιανεύεις;» Θα ζητιανεύω του είπα. Μετά από λίγο έφυγε με άλλη γυναίκα. Με εκείνη έκανε και πολιτικό γάμο από ό,τι έμαθα. Μετά χώρισε και ξαναγύρισε. Γυρνά κι αυτός εδώ και εκεί για ένα μεροκάματο. Η φτώχεια τα κάνει όλα. Μην νομίζετε, αν δεν ήμασταν τόσο φτωχοί, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα και για μας.

Πού μένατε;

Χουσνίν Εδιμέ:
Στην Κομοτηνή μέσα. Μείναμε στον Ήφαιστο στην αρχή και μετά στην Κομοτηνή. Ένα μικρό σπίτι. Τώρα μένω σε μια συγγενή, δεν ξέρω όμως για πόσο ακόμη. Δεν είμαι παντρεμένη. Δεν με θέλει ο πατέρας μου. Βρίζει τα παιδιά κι εμένα. Με λέει τρελή, με διώχνει. Εγώ θέλω ένα δικό μου σπίτι και να μαζέψω τα παιδιά μου.

Χουσεϊν Φατιμέ: Κι εγώ μόνη μου μένω. Φύγε μου είπαν από το σπίτι. Βρίσιμο, κακό, φωνές, ξύλο. Έφυγα κι εγώ, τι να κάνω;

Χουσνίν Εδιμέ: Εγώ παίρνω σύνταξη πολύτεκνης κι έκανα ένα σπίτι. Εγώ το έκανα. Γιατί να μένω έξω εγώ; Έντεκα η ώρα με πέταξε έξω. «Εσύ φαγητό δεν με δίνεις, δρόμο, έξω» μου είπε. Πού να βρω εγώ λεφτά για να τον ταΐσω; Δεν με θέλει ο πατέρας μου, καταλαβαίνετε τι σας λέω; Με πέταξε έξω αυτός που με έφερε στον κόσμο.

Είναι συχνοί τέτοιου είδους καυγάδες στην γειτονιά σας;

Χουσνίν Εδιμέ:
Κάθε μέρα φασαρία. Εγώ μάλωνα με τον άνδρα μου και τον πατέρα μου. Δεν κάθονταν να μιλήσουμε. Στην γειτονιά μου δεν συζητούν. Δεν ξέρουν να συζητούν. Τον παρακαλούσα τον άνδρα μου: «Κάτσε να μιλήσουμε» του έλεγα. Εκείνος έφευγε.

Χουσεϊν Φατιμέ: Μπα, τι να συζητήσεις; Δεν ξέρουν να συζητούν. Να φωνάζουν, να βρίζουν και να δέρνουν ξέρουν. Μόλις γύρισα με μαύρισαν στο ξύλο. Ποιο ήταν το έγκλημά μου; Αγάπησα λάθος άνθρωπο. Κι αυτός μικρός είναι, τι ξέρει από τη ζωή; Αν μεγαλώσει λίγο τα ίδια θα κάνει κι αυτός, θα δέρνει και θα βρίζει.

Σχολείο πήγατε καθόλου;

Χουσνίν Εδιμέ:
Αγράμματη είμαι. Δεν με έστειλαν σχολείο. Κρίμα. Αν πήγαινα σχολείο τα παιδιά μου δεν θα ήταν τώρα στο δρόμο. Κάθε μέρα τα σκέφτομαι και κλαίω.

Χουσείν Φατιμέ: Ούτε κι εγώ. Ούτε απ΄ έξω πέρασα. Πολύ φτώχεια. Πιο πολύ όμως αδιαφορία. Ούτε με πήγαν οι γονείς μου. Ούτε και από τα αδέρφια μου πήγε κανένας. Μπορεί κάτι να άλλαζε, ποιος ξέρει; Τώρα είναι αργά.

Χουσνίν Εδιμέ: Το κακό είναι ότι και με τα παιδιά μας το ίδιο θα γίνει. Ορίστε σήμερα είμαστε στο δρόμο. Πώς θα τα στείλουμε σχολείο όταν έρθει η ώρα; Πέντε χρονών το μεγαλύτερο, δύο χρονών το μικρότερο. Η μητέρα μου τα ταΐζει. Ο άνδρας μου δίνει χρήματα, μαζεύει παλιά πράγματα και τα πουλά. Όταν βγάζει μεροκάματο, κάτι δίνει.

