«Σκοπος του συγγραφεα ειναι να «δεσει» τον αναγνωστη»
Σαράντα χρόνια παρουσίας στο χώρο των γραμμάτων και μία σειρά από βραβεύσεις σε διαγωνισμούς μονοπράκτων καθώς και επαίνων από το υπουργείο Πολιτισμού συνθέτουν ένα πλούσιο βιογραφικό για τον πολυπράγμονα και ανησυχούντα για το τι συμβαίνει γύρω μας Αντώνη Σιμιτζή.
Ένας άνθρωπος της τέχνης που αγάπησε την περιοχή της Θράκης κι αυτό αποδεικνύεται από τις συνεχείς επισκέψεις του σ’ αυτήν και κατά το παρελθόν, και ο οποίος θα βρίσκεται και πάλι ανάμεσα μας με σκοπό, πέρα από την προσωπική ευχαρίστηση και αγάπη που έχει για τους ανθρώπους της περιοχής της Θράκης την παρουσίαση του βιβλίου του «Δρόμοι της Οργής». Η παρουσίαση του βιβλίου θα ξεκινήσει από την Αλεξανδρούπολη σήμερα, αύριο στην Ξάνθη και το Σάββατο στην Κομοτηνή στην αίθουσα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Ο «ΠτΘ» συνομίλησε μαζί του τόσο για το βιβλίο, την μέχρι τώρα πορεία του στον χώρο αλλά και ζήτησε την άποψή του για την εμπορικότητα ή μη συγγραφικών έργων και πώς ένας αναγνώστης θα πρέπει να κερδηθεί από τον ίδιο τον συγγραφέα.
ΠτΘ: Η επίσκεψή σας στην περιοχή γίνεται με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου σας «Δρόμοι της Οργής». Τι σημαίνει γι’ εσάς το συγκεκριμένο έργο;
Α.Σ.: Είναι ένα βιβλίο που αφορά όλους, δεν αφορά μόνο εμένα που το έγραψα, αλλά κάθε αναγνώστη. Στην ουσία γυρεύει τη συμμετοχή του αναγνώστη σ’ αυτά που συμβαίνουν σήμερα και τα προσλαμβάνουμε με κάθε τρόπο είτε μέσω των ΜΜΕ είτε τα βιώνουμε οι ίδιοι καθημερινά. Δεν είναι δοκίμιο, δεν είναι μελέτη, είναι ένα μυθιστόρημα σαν αυτά που γράφω πάντα με ήρωες που χαίρονται, πάσχουν, σκέφτονται, προβλέπουν.
ΠτΘ: Θα μπορούσε να μεταφραστεί σαν την οργή που νοιώθει ο σύγχρονος άνθρωπος για τα όσα συμβαίνουν γύρω του;
Α.Σ.: Φυσικά, οι ήρωες είναι σημερινοί άνθρωποι της καθημερινότητας. Ξεκινάει το 2001 και σταματάει παραμονή των εκλογών του 2004. Πρόκειται για τρέχον θέμα που έχει να κάνει με την πρωτεύουσα, με την επαρχία αλλά και με όλη τη γη κατά κάποιο τρόπο. Οι ήρωες εκθέτουν τη ζωή τους μέσα από τα λόγια τους και τις μεταξύ τους συζητήσεις, τις σκέψεις τους γι’ αυτά που τους συμβαίνουν. Στις συζητήσεις αναφέρονται και πραγματικά ονόματα πολιτικών, όπως αυτά της αμερικανικής κυβέρνησης. Όμως αυτά όλα αν τα διαβάσεις αποκτάς τη δυναμική να εκφράσεις κι εσύ την δική σου άποψη, είναι δηλαδή ένας άμεσος προβληματισμός. Δεν θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο τώρα που «φλέγεται» το σύμπαν, ένα βιβλίο καθησυχαστικό ή απλώς πολύ ωραίο που μου είναι εύκολο, ήθελα ένα σημερινό βιβλίο, «καυτό».
