Σαββατο και Κυριακη: Στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνης ο,τι το καλυτερο
Στο πλαίσιο της απόπειρας προσέγγισης του βαλκανικού θεάτρου, η τελευταία παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής με το έργο «Μια ζωή χωρίς εμένα» του Βούλγαρου ακαδημαϊκού, πρώην διπλωμάτη και συγγραφέα Κύριλ Τοπάλοβ, είναι ό,τι το καλύτερο προσφέρεται ως έξοδος γι’ αυτό το Σαββατοκύριακο.
Μια παράσταση άψογη αισθητικά και ό,τι καλύτερο από σκηνοθετικής άποψης. Ένα μελετημένο θεατρικό προϊόν, που εντάσσεται στον κύκλο της απόπειρας του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής να προσεγγίσει και να γνωρίσει το Βαλκανικό Θέατρο, προγραμματικό του στόχο από χρόνια, που υλοποιείται όμως επί προεδρίας Αναστασίου Βαβατσικλή.
Εξάλλου η τωρινή παράσταση είναι ουσιαστικά συνέχεια της προσπάθειας, που ξεκίνησε με το ιδιαίτερα επιτυχές Βαλκανικό Συνέδριο, – καταγράφηκε ως επιτυχές και πανελλήνια και περιφερειακά – και συνδέεται απόλυτα και με το επόμενο βαλκάνιο βήμα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. , που είναι η αδελφοποίησή του με το θέατρο της Σιλίστρα, ένα θέατρο με εξαιρετική παράδοση και σημαντική προσφορά στην άνθιση του βουλγαρικού θεάτρου. Ενός θεάτρου, όντως ιδιαίτερου, που «απελευθερώνεται» αλλά και προσπαθεί να επαναπροσδιοριστεί εφ’ όλης της ύλης μετά τις κοσμοϊστορικές αλλαγές, που επέφερε στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, η πτώση του.
Το βουλγαρικό θέατρο, ο Κύριλ Τοπάλοβ και το «Μία ζωή χωρίς εμένα»
Το θέατρο έτσι στη Βουλγαρία, όπως και στις άλλες, υπό τον υπαρκτό σοσιαλισμό, χώρες, ήταν απόλυτα συνυφασμένο τόσο με τον κρατικό προϋπολογισμό, όσο και με την κυρίαρχη κομμουνιστική ιδεολογία. Αυτό δεν απέτρεψε καθόλου όμως, αντιθέτως συνέτεινε ο βουλγαρικός λαός και να γνωρίζει να απολαμβάνει θέατρο – καθολική σχεδόν εκείνα τα χρόνια η προσέλευση του κοινού – αλλά και να ζει με το θέατρο και, ιδιαίτερα, το επίλεκτο κλασικό θέατρο της ρωσικής κυρίως, αλλά και της παγκόσμιας δραματουργίας.
Τσέχωφ, Γκόγκολ, Ντοστογιέφκσι, Τολστόι, Σαίξπηρ συμπεριλαμβάνονταν έτσι στους ετήσιους προγραμματισμούς των θεάτρων, με αποτέλεσμα στη Βουλγαρία αλλά και στις άλλες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού, να υπάρχει η βάση – η υποδομή υποδοχής και για σύγχρονο πρωτοποριακό, ευρωπαϊκό και διεθνές, αλλά και για βουλγαρικό σύγχρονο θέατρο.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας, μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, και όταν το βουλγαρικό θέατρο άρχισε να επαναπροσδιορίζεται και ως προς τις δομές του – αποκρατικοποίηση και ιδιωτικοποίηση – οι ελεύθερες ιδιωτικές αλλά οι «απελευθερωμένες» πλέον κρατικές σκηνές έστρεψαν το ενδιαφέρον τους προς την ανίχνευση και ανάδειξη του βουλγαρικού δραματολογίου, που ήταν «ανοικτό» στον παγκόσμιο θεατρικό χώρο και στις σύγχρονη θεατρική πραγματικότητα.
Το έργο του Κύριλ Τοπάλοβ τότε ακριβώς παίχτηκε στη Βουλγαρία και παίχτηκε μάλιστα, μέχρι εξαντλήσεως, σε δέκα σκηνές.
Η θεματολογία των παράνομων εκτρώσεων, αλλά, ιδιαίτερα η διάλυση του μύθου του ευτυχισμένου ζευγαριού με την κοινωνική «πρόσοψη» της επιτυχίας, η «ανάδειξη» δηλαδή αλλά και η νομιμοποίηση των υπαρξιακών συγκρούσεων ως θεατρικού υλικού που «προφέρει» και το συγκεκριμένο θεατρικό έργο του Κύριλ Τοπάλοβ, μέχρι τότε στο βουλγαρικό θέατρο δεν ήταν, εξάλλου, αρεστή, εκτός κι αν είχε την σφραγίδα του κλασικού.
