«Ραγδαια η εξελιξη της ασφαλιστικης αγορας»

Ραγδαίες εξελίξεις στην ελληνική ασφαλιστική αγορά, με αφορμή την κατάσταση των κοινωνικών ταμείων ασφάλισης, προβλέπει ο Βαγγέλης Εμμανουήλ, της ALICO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ, μιλώντας στον ΠτΘ. Με αφορμή το λουκέτο ασφαλιστικών εταιρειών, ο κ. Εμμανουήλ μιλά για τις εξελίξεις που άρχισαν από το 2006, εφιστά την προσοχή των υποψηφίων ασφαλισμένων, αλλά και μιλά για το νομικό πλαίσιο που καλύπτει τις ασφαλιστικές εταιρείες, το οποίο προσφέρει ασφαλιστικές δικλείδες στους ασφαλισμένους, αρκεί να είναι ενημερωμένοι.

Να σημειωθεί ότι κύριος τομέας απασχόλησης της ALICO, η οποία λειτουργεί εδώ και 24 χρόνια στην πόλη μας, έχοντας ένα από τα καλύτερα οργανωμένα γραφεία με επαγγελματίες ασφαλιστές, είναι οι ασφάλειες ζωής. Όπως όμως τονίζει ο κ. Εμμανουήλ, «επειδή οι ανάγκες των ανθρώπων είναι πολλές, για να τις καλύψουμε συνεργαζόμαστε με μία δεύτερη εταιρεία ελληνικών συμφερόντων, την GENERAL UNION, μέσα από την οποία καλύπτουμε τους κλάδους που αφορούν στο αυτοκίνητο, στις επιχειρήσεις, στα σπίτια».

ΠτΘ: κ. Εμμανουήλ, πώς διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή το τοπίο των ασφαλιστικών εταιρειών στην Ελλάδα;

Β.Ε.:
Η εξέλιξη των ασφαλιστικών εταιρειών είναι ραγδαία σήμερα σ’ όλους τους τομείς. Έχουν ληφθεί πολλά μέτρα που αφορούν στην εξυγίανσή τους, τα οποία κατ’ επέκταση θα οδηγήσουν σε μικρό χρονικό διάστημα στην εξυγίανση όλης της αγοράς.

ΠτΘ: Υπάρχει νομικό πλαίσιο για τη λειτουργία τους;

Β.Ε.:
Υπάρχει νόμος – πλαίσιο από το 1968 που επιβάλλει τον έλεγχο των αποθεματικών στις ασφαλιστικές εταιρείες ζωής, κάτι που τα τελευταία χρόνια έγινε και γι’ αυτές των αυτοκινήτων. Σήμερα ο κύριος φορέας ελέγχου είναι το Υπουργείο Ανάπτυξης – Τομέας Εμπορίου, το οποίο έχει συστήσει και επιτροπή εποπτείας της ιδιωτικής ασφάλισης. Μέσα από αυτούς τους φορείς στις εταιρείες γίνεται ένας εντονότατος και ενδελεχής έλεγχος, ώστε στο τέλος του χρόνου κάθε εταιρεία να ζητά ένα πιστοποιητικό φερεγγυότητας, και, αν έχει καλυμμένα όλα τα αποθεματικά που της επιβάλλει ο νόμος σύμφωνα με τις πωλήσεις της, σύμφωνα με τους πελάτες που έχει, τότε το παίρνει. Μπορεί λοιπόν να ελέγξει ο κάθε ασφαλισμένος την εξέλιξη της εταιρείας του με ένα τηλέφωνο στο Υπουργείο Ανάπτυξης – Τομέας Εμπορίου.

Για την πορεία λοιπόν των ασφαλιστικών εταιρειών και γενικότερα την εποπτεία της ασφαλιστικής αγοράς παίρνονται μέτρα με αυστηρά κριτήρια. Με πολύ αυστηρούς όρους το κράτος ζητά συγκεκριμένα αποθεματικά για το σύνολο των ασφαλειών και, εκτός αυτών, ελέγχει και τη διαχείρισή τους, ορίζει δηλαδή ότι μπορείς να αγοράζεις ακίνητο, αλλά σε πόλη που έχει πάνω από 50.000 κατοίκους. Δεν μπορείς να κάνεις επένδυση σε ένα χωριό και να λες «έκανα επένδυση ενός μεγάλου ποσού». Κατ’ επέκταση, σήμερα πλέον υπάρχει έλεγχος και στους διαμεσολαβούντες. Από το 2003, για να γίνει κάποιος ασφαλιστής, πρέπει να δώσει εξετάσεις πανεπιστημιακού επιπέδου στη Βόρεια Ελλάδα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, και στη Νότια στο πανεπιστήμιο του Πειραιά και, εφόσον περάσει τις εξετάσεις, παίρνει την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος.