ΠτΘ: Η πρώτη σας εμφάνιση στον χώρο των γραμμάτων έγινε το 1962 με τη νουβέλα «Ο Γέρος». Το συγκεκριμένο έργο σημάδεψε τη μετέπειτα πορεία σας;
Α.Σ.: Το 1962 το συγκεκριμένο έργο το εξέδωσα εγώ. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε η δυναμική πλευρά από άποψη εκδοτών να παραλαμβάνουν έναν καινούριο συγγραφέα, να βλέπουν ότι είναι καλό το έργο του και να το προχωρούν, γι’ αυτό το εξέδωσα εγώ. Υπήρξε μια καθολική ανταπόκριση που στην ουσία με σημάδεψε και είπα ότι θα ακολουθήσω τον συγγραφικό δρόμο. Βέβαια το βιβλίο εκείνο ήταν πολύ καλό λογοτεχνικά για την εποχή εκείνη, μετά επειδή συνέπεσε η ηλικία, η εργασία και οι σπουδές ταυτόχρονα, είδα ότι τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά από αυτά που πίστευα. Ήταν καθοριστική η αμέσως επόμενη περίοδος, γιατί μου άλλαξε τη σκέψη εντελώς και την ψυχολογία και κατάλαβα ότι εκεί είναι το πρόβλημα το μεγάλο. Μπορεί να αφηγείσαι ωραία πράγματα αλλά να αφηγείσαι αυτά που ζεις, αυτά που έχουν σχέση με την κοινωνία, το οικονομικό κατεστημένο, τον τρόπο που γίνεται κάποια δουλειά.
ΠτΘ: Σε σύγκριση με την τότε εποχή και τη σημερινή, πιστεύετε ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν θα έπρεπε να φέρουν τον τίτλο «συγγραφέας»;
Α.Σ.: Υπάρχει ένα ανακάτεμα, ένας στους δέκα είναι πραγματικός συγγραφέας, οι εννέα ή νομίζουν ότι είναι ή γράφουν πράγματα που μπορεί να αρέσουν στον κόσμο, αλλά είναι αδιάφορα. Για να καταλάβετε αυτό που λέω, θα πω ένα παράδειγμα. Είναι σαν να επιστρέφεις στο σπίτι έχοντας ένα μεγάλο πρόβλημα στην δουλειά σου και να έρχεται ένας γείτονας ή φίλος και να σου αναφέρει πόσο ωραία πέρασε στο Μεξικό. Η αφήγησή του μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα, αλλά δεν είναι το πρόβλημά σου. Επειδή στη σημερινή κοινωνία εργάζονται οι εννέα στους δέκα σε οποιαδήποτε βαθμίδα και να βρίσκονται, είναι όλοι στο ίδιο καζάνι, δεν είναι κανείς απ’ έξω.
ΠτΘ: Υπάρχουν άνθρωποι του χώρου σας που δουλεύουν αποκλειστικά για το χρήμα και τη δόξα χωρίς να υπάρχει νόημα στο έργο τους; Αν ναι, εσείς θα μπορούσατε να κάνετε το ίδιο, η δουλειά σας δηλαδή να μην έχει να προσφέρει κάτι το πιο βαθύ και ουσιαστικό;
Α.Σ.: Αυτό που μ’ ενδιαφέρει είναι το βαθύτερο. Μία σειρά από βιβλία που έχω γράψει έχουν σχέση είτε με την φιλοσοφία σε καθημερινό επίπεδο, είτε με το τι συμβαίνει σε μία δουλειά ή τι συμβαίνει σ’ ένα ζευγάρι ανθρώπων. Δεν θέλω δηλαδή να είναι όλα σ’ ένα επίπεδο, μία ξένη πραγματικότητα. Θέλω να μπαίνω στην ουσία των πραγμάτων, που τελικά μας αφορά όλους. Είμαστε όλοι το ίδιο, κάποιοι με πιο υψηλό επίπεδο μόρφωσης και άλλοι το αντίθετο. Εγώ δεν μπορώ να γράψω μονοδιάστατα πράγματα, πρέπει μέσα να υπάρχει κάτι που να σε βάζει σε βαθύτερες σκέψεις.