Αυτά όμως αρκούν, όσον αφορά την ιστορική αλλά και την περιρρέουσα κοινωνική πραγματικότητα του έργου, που έχουμε τη χαρά να ανεβαίνει στη σκηνή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής.
Εκτός των άλλων, ο Κύριλ Τοπάλοβ δεν είναι τυχαία προσωπικότητα στο χώρο της διανόησης στη Βουλγαρία και η ευρωπαϊκή του παιδεία ήταν αυτή, που του επέτρεψε να πρωταγωνιστήσει στις βουλγαρικές σκηνές με ένα «ιδιαίτερο» θεατρικό έργο αμέσως μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού. *1
Σήμερα, σαφώς οι «επίγονοι» στο είδος είναι περισσότεροι, αρκετοί – όχι πολλοί – και καλοί. Χρίστο Μπόιτσεφ, Γιούρι Ντάτσεβ και Γιάνα Ντόμπρεβα είναι κάποιοι από αυτούς, κοντά στο όνομα του Στάνισλαβ Στρατίεφ, που εξακολουθεί να κυριαρχεί.
«Η δική μας» παράσταση και η ζωή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής με μας
Για τους παρακολουθούντες την πορεία και την εξέλιξη του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής – πολύπαθη όντως – η τελευταία – «βαλκανική του» επιλογή είναι από τις καλύτερες, ανεξαρτήτως αν συμφωνεί σε αυτό σύμπας ο κόσμος, που βαφτίζει στην πόλη μας τον εαυτό του «διανοούμενο». *2
Το συνέδριο για το Βαλκανικό Θέατρο άφησε όντως εποχή κι έχει καταγραφεί στα θετικά της ιστορίας του πολιτισμού της πόλης, όπως τα παλιότερα για τη «Γυναικεία Γραφή» και το Γεώργιο Βιζυηνό.
Για τους παρακολουθούντες όμως και την τελευταία πορεία του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής αυτόν τον χρόνο, και επί προεδρίας Αναστασίου Βαβατσικλή, θα έλεγε κάποιος ότι παρακολουθούμε και την καλύτερη περίοδο της καλλιτεχνικής διεύθυνσης του Δημήτρη Παπασταμάτη. Μια περίοδο, που προσέφερε στην πόλη έναν καλό Τσιτσάνη, ένα καλό «Γαϊτανάκι» δουλεμένο με υπομονή, φαντασία και άποψη, έναν καλό Φώτη Αγγουλέ και μία καλή παράσταση του έργου του Κύριλ Τοπάλοβ «Μία ζωή χωρίς εμένα». Στη Γαλλία, στο Πανεπιστήμιο της Εξ- Αν- Προβάνς διδάσκων ο Κύριλ Τοπάλοβ, μάλλον, έχει εξάλλου τα φόντα – ακόμη για τους δύσκολους- να εκφράζεται έγκυρα όταν αναφέρει ότι η παράσταση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής είναι μία από τις τρεις καλύτερες σκηνικές εκδοχές του έργου παγκοσμίως.
Μια καλή παράσταση, λοιπόν, και από τις καλύτερες σκηνοθεσίες του Δημήτρη Παπασταμάτη η συγκεκριμένη. Για πολλούς λόγους.
Γιατί πάραυτα αναγνώρισε τις γλωσσικές αδυναμίες του κειμένου της μετάφρασης και επεξεργάστηκε γλωσσικά το έργο από την αρχή.
Γιατί είχε στο μυαλό του ότι το ζευγάρι στην παγκόσμια δραματουργία είναι ισχυρό και ικανό από μόνο του θέμα έτσι ώστε «να αγαπήσει» και να εμπιστευθεί τη θεματική του έργου, έχοντας, εντούτοις, επίγνωση ότι πρόκειται για ένα «άνισο», σε δραματική ποιότητα, κείμενο.
Γιατί κατάφερε να αποφύγει την «καρικατούρα» και τη γελοιοποίηση του νεαρού ζευγαριού, τέχνασμα στο οποίο θα κατέφευγε «ο εύκολος» σκηνοθέτης, ο έχων την άποψη ιδιαίτερα, ότι απευθύνεται σε ένα επαρχιώτικο κοινό, που θέλει να ξεκουραστεί από τα «εσώτερα» του ζευγαριού, τις αντιθέσεις και τους λεκτικούς καβγάδες, στο πρώτο μέρος της παράστασης.