Ένα τρίτο σημείο το οποίο θεωρώ σημαντικό είναι ότι από το 2007 το κράτος επιβάλλει στους ασφαλιστές να έχουν υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης. Στους γιατρούς, που ασχολούνται με τη ζωή, στους δικηγόρους, που για μια νομική συμβουλή μπορεί να σε στείλουν στη φυλακή, δεν επιβάλλεται η αστική ευθύνη και στους ασφαλιστές επιβάλλεται. Αυτό δείχνει με πόσο σοβαρό μάτι παρακολουθεί το κράτος το θεσμό της ιδιωτικής ασφάλισης και πόσο πολύ θέλει να βοηθήσει την ανάπτυξη αυτού του φορέα.

ΠτΘ: Προστατεύεται δηλαδή ο πολίτης από το νόμο;

Β.Ε.:
Βεβαίως. Οι πωλήσεις των ασφαλειών γίνονται με δύο τρόπους. Οι ασφάλειες των αυτοκινήτων γίνονται γιατί πρέπει, γιατί το επιβάλλει ο νόμος. Είναι αυτό που λέμε ότι δηλαδή δεν υπάρχει συνείδηση στον ασφαλισμένο. Πρέπει να έχεις στο μυαλό σου ότι, αν χτυπήσεις κάποιον με το αυτοκίνητό σου και πρέπει να πληρώσεις 100.000 ευρώ, θα έλθει η ασφαλιστική εταιρεία να τον αποζημιώσει. Μεταβιβάζεις τον κίνδυνο στην εταιρεία. Το «πρέπει γιατί το λέει ο νόμος» οδηγεί κάποιον να ασφαλιστεί και ν’ απευθυνθεί σε οποιαδήποτε εταιρεία, αρκεί να πληρώνει λιγότερα.

ΠτΘ: Οι πολίτες είναι συνειδητοποιημένοι, όσον αφορά στο θέμα της ιδιωτικής ασφάλισης;

Β.Ε.:
Αν κάποιος παρακολουθήσει τους δείκτες από χρονιά σε χρονιά, υπάρχει μία αύξηση του κύκλου εργασιών των εταιρειών που είναι πολλαπλάσια του μέσου όρου του ΑΕΠ που έχουμε σαν κράτος. Δείχνει -παρόλη τη στρεβλή εικόνα που υπάρχει ότι ο κόσμος είναι δύσπιστος, ότι ο κόσμος δεν ασφαλίζεται- να έχουμε διπλάσια και τριπλάσια ποσοστά αύξησης του κύκλου εργασιών σε σχέση με την υπόλοιπη αγορά. Είμαστε, βέβαια, σε χαμηλά ποσοστά σε σχέση με την Ευρώπη, όσον αφορά στις ασφάλειες ζωής, επειδή ακριβώς δεν υπάρχει συνείδηση στον κόσμο, φτάνουμε σήμερα να έχουμε το 2,5% του ΑΕΠ σε ασφάλιστρα ζωής, με ένα μέσο όρο ασφαλίστρου περίπου στα 350 ευρώ, ενώ στην Ευρώπη ξεπερνά το 8,5% του ΑΕΠ με μέσο όρο ασφαλίστρου 2.000 ευρώ κατά κεφαλή. Όλα αυτά όμως δείχνουν την προοπτική ανάπτυξης που υπάρχει.

ΠτΘ: Στην Ελλάδα λειτουργούν πολλές ασφαλιστικές εταιρείες;

Β.Ε.:
Υπάρχουν αρκετές. Στο σύνολό τους πρέπει να είναι περίπου 80, αν όμως λάβουμε υπόψη μας ότι πριν 15 χρόνια υπήρχαν 150, διαπιστώνουμε ότι η τάση είναι στο να συγχωνεύονται, να εξαγοράζονται για να ισχυροποιούνται. Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση κατά την οποία, επειδή πολλές εταιρείες δεν μπορούν να λειτουργήσουν, ανακαλείται η άδειά τους και σταματούν πλέον να δραστηριοποιούνται στην αγορά.