ΠτΘ: Όταν ξεκινάτε τη συγγραφή ενός έργου, στο μυαλό σας έχετε μία συγκεκριμένη μερίδα αναγνωστών;
Α.Σ.: Στο μυαλό μου έχω τον μέσο αναγνώστη, με ενδιαφέρει να το διαβάσει όσο γίνεται πιο πολύ κόσμος. Μόνο μία φορά που ήμουν πολύ θυμωμένος μ’ αυτά που μου συνέβαιναν και με τους ανθρώπους που μου επέβαλαν αυτήν την κοινωνική απομόνωση, την εποχή δηλαδή που σπούδαζα και εργαζόμουν ταυτόχρονα και έπρεπε να αναδειχτώ σε κάτι, έγραψα δύο βιβλία που ήταν καθαρή φιλοσοφία, το βιβλίο «Ο μηδενισμός», ο μηδενισμός του ανθρώπου απέναντι στους άλλους ανθρώπους και το δεύτερο «Ποιοι είμαστε;» που εκδόθηκε 15 χρόνια αργότερα. Αυτά τα δύο βιβλία είναι εκείνα που απευθύνονται σε λίγους που μπορούν να τα διαβάσουν και να καταλάβουν τι λένε, όλα τα υπόλοιπα 15 βιβλία απευθύνονται σ’ ένα πλατύ κοινό.
ΠτΘ: Ο κόσμος διαβάζει βιβλία;
Α.Σ.: Υπάρχουν δύο “καταστάσεις”, μία είναι από την φύση να αποφεύγει ο άνθρωπος αυτό που πρέπει να βρει μέσα του και να το ψάξει και το δεύτερο είναι να δέχεται όλες τις εξωτερικές επιρροές που είναι πιο εντυπωσιακές, όπως για παράδειγμα αυτά που δείχνει η τηλεόραση ή αυτά που δείχνουν τα περιοδικά. Αν βάλει κανείς δίπλα από ένα μυθιστόρημα κάτι, ό,τι και να είναι αυτό, ένα περιοδικό, θα δούμε ότι η λάμψη του περιοδικού με το εύκολο κείμενο και τις υπέροχες εικόνες, εντυπωσιάζει και ξεγελά το αναγνωστικό κοινό. Εγώ προσπαθώ να συνεπάρω τον αναγνώστη από την πρώτη φράση, ξέρω ότι δεν έχω καθόλου πίστωση χρόνου, να διαβάσει για να αξιολογήσει την δουλειά στο τέλος. Πρέπει στις πρώτες σειρές ή το πολύ στο πρώτο κεφάλαιο να «δέσεις» τον αναγνώστη.
ΠτΘ: Πιστεύετε ότι ένας τίτλος ή ένα προσεγμένο εξώφυλλο είναι αυτό που θα προσελκύσει των αναγνώστη;
Α.Σ.: Φυσικά και θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του αλλά το εξώφυλλο και ο τίτλος είναι στην δικαιοδοσία του εκδότη. Άσχετα αν ο τίτλος με εκφράζει, γίνεται προσπάθεια να βρεθεί ένας τίτλος που θα «δέσει» με τον αναγνώστη. Από δύο διαφορετικούς δρόμους, εκδότης και συγγραφέας έχουν τον ίδιο σκοπό, το «δέσιμο» του αναγνώστη. Ο συγγραφέας θέλει να διαβαστεί, επειδή είναι συναρπαστικό και τον αφορά και ο εκδότης ενδιαφέρεται οικονομικά.
ΠτΘ: κ. Σιμιτζή να αναφέρουμε ότι η παρουσίαση του βιβλίου σας θα γίνει σήμερα στην Αλεξανδρούπολη, αύριο στην Ξάνθη και το Σάββατο στην Κομοτηνή στην αίθουσα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. στις 6 το απόγευμα. Εμείς να σας ευχηθούμε κάθε επιτυχία στο έργο σας και να σας ευχαριστήσουμε για τη συνομιλία που είχαμε.
Α.Σ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ και περιμένω τον κόσμο να παραβρεθεί στην παρουσίαση του βιβλίου και να με γνωρίσει και από κοντά.
Νίκος Αρβανιτίδης
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
