«Σημασια εχει το ταξιδι, μεσα απο το οποιο αποκταμε γνωση και πειρα»

Με αφορμή το βιβλίο «Μόρσιμον ήμαρ» ο ΠτΘ συζητά σήμερα με το συγγραφέα του Βασίλη Κούρη για τις αναζητήσεις του, το ιστορικό μυθιστόρημα και τις επιρροές του στο σύγχρονο άνθρωπο. Τον κ. Κούρη είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε πέρυσι ως συνεργάτη στις δημόσιες σχέσεις του Γιώργου Κιμούλη στη θεατρική παράσταση «Επτά επί Θήβαις». Φέτος επανήλθε στην περιοχή μας ως προπομπός του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Κρήτης και, συγκεκριμένα, της παράστασης «Ερωφίλη», η οποία θα παρουσιασθεί σήμερα στη Μαρώνεια, αύριο στο Φανάρι και μεθαύριο στην Κομοτηνή.

Πάνω απ’ όλα όμως ο κ. Κούρης είναι συγγραφέας, γιατί μέσα απ’ αυτό του δίνεται η ευκαιρία να ταξιδεύει και όπως δηλώνει ο ίδιος «σημασία έχει το ταξίδι, μέσα από το οποίο αποκτάμε γνώση, πείρα, που ομορφαίνει την ζωή μας».

Βασίλης Κούρης όμως…

ΠτΘ: κ. Κούρη, είστε συγγραφέας και μεταφραστής. Συγκεκριμένα έχετε ασχοληθεί συστηματικά με μεταφράσεις βιβλίων. Αυτό το κάνετε επαγγελματικά;

Β.Κ.: Κανείς δεν μπορεί να πει ότι βιοπορίζεται από τη μετάφραση. Είναι δύσκολος τομέας και δεν αφήνει χρήματα, ώστε να μπορέσει να ζήσει αυτός που ασχολείται. Απαιτείται δουλειά, κόπος. Ειδικά οι μεταφράσεις των ιστορικών βιβλίων με τις οποίες ασχολούμαι απαιτούν έρευνα εμπεριστατωμένη και διασταύρωση στοιχείων. Η μετάφραση δεν είναι εύκολη διαδικασία. Ο μεταφραστής πρέπει «να σκάψει», για να χρησιμοποιήσω μία φράση του λαού μας, για να μπορέσει να μεταφράσει..

Οπότε δεν μπορεί να πει κανένας ότι βιοπορίζεται από τη μετάφραση.

ΠτΘ: Ασχολείσθε όμως και με την συγγραφή. Τελευταίο βιβλίο σας το «Μόρσιμον ήμαρ», ιστορικό μυθιστόρημα το οποίο θα το χαρακτήριζα δύσκολο. Να σας ρωτήσω κατ’ αρχήν γιατί ιστορικό μυθιστόρημα;

Β.Κ.: Θα σας πω πώς ξεκίνησε η ιδέα του μυθιστορήματος. Στην προσπάθειά μου να διασταυρώσω κάποια στοιχεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τα οποία ήταν αδύνατο να βρω από άλλη πηγή, συναντήθηκα με μία κυρία ιστορικό. Αναπτύξαμε ευρεία συζήτηση και κάποια στιγμή αναρωτήθηκε τι θα κάνω όλες αυτές τις γνώσεις που έχω. Της απάντησα ότι θα γράψω ένα μυθιστόρημα. Έτσι ξεκίνησε η ιδέα. Βέβαια και παλαιότερα είχα ασχοληθεί με ιστορικό μυθιστόρημα. Συγκεκριμένα η πρώτη μου ενασχόληση αφορούσε στο έπος του Γκιλγκαμές. Το επεξεργάζομαι από 20 ετών και ακόμα με βασανίζει. Έχω κάνει επάνω σε αυτό μία μεγάλη δουλειά, η οποία ατύχησε εκδοτικά, έξι φορές έχει φτάσει στο τυπογραφείο και τις έξι έχει σταματήσει, μάλιστα δύο φορές έχουν πτωχεύσει οι εκδότες. Είναι μία μεγάλη διαδικασία η οποία με ακολουθεί και την ακολουθώ με τελικό σκοπό να γράψω ένα ιστορικό μυθιστόρημα της εποχής. Εν πάση περιπτώσει παρενεβλήθη η εποχή του Ιουστινιανού.