ΠτΘ: Τέτοια φαινόμενα είδαμε να εμφανίζονται έντονα στην Ελλάδα στο τέλος του 2006 με αρχές του 2007 σε εταιρείες ασφάλειας αυτοκινήτων…

Β.Ε.:
Το υπουργείο Εμπορίου έχει αυξήσει τα όρια φερεγγυότητας τα οποία ζητά για τη λειτουργία μιας εταιρείας και κατά βάση την τήρηση των αποθεματικών. Αυτό που συμβαίνει στις ασφαλιστικές εταιρείες αυτοκινήτων είναι όχι ότι δεν ασφαλίζουν καινούργια αυτοκίνητα, όχι ότι δεν πληρώνουν τις ζημιές τους, έστω και με καθυστέρηση, αλλά δεν τηρούν κάποιες οικονομικές αρχές. Για κάθε πελάτη που ασφαλίζουμε πρέπει ένα ποσοστό του ασφαλίστρου να δημιουργεί απόθεμα. Το ύψος του αποθέματος ορίζεται από το Υπουργείο, το οποίο, για να μπορέσει να κρατήσει μόνο τις υγιείς εταιρείες, έχει αυξήσει το ποσοστό του αποθεματικού. Έτσι λοιπόν εταιρείες μικρές που κατέβασαν πολύ το ασφάλιστρό τους, για να πάρουν πελατολόγιο χωρίς να τους νοιάζει η κάλυψη των αποθεματικών, έφθασαν στο σημείο να μη μπορούν να καλύψουν αυτά τα ποσά και το υπουργείο δίνοντάς τους ένα περιθώριο να προσαρμοστούν, έχοντάς τες σε επιτήρηση, τελικά έκανε ανάκληση της άδειάς τους. Η ουσία λοιπόν είναι να μπορούν οι εταιρείες να ασφαλίζουν, αλλά να τηρούν τα αποθεματικά τους, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν τους ελέγχους του υπουργείου.

ΠτΘ: Ο πελάτης πώς μπορεί να ελέγξει τις εταιρείες;

Β.Ε.:
Μέσα από τη δραστηριότητά τους. Σε μια ζημιά μπορεί να παρατηρήσει αν πληρώνει γρήγορα η εταιρεία, πόσο καθυστερεί, αν πληρώνει η εταιρεία τους υπαλλήλους της, την εφορία της. Είναι πολύ εύκολο, αν μπεις στο ίντερνετ, να δεις αν υπάρχει φορολογική ενημερότητα.

ΠτΘ: Το ίντερνετ όμως δεν είναι εύχρηστο σε πολλούς…

Β.Ε.:
Μπορεί όμως ο πελάτης να ζητήσει από τον ασφαλιστή του -γιατί στην ασφάλεια εμπιστεύεσαι το πρόσωπο- να δει το πιστοποιητικό φερεγγυότητας ή τη φορολογική ενημερότητα της εταιρείας. Αν δεν πληρώνει η εταιρεία τους φόρους ενημερώνονται τα χρέη της, γίνονται καταγγελίες από το ίδιο το κράτος, και βέβαια, αν δεν πληρώνει τις ζημιές, γίνονται καταγγελίες εκ μέρους των σωματείων των καταναλωτών στο υπουργείο. Όλα αυτά ακούγονται παραέξω. Πάντοτε όμως μ’ ένα τηλέφωνο στο υπουργείο μπορείς να ελέγξεις την πορεία της εταιρείας.

ΠτΘ: Τι γίνεται με τους πελάτες των εταιρειών που έκλεισαν;