Ευφυώς, ενδυνάμωσε δηλαδή, το δραματικό υπόβαθρο του έργου εντάσσοντας και το σύγχρονο ζευγάρι στην παράδοση της τάχα ευτυχισμένης, περί των ζευγαριών, φιλολογίας, τονίζοντας ότι δυστυχώς η ιστορία επαναλαμβάνεται… Αενάως.
Γιατί, εργάστηκε συστηματικά με τους ηθοποιούς του, ανομοιογενούς παιδείας και θεατρικής παράδοσης, προσφέροντας , μία στα περισσότερα σημεία, σημαντική εντάσεως ομοιογενή δραματική παράσταση.
Γιατί επέλεξε ως σκηνογράφο του τον ευφυή και απεριφράστως ταλαντούχο Νίκο Θωμά, έναν άνθρωπο, που θα έπρεπε έχοντας δώσει τέτοια απολύτως επιτυχή, μέχρι τώρα, δείγματα του ταλέντου του να είναι μόνιμος συνεργάτης του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ.
Γιατί ακόμη και οι λοιποί συνεργάτες του, η ενδυματολόγος κ. Άση Δημητρολοπούλου αλλά και ο κ. Δήμος Αβδελιώδης στους φωτισμούς ξέρουν καλά τη δουλειά τους και σεβάστηκαν την άποψη του σκηνοθέτη.
Με εξαίρεση την καλή μουσική του Θοδωρή Ξυδιά, που προσέδωσε τόνους λαϊκότητας στην παράσταση, κατά την άποψή μας, το «Μία ζωή χωρίς εμένα» του Κύριλ Τοπάλοβ στην σκηνή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής δικαίως απέσπασε τα εύσημα του «επαΐοντος» και διακεκριμένου διεθνώς διανοούμενου Κύριλ Τοπάλοβ.
Τ.Β.
*1 Να σημειώσουμε ότι ο Κύριλ Τοπάλοβ ως συγγραφέας δεν εντάχθηκε ποτέ απολύτως στην «παράδοση» των θετικών επίσημων προτύπων του υπαρκτού. Το πρώτο του μυθιστόρημα «Ανύπαντρη γυναίκα να είσαι ευλογημένη» – που αναφέρεται σε ό,τι λέει και ο τίτλος του – διετέλεσε εξάλλου γι’ αυτόν το λόγο και ως διεθνικό «ευαγγέλιο» ενός ακόμη δικαιώματος των γυναικών, αρκετά νωρίς μάλιστα, τη δεκαετία του ΄70.
*2 «Γνωρίζω ότι στην Κομοτηνή ζει ένα διανοούμενο κοινό, που θα εγκρίνει τη δουλειά των ηθοποιών και του σκηνοθέτη», είχε δηλώσει κατά τη διάρκεια της συνέντευξης τύπου για τη συγκεκριμένη παράσταση ο συγγραφέας του έργου Κύριλ Τοπάλοβ. Μόνο, που δε γνώριζε ότι κάποιους από το διανοούμενο κοινό της Κομοτηνής δεν τους ενδιαφέρει να γνωρίσουν το τι και το πώς του βουλγαρικού θεάτρου. Αν γινόταν επανάληψη, λόγου χάριν, του έργου «Το σακάκι που βελάζει» του Στρατίεβ, του γνωστού και εκτός της χώρας του βούλγαρου θεατρικού συγγραφέα, που, ήδη, έχει παιχτεί στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής, θα τους αρκούσε.
Το να ξέρουν όμως ότι το θέατρο στη Βουλγαρία ήταν αυτό, που ήταν – όχι στην πλειοψηφία του «μεγάλο» – εκκινώντας από το «υπάρχον», τη «γνώση», ενδεχομένως, της έλλειψης αλλά και των κατακτήσεών του στο παρελθόν, αλλά και στο παρόν, μάλλον δεν τους ενδιαφέρει.
Στα «μέγιστα» του μέλλοντος απευθείας τοποθετούνται. Για «γνώση» των Βαλκανίων θα μιλάμε τώρα;
ΥΓ. Όσο για το πολυσυζητημένο όνειρο και την επιτυχή του ή όχι σκηνική απόδοση, στο θέατρο μετρά και η πρόθεση. Το όνειρο, λοιπόν, ως σύλληψη ενδυνάμωσης της δραματικής εντάσεως μεταξύ των πρωταγωνιστών του «ευτυχισμένου(!)» επί εικοσαετία ζευγαριού, όταν ως όνειρο καταγράφει και αναδεικνύει το αγνοημένο ασυνείδητο, επιτυχής, ως πρόθεση, σίγουρα ήταν.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