ΠτΘ: Το έπος του Γκιλγκαμές, αν εξαιρέσουμε ότι έχει μεταφράσει κάποιες σελίδες ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά;

Β.Κ.: Δεν έχω κάνει μετάφραση του έπους, έχω πάρει πολλές πληροφορίες από ξένη βιβλιογραφία και έχω ανασυνθέσει το μύθο μέσα από τη δική μου ευαισθησία. Κρατώντας όλη τη διαδικασία έχω πάρει ιστορικά στοιχεία της εποχής και έχω συνθέσει ένα ολόκληρο έπος. Το ίδιο το έπος δεν αλλάζει στη διαδικασία του και στη δομή του, αλλά έχω στηριχτεί στα παράλληλα τραγούδια και στα παράλληλα έπη του Γκιλγκαμές από την εποχή εκείνη και στις διάφορες μετεγγραφές και μεταφράσεις. Το έπος για χιλιάδες έτη αγαπήθηκε και κάθε λαός, για παράδειγμα οι Ασσύριοι, η αυτοκρατορία των Μιττάνι, οι Χαλδαίοι το μετέγγραψαν και δημιούργησαν δικά τους έπη. Έχω στηριχτεί σε όλα αυτά τα στοιχεία και έχω συνθέσει καινούργιο έπος, το οποίο έχω χωρίσει σε μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά στην ανασύνθεση του μύθου ολόκληρου, ώστε να μπορέσει να το παρακολουθήσει κάποιος που δεν έχει επαφή με αυτό, και που είναι δύσκολο να έχει, στο δεύτερο μέρος έχω κάνει μια γεωγραφική μελέτη της περιοχής των λαών και των εθίμων, ώστε να μπορέσει ο αναγνώστης να μπει κατευθείαν στο όλο θέμα και να έχει ολοκληρωμένη άποψη, – ακόμα και ένα μικρό παιδί να μπορέσει να το διαβάσει και να βρει στοιχεία για τους βασιλιάδες, για παράδειγμα για τον Ασουρμπανιμπάλ που διέσωσε τη βιβλιοθήκη της Νινευϊ ή το έπος στην ασσυριακή του μετεγγραφή. Να σημειώσω ότι το έπος επηρέασε μετέπειτα όλη τη μεσόγειο και παράλληλα την Ελλάδα.

ΠτΘ: Να μιλήσουμε όμως για το βιβλίο σας, το «Μόρσιμον ήμαρ»…Μόρσιμον γιατί;

Β.Κ.: «Μόρσιμον ήμαρ σημαίνει μοιραία μέρα. Είναι μια ομηρική έκφραση, το ήμαρ σημαίνει ημέρα και το μόρσιμον σημαίνει θάνατος, σημαίνει μοίρα, σημαίνει μοιραίο.

ΠτΘ: Γιατί επιλέξατε να περιγράψετε στο μυθιστόρημά σας μια τόσο σκληρή εποχή, όπως η εποχή που σχηματίζεται και επεκτείνεται η βυζαντινή αυτοκρατορία, στα χρόνια του Ιουστινιανού, εποχή μεταιχμιακή, συγκρούσεων, πολέμων, επεκτατικών διαθέσεων και φόβου ;

Β.Κ.: Για αυτό ακριβώς το θέμα, γιατί η εποχή σηματοδοτεί το θάνατο της ύστερης αρχαιότητας και την είσοδο στο Μεσαίωνα. Γι’ αυτό ακριβώς την επέλεξα θέλοντας να δείξω ότι χάθηκε ένας πολιτισμός, μία σκέψη φιλοσοφική χωρίς να αντικατασταθεί από κάτι καινούριο. Όλη αυτή η εποχή είναι χωνευτήρι. Οι εθνικοί, αυτοί δηλαδή που ακολουθούν την αρχαία ελληνική θρησκεία, διώκονται από τους χριστιανούς. Η συγκεκριμένη εποχή αποτελεί μεταίχμιο για το πέρασμα σε μία άλλη σελίδα της ιστορίας. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε ότι την εποχή του Ιουστινιανού η ελληνική γλώσσα άρχισε να επικρατεί και να γίνεται η πρωτεύουσα γλώσσα σε όλη την επικράτεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Βέβαια ο Ηράκλειος μετά από λίγα χρόνια την καθιέρωσε επίσημα, αλλά επί εποχής Ιουστινιανού ακόμα και τα διατάγματα έβγαιναν στην ελληνική. Είχε αρχίσει δηλαδή η αντίστροφη πορεία για τη δημιουργία της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στην εποχή αυτή βρίσκονται τα θεμέλια και η αρχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας όπως λέγεται, γιατί είναι νεολογισμός ο όρος βυζαντινή αυτοκρατορία.