Β.Ε.:
Αυτοί είναι οι άτυχοι της συγκεκριμένης κατάστασης. Μάλιστα, αν τους τοποθετήσουμε σε κλίμακα, περισσότερο άτυχοι είναι αυτοί που πλήρωσαν το συμβόλαιό τους ένα μήνα πριν κλείσει η εταιρεία, οπότε έχασαν όλο το ασφάλιστρό τους, εν αντιθέσει με αυτούς που το πλήρωσαν πριν 11 μήνες και θα έπρεπε να το πληρώσουν τον επόμενο για να ανανεωθεί. Ο νόμος ορίζει ότι από την ημέρα που το υπουργείο ανακαλεί την άδεια λειτουργίας της εταιρείας υπάρχει κάλυψη για ένα μήνα από το επικουρικό κεφάλαιο, το οποίο είναι ένας θεσμός που καλύπτει περιπτώσεις εταιρειών που έχουν κλείσει και έχουν σε εκκρεμότητα ζημιές, γιατί εκεί είναι ακόμη μεγαλύτερο το πρόβλημα. Αν λοιπόν ήσουν ασφαλισμένος σε εταιρεία που έκλεισε και πρέπει να αποζημιωθείς για ένα ατύχημα, τότε το επικουρικό είναι υποχρεωμένο να σε καλύψει. Βέβαια, η διαδικασία δεν είναι απλή αλλά σύνθετη, γιατί το επικουρικό είναι ένα κεφάλαιο το οποίο το πληρώνει ο ασφαλισμένος μέσα από το συμβόλαιό του. Αν κάποιος παρατηρήσει την ανάλυση του ασφαλίστρου, υπάρχει ένα τμήμα του που πάει στο επικουρικό κεφάλαιο. Αυτό το πληρώνεις άσχετα αν δεν χρειασθεί ποτέ να σε καλύψει το επικουρικό. Σε περίπτωση όμως που κλείσει η εταιρεία, μέσα από μία πολύπλοκη διαδικασία που απαιτεί χρόνο -ο νομοθέτης βέβαια ορίζει ότι δεν πρέπει να ξεπερνά τα τρία χρόνια- και μετά από δικαστικές αποφάσεις, μία διαδικασία δηλαδή χρονοβόρα και ψυχοφθόρα, μπορείς να καλυφθείς για τη ζημιά που θα έχεις.

ΠτΘ: Κάποιος που θέλει να ασφαλιστεί τι πρέπει να προσέχει;

Β.Ε.:
Η αλήθεια είναι ότι, όταν κάποιος κάνει ασφάλεια, ειδικά στην επαρχία, στηρίζεται στην αξιοπιστία του προσώπου του ασφαλιστή. Συνήθως βέβαια είναι πολύ μικρό το ποσοστό των ανθρώπων που ψάχνουν τον ασφαλιστή, αν και τελευταία υπάρχει μεγάλη αύξηση σ’ αυτό το ποσοστό, βλέποντας τι γίνεται με την κοινωνική ασφάλιση. Συνήθως οι επαφές γίνονται μέσω συστάσεων. Έτσι λοιπόν, από την προσωπική γνωριμία που έχεις στηρίζεσαι στο πρόσωπο. Στις μεγαλουπόλεις βέβαια δεν γίνεται έτσι, γιατί οι άνθρωποι είναι άγνωστοι μεταξύ τους, αλλά επειδή είναι περισσότερο εγκλιματισμένοι ψάχνουν την εταιρεία. Από την πλευρά μας προτείνουμε, όταν αποφασίσει κάποιος να μιλήσει για οποιοδήποτε είδος ασφάλειας, να ζητήσει επαγγελματία ασφαλιστή, γιατί αυτός δεν θα ρίσκαρε ποτέ την καριέρα του και τη θέση του στην εταιρεία για να κάνει ένα συμβόλαιο το οποίο δεν θα είναι σωστό. Επίσης, όπως προείπα, το κράτος υποχρεώνει τον επαγγελματία ασφαλιστή να έχει κάλυψη αστικής ευθύνης. Αν δοθεί λάθος ασφαλιστική συμβουλή, έχει το δικαίωμα ο πελάτης να το καταγγείλει και η εταιρεία θα αποζημιώσει.

Να σημειώσω ότι οι επαγγελματίες ασφαλιστές δεν είναι και πάρα πολλοί. Παρενθετικά να σας πω ότι στη Μεγάλη Βρετανία, η οποία θεωρείται η πλέον ανεπτυγμένη ασφαλιστική αγορά παγκοσμίως ξεπερνώντας και την Αυστραλία και την Αμερική και τον Καναδά, έχουν μείνει το 15% των ασφαλιστών σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν.