Με τους γονείς σας δεν προσπαθήσατε να τα ξαναβρείτε;

Χουσνίν Εδιμέ:
Με λέει τρελή, δεν είμαι τρελή αλήθεια σας λέω. Αν πετάξεις ένα παιδί έξω πού θα πάει; Τι θα γίνει; Θα πάει σε bar, θα γίνει πουτάνα και μετά θα τη βρίζουν όλοι, ακόμη κι αυτοί που την πέταξαν. Γι’ αυτό και τα κορίτσια καταλήγουν έτσι. Όταν σε πετούν οι γονείς, οι ξένοι γιατί να ενδιαφερθούν;

Χουσείν Φατιμέ: Αστειεύεστε! Θα με κάνουν μαύρη πάλι. Τους βλέπω και κρύβομαι. Από ξύλο και φωνές άλλο τίποτα δεν ξέρουν.

Τι σχεδιάζετε; Τι θέλετε να συμβεί;

Χουσνίν Εδιμέ:
Θέλω να γυρίσω στο δικό μου σπίτι. Και η αδερφή μου χώρισε, 15 ετών. Στην γειτονιά όλοι χωρίζουν. Παντρεύονται, κάνουν παιδιά ή τα κάνουν χωρίς γάμο και μετά μένουν μόνοι. Χρήματα ούτε για τα τσιγάρά της δεν έχει η αδερφή μου. Κι εκείνη χωρισμένη με παιδί. Η μάνα μου δεν περνάει καλά, την δέρνει, την βρίζει, και την χτυπά ο πατέρας μου.

Χουσείν Φατιμέ:

Όλοι πίνουν και δέρνουν. Αν δεν δέρνουν, βρίζουν. Χτυπούν και πίνουν. Τώρα πίνουν και οι γυναίκες. Έγιναν κι αυτές αλκοολικές. Πίνουν και λένε χαζομάρες. Τα παιδιά τους μένουν μόνα, αφρόντιστα και νηστικά, μέχρι ν’ αρχίσουν κι εκείνα το πιοτό. Κάθε μέρα φασαρία. Γυρίζουν στο σπίτι και ρωτούν: «Δεν έχει φαγητό;». Πώς να έχει όταν εκείνοι που είναι άντρες πίνουν όλη μέρα; Δεν βρίσκουν τίποτε, αρχίζει ο καβγάς και το ξύλο. Οι γυναίκες καταλήγουν αδύναμες, φτωχές, άρρωστες. Άρρωστη η μάνα μου, άρρωστη και η μητέρα του άνδρα μου.

Δηλαδή όποια γεννηθεί κορίτσι, ατύχησε…

Χουσνίν Εδιμέ:
Τι περισσότερες φορές ναι. 12, 13 και 14 ετών παντρεύονται και μετά χωρίζουν. Αν πήγαιναν σχολείο θα ήταν διαφορετικά. Πρέπει οι γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους σχολείο, να μάθουν γράμματα. Τι γίνεται τώρα; Παντρεύονται, χωρίζουν, ζητιανεύουν. Κοίτα πώς κατάντησα, γέρασα. Μοιάζω εγώ για 24 ετών;

Χουσείν Φατιμέ: Οι περισσότερες γυναίκες ή θα είναι άρρωστες ή θα είναι μόνες. Μια μέρα καλή, δέκα μαύρες. Γι’ αυτό κι εγώ δεν αντέχω να τους βλέπω. Θα φύγω, δεν ξέρω πού, αλλά θα φύγω. Κι αυτό που το γέννησα, μαύρη τύχη θα έχει. Θα ταλαιπωρείται μια ζωή.

Εσείς Εδιμέ, δεν μου είπατε, τι σχεδιάζετε;

Χουσνίν Εδιμέ:
Μια κοπέλα στο Δήμο με βοήθησε στην αρχή με τρόφιμα. Στην συνέχεια με μια δουλειά. Έτσι, ξεκίνησα να καθαρίζω τους δρόμους 15 μέρες τώρα, ακόμη δεν ξέρω πόσα θα πληρωθώ. Θέλω να πάω σπίτι μου. Ή να νοικιάσω ένα άλλο. Να βγάζω λεφτά και να το πληρώνω το νοίκι. Θέλω να ησυχάσω, Αλλιώς να πεθάνω, θα είναι καλύτερα για μένα. Τουλάχιστον θα ησυχάσω.

Σας ευχαριστώ

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.