ΠτΘ: Ασχολείστε με τον Βελισάριο, ο οποίος θα μπορούσε και να θεωρηθεί πρωταγωνιστής του βιβλίου σας. Τι σας γοητεύει σε αυτή την προσωπικότητα;

Β.Κ.: Έχω την αίσθηση ότι ο Βελισάριος ήταν γενναιόδωρος στρατηγός και άνθρωπος ο οποίος βοήθησε τον Ιουστινιανό τα «μάλα», για να χρησιμοποιήσω μία παρωχημένη έκφραση, και το πλήρωσε με τον χείριστο τρόπο. Πιστεύω ότι χωρίς τον Βελισάριο δεν θα υπήρχε Ιουστινιανός σε αυτή την δόξα που τον γνωρίζουμε σήμερα και ούτε θα είχε ανακτήσει την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, την οποία είχε χάσει από γοτθικά φύλα και έπρεπε να την ανακτήσει. Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο Βελισάριος ήταν η μορφή η οποία στάθηκε στον Ιουστινιανό και αυτός τον κυνήγησε με το χειρότερο τρόπο, γιατί φοβόταν ότι κάποια στιγμή θα τον ανατρέψει και θα στεφθεί ο ίδιος αυτοκράτορας.

ΠτΘ: Πώς μπορεί να προσλαμβάνει ένας αναγνώστης του σήμερα προσωπικότητες

που παρουσιάζουν στρατηγικές αρετές με τον τρόπο που ξεδίπλωναν τις αρετές τους οι στρατηγοί εκείνης της εποχής; Δηλαδή τον Βελισάριο τον βάζετε «να φτιάχνει» τον τόπο και παρουσιάζετε την αυτοκρατορία του Ιουστινιανού ως έργο του. Ως άνθρωπος που διαβάζει ιστορία, πώς κρίνετε αυτή τη φυσιογνωμία στρατηγού. Σήμερα οι στρατηγοί είναι ανάλογοι;

Β.Κ.: Όχι, δεν πιστεύω ότι είναι έτσι οι στρατηγοί σήμερα. Ο Βελισάριος έχει κάτι από τον αέρα και την αύρα των στρατηγών της αρχαίας Ελλάδας, ίσως είναι και από τους τελευταίους, βέβαια σαφώς υπήρξαν και μετέπειτα στρατηγοί, αλλά η εποχή θα επαναλάβω ότι αποτελεί μεταίχμιο και μάλιστα για πολλά γεγονότα. Η φιλοσοφική σχολή Αθηνών κλείνει επί Ιουστινιανού, έχει βέβαια προηγηθεί η καταστροφή από το Θεοδόσιο, αλλά επί Ιουστινιανού συντελούνται τρομερές αλλαγές που επηρέασαν την πορεία της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό και επέλεξα αυτή την εποχή η οποία έχει ομοιότητες συνταρακτικές με τη σημερινή. Δηλαδή κάποιος που διαβάζει το βιβλίο και μπορεί να κάνει τις αναγωγές βλέπει ότι η διαφθορά εκείνη την εποχή ήταν στο απόγειό της, κάτι το οποίο βλέπουμε σήμερα και στη δημόσια διοίκηση και στην καθημερινή ζωή. Εκείνη την εποχή μάλιστα είχαν αναρτήσει τις λεγόμενες «συνήθειες» και ο πολίτης για συναλλαγές με το δημόσιο έπρεπε να πληρώνει κάποιο ποσό στον υπάλληλο, παρά το ότι ο υπάλληλος πληρωνόταν από το κράτος. Και αυτό το έκαναν για να ελέγχουν τη διαφθορά και να μη ζητούν υπέρογκα ποσά από τους απλούς πολίτες.