ΠτΘ: Υπάρχει κρίση στο επάγγελμα;

Β.Ε.:
Όχι το επάγγελμα εξειδικεύεται, κατοχυρώνεται και αυτοί που θα είναι ασφαλιστές θα έχουν καλή γνώση του αντικειμένου, θα ακολουθούν τον τρόπο που επιβάλλει ο νόμος. Θα επανέλθω στη Μεγάλη Βρετανία, όπου ο ασφαλιστής δεν έχει το δικαίωμα να ασφαλίσει, αλλά ούτε και να δώσει προσφορά σε υποψήφιο ασφαλιζόμενο, αν δεν υπάρχει έντυπο που να αναλύει τις ανάγκες του υποψήφιου ασφαλισμένου και να είναι υπογεγραμμένο και από τους δύο. Εκ του νόμου δεν μπορείς να πωλήσεις ασφάλεια χωρίς ανάλυση αναγκών. Οι επαγγελματίες ασφαλιστές στην Ελλάδα, των οποίων ο αριθμός σε ποσοστό επί των ασφαλιστών που ήταν πριν δεκαπέντε χρόνια μειώνεται πολύ και θα μείνουν λίγοι, θα πρέπει να γνωρίζουν το αντικείμενο, να κάνουν σωστή ανάλυση των αναγκών του ασφαλισμένου και να του δίνουν σωστή ανάλυση. Άρα λοιπόν θα πρέπει ο υποψήφιος να επιλέγει σωστό ασφαλιστή, δεύτερον σωστά οργανωμένο γραφείο και τρίτον και σημαντικότερο να επιλέγει την εταιρεία, γιατί ουσιαστικά η ασφαλιστική εταιρεία αποζημιώνει, ούτε ο ασφαλιστής ούτε το ασφαλιστικό γραφείο της πόλης στην οποία θέλεις να ασφαλιστείς. Ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός και, ανάλογα με τις δυνατότητές του, να παρατηρεί στοιχεία των εταιρειών και να διαβάζει και να μελετά το συμβόλαιο. Οι υποψήφιοι ασφαλιζόμενοι δεν πρέπει να δέχονται να κάνουν ασφάλεια χωρίς να μελετήσουν το συμβόλαιο και χωρίς να κάνουν ανάλυση αναγκών. Αυτό το οποίο λέμε στην εταιρεία μας και είναι κορυφή στην εκπαίδευση για να μπορέσεις να ασφαλίσεις κάποιον σωστά, είναι ότι πρέπει πρώτα να συζητήσεις μαζί του, να εκμαιεύσεις τις ασφαλιστικές του ανάγκες και να του προτείνεις πρόγραμμα που θα του καλύπτει τις ανάγκες.

ΠτΘ: Τι θέση κατέχει η εταιρεία την οποία εκπροσωπείτε στην αγορά;

Β.Ε:
Η εταιρεία μας, από άποψη ενεργητικού περιουσίας και κύκλου εργασιών, κατέχει την τρίτη θέση. Είναι πολύ υψηλή θέση, αν λάβουμε υπόψη μας ότι πρόκειται για μια ξένη εταιρεία, είναι αμερικανικών συμφερόντων. Οι δύο εταιρείες που κατέχουν υψηλότερη θέση είναι η «Εθνική», η οποία στηρίζεται σε μεγάλο μέρος στη βοήθεια που προσφέρει η Εθνική Τράπεζα, και η Interamerican, η οποία χρησιμοποιώντας τη μέθοδο του μάρκετινγκ κατάφερε για πολλά χρόνια να μπει σε πολλά σπίτια και, για να πω την αλήθεια, οι υπόλοιποι ασφαλιστές για το συγκεκριμένο σημείο είναι ευγνώμονες στην εταιρεία αυτή, γιατί πηγαίναμε να ασφαλίσουμε κάποιον και όταν του λέγαμε είμαι ασφαλιστής αμέσως μας έλεγε Interamerican, που σημαίνει ότι τη γνώριζε, γνώριζαν δηλαδή το θεσμό μέσα από αυτή, άσχετα αν τα τελευταία χρόνια δεν μπορεί να διατηρήσει την αίγλη και την τιμή που είχε υπό την καθοδήγηση του Κοντομηνά τότε, ο οποίος την πούλησε το 1999. Η ALICO στους δύο αυτούς τομείς έχει την τρίτη θέση, αλλά υπάρχουν επιμέρους οικονομικά στοιχεία τα οποία προβάλλουμε εμείς και λέμε ότι πρέπει να προσέχουν οι ενδιαφερόμενοι και αυτά αφορούν στη διαχείριση των κεφαλαίων γιατί η ασφάλιση είναι αυτό ακριβώς. Εμείς λοιπόν λέμε ότι η εταιρεία μας σήμερα, άσχετα με τον κύκλο εργασιών της, έχει την καλύτερη διαχείριση των κεφαλαίων που της εμπιστεύονται οι ασφαλισμένοι. Το αποτέλεσμα είναι σε ποσοστά να έχουμε σύμφωνα με τα κεφάλαιά μας τις υψηλότερες αποδόσεις, σύμφωνα με τα κεφάλαιά μας το χαμηλότερο δείκτη εξόδων. Σήμερα η ALICO έχει δείκτη εξόδων στο 5,5% επί των ασφαλίστρων που παίρνει έναντι του 15% όπου είναι η δεύτερη εταιρεία. Υπάρχουν και ασφαλιστικές εταιρείας που έχουν δείκτη εξόδων 30%. Αυτό δείχνει ότι η εταιρεία μας τα χρήματα που παίρνει από τους ασφαλισμένους τα σέβεται, τα διαχειρίζεται σωστά, δεν τα ξοδεύει σε τομείς που είναι μη ανταποδοτικοί, μη παραγωγικοί και στο τέλος καταφέρνει να δίνει αποδόσεις που είναι ικανοποιητικές για το συμφέρον των ασφαλισμένων. Να σας πω ενδεικτικά ότι τα τελευταία χρόνια βλέποντας αποδόσεις στις τράπεζες, στα ομόλογα, στις καταθέσεις της τάξης 0,3% ή της τάξης 1% καταφέρνει η ALICO να δίνει στα παλιά συμβόλαια, αυτά δηλαδή που έγιναν πριν πέντε χρόνια, 5% εγγυημένη απόδοση και στα καινούργια ποσοστό περίπου 4,5%, που είναι πολύ μεγάλη απόδοση.