ΠτΘ: Η συγκεκριμένη εποχή του Ιουστινιανού συστήνει όντως ό,τι αποκαλείται βυζαντινή αυτοκρατορία και η συγκεκριμένη πρωτεύουσα, η Κωνσταντινούπολη έχει πληθώρα εχθρών τους οποίους αναφέρετε στο βιβλίο σας. Αυτά τα «τεχνικής φύσεως» ζητήματα με τα ονόματα των επιτιθέμενων στο Βυζάντιο – Γότθοι, Βησιγότθοι, Βασσάλοι, Βούλγαροι κ.λ.π.«τρελαίνουν» κάποιον που διαβάζει ιστορία εκτός του ότι όταν μιλάμε για βυζαντινή αυτοκρατορία αναφερόμαστε στη σημερινή Ιταλία, την Ασία, την Περσία και… και… Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να καταφέρει να έχει στο μυαλό του αυτόν τον αχανή χώρο, να ξεπεράσει τον τεράστιο όγκο των πληροφοριών, ν’ αφομοιώσει όλη αυτή την πολυμορφία και να γράψει μυθιστόρημα;

Β.Κ.: Με πολύ δουλειά και εμβρίθεια. Θέλει προσοχή και μελέτη. Έρχομαι και επανέρχομαι στα ίδια στοιχεία εκατοντάδες φορές για να μην υπάρχει η παραμικρή υπόνοια ότι υπάρχει κάποιο λάθος, είτε χρονολογικό είτε ονοματικό. Γιατί οι ονομασίες στον Δυτικό κόσμο δίνονται με ένα τρόπο, οι Βυζαντινοί όμως είχαν τις δικές τους ονομασίες. Για παράδειγμα στο βιβλίο μου αναφέρω το Αλαμούνδαρος, καθαρά βυζαντινό όνομα το οποίο αναφέρεται σε Άραβα Χασανίδη, ο οποίος ήταν φύλαρχος. Με το όνομα Αλαμούνδαρος ήταν γνωστός μόνο στους Έλληνες. Για αυτό λέω ότι τα στοιχεία θέλουν μελέτη και προσοχή.

ΠτΘ: Είστε ένας νεότερος Έλληνας, ένας νεότερος Αλκίνοος, όπως γράφετε στο βιβλίο σας. Πώς είναι να κινήστε σε τόσο μεγάλη χωρική έκταση και με την ίδια άνεση μεταξύ του πολιτισμού της Ανατολής και της Δύσης; Δεν χάνεστε κάπου;

Β.Κ.: Πιστεύω ότι σημασία έχει το ταξίδι, μέσα από το οποίο αποκτάμε γνώση, πείρα, που ομορφαίνει την ζωή μας. Θεωρώ τον εαυτό μου κερδισμένο. Μελετώντας τα ήθη, τα έθιμα, τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν οι άνθρωποι, τον τρόπο που έκλεβαν, τον τρόπο που οι γαιοκτήμονες τους έπαιρναν τα κτήματα και τους έκαναν δουλοπάροικους, τον τρόπο που πουλούσαν την πραμάτεια τους και, γενικότερα, τον τρόπο που λειτουργούσε το αυλικό σύστημα με τους παρατρεχάμενους, που ήταν ένα τεράστιο σύστημα κατασκοπίας,- οι άμαξες που κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη πέρα από το ότι μετέφεραν την αλληλογραφία ήταν δίκτυο κατασκοπείας τέλεια οργανωμένο, – μελετώντας λοιπόν όλα τούτα πήρα την αύρα, ανεπαίσθητα μεν, αλλά κι αυτό είναι ουσία, για τον τρόπο ζωής αυτών των ανθρώπων. Ένοιωσα πώς ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι και πώς συμπεριφέρονταν. Για μένα αυτό είναι το μεγάλο κέρδος.

ΠτΘ: Διαφέρει ο άνθρωπος της Ανατολής, της Ασίας με τον Ευρωπαίο; Αυτή η σπουδή στην ιστορία τελικά και αυτή η μελέτη των πολιτισμικών εκφράσεων του ανθρώπου τι σας έχει αφήσει;

Β.Κ.: Ταξίδεψα στην Ανατολή πριν ακόμα γράψω αυτό το βιβλίο. Η καρδιά μου ανήκει εκεί, στην Ανατολή. Τελικά οι άνθρωποι παντού είναι οι ίδιοι. Παντού έχουν μικρότητες, κακίες, παντού είναι γενναιόδωροι ή αντιθέτως. Όλα αυτά όμως είναι τεχνητά τείχη και τεχνητοί διαχωρισμοί που τίθενται για να υπάρχει ο διαχωρισμός και η αποικιοκρατία όπως διαμορφώθηκε για να καταπιέζει όλους αυτούς τους λαούς. Δηλαδή δημιούργησαν τον όρο οριενταλισμός, -και αυτό δεν είναι δική μου θέση είναι του Σαϊντ, του σημαντικού παλαιστίνιου επιστήμονα που πέθανε πριν κάποια χρόνια, – μόνο και μόνο για να δημιουργήσουν μία κατάσταση και να την πλασάρουν, έτσι ώστε να είναι καλυμμένοι και ιδεολογικά και φιλοσοφικά να εκμεταλλεύονται όλους αυτούς τους λαούς. Και εμείς οι Έλληνες έχουμε περάσει απ’ αυτό το στάδιο, όχι βέβαια στο βαθμό που έχουν περάσει οι ανατολικότεροι από εμάς λαοί.

ΠτΘ: Επιλέξατε τη μορφή του ιστορικού μυθιστορήματος για να πλάσετε τους ήρωές σας οι οποίοι είναι όμως ιστορικά πρόσωπα… Τελευταία υπήρξε μία στροφή προς το ιστορικό μυθιστόρημα, είναι της μόδας τελικά το είδος;

Β.Κ.: Για μένα ήταν ανάγκη. Μόνο ότι ασχολούμαι από 20 χρονών και εδώ και 30 χρόνια με το έπος του Γκιλγκαμές, αυτό λέει πολλά. Θέλω να επισημάνω ότι το βιβλίο έχει μυθοπλασία. Το 60% είναι μυθοπλασία και το 40% είναι ιστορικά στοιχεία τα οποία όμως εμπλέκονται με τέτοιο τρόπο που δύσκολα μπορείς να τα ξεχωρίσεις. Είναι μυθιστορία και υπάρχει το φανταστικό στοιχείο το οποίο εμπλέκεται με το ιστορικό. Περιγράφω το Βελισάριο και την γυναίκα του Αντωνίνα, τη Θεοδώρα, τον Προκόπιο, τον οποίο δεν βάζω σαν ήρωα, σαν δάσκαλο γιατί ο Προκόπιος δίνει τις σημαντικότερες πληροφορίες για την εποχή. Άρα επιλέγω ένα κεντρικό πρόσωπο το οποίο είναι ενεργό μέσα στην ιστορική διαδικασία και έχω πάρει τα στοιχεία και τις περιγραφές των ιστορικών προσώπων για να τις εντάξω μέσα στη δομή της ιστορίας μου. Έτσι και αλλιώς το μυθιστόρημα για μένα είναι το λατρεμένο μου είδος. Το επόμενο μυθιστόρημα που ήδη έχω έτοιμο, χρειάζεται μια κάποια ακόμη επεξεργασία την οποία πρέπει να βρω τον χρόνο να κάνω. Ξεκινάει από το 1875 και τελειώνει το 1975. Είναι και αυτό μυθοπλασία και αναφέρεται στη νεότερη ιστορία της Ελλάδος που ξεκινάει από τον ατυχή Ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1897 και συνεχίζει με τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο, τον Β΄ Βαλκανικό, την Μικρασιατική Καταστροφή, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, Εμφύλιο και φτάνει μέχρι το 1975. Δηλαδή, διανύουν οι ήρωες ένα αιώνα.

Περιέχεται ακόμη και η μετανάστευση των Ελλήνων στην Αμερική η οποία είχε ξεκινήσει πολύ νωρίς το 1800. Ο παππούς μου μετανάστευσε στην Αμερική το 1900 και έχοντας κάποιες μνήμες και με βάση τα σπαράγματα που είχα σαν νεότερος δημιούργησα αυτό το καινούργιο μυθιστόρημα.

ΠτΘ: Σας ευχαριστούμε πολύ.

Β.Κ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Τ.Β.- Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.