ΠτΘ: Με βάση τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα κοινωνικά ταμεία, ποια είναι η πορεία των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων;

Β.Ε.:
Τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία έξαρση των συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Φέτος η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών γιόρτασε τα 100 χρόνια λειτουργίας της. Για πρώτη φορά παρέστη πρωθυπουργός σαν θεσμικό όργανο. Αυτό και μόνο καταδεικνύει τη σοβαρότητα με την οποία η κυβέρνηση βλέπει την ιδιωτική ασφάλιση. Μάλιστα ο πρωθυπουργός είπε ότι «αναγνωρίζουμε το συμπληρωματικό ρόλο της ιδιωτικής ασφάλισης», γιατί σήμερα θέλουμε δεν θέλουμε ο βασικός πυλώνας ασφάλισης είναι τα κρατικά ταμεία. Αυτό δεν μπορούμε να το αλλάξουμε γιατί υπάρχει η εξής απλή λογική: Οι σημερινοί συνταξιούχοι παίρνουν σύνταξη από τις εισφορές των ασφαλισμένων που γίνονται σήμερα. Κάποιος που είναι ασφαλισμένος στο ΤΕΒΕ πληρώνει κάθε μήνα μία εισφορά η οποία μοιράζεται στη σύνταξη του συνταξιούχου, στην κάλυψη των αναγκών υγείας του, στην κάλυψη των αναγκών υγείας του ίδιου του ασφαλισμένου και στα διαχειριστικά έξοδα του ταμείου. Φτάνει λοιπόν σε ένα σημείο το ταμείο, παρόλο που μαζεύει εκατομμύρια ευρώ, να μη φθάνουν να πληρώσει όλες αυτές τις αναγκαίες δαπάνες και αυτό το σύστημα που ονομάζεται αναδιανεμητικό -αναδιανέμει δηλαδή την εισφορά του ασφαλισμένου- δημιουργεί πρόβλημα, γιατί όταν θα βγούμε εμείς στη σύνταξη θα πρέπει να υπάρχουν ελεύθεροι επαγγελματίες εγγεγραμμένοι στα μητρώα του ΤΕΒΕ να πληρώνουν τις εισφορές τους και από αυτές να παίρνουμε εμείς τη σύνταξή μας. Εν αντιθέσει, το σύστημα της ιδιωτικής ασφάλισης είναι κεφαλαιοποιητικό, ξεκινώντας κάποιος ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα και με την εποπτεία του κράτους είναι υποχρεωμένη η εταιρεία να τοποθετεί τα χρήματα σε συγκεκριμένες επενδύσεις που να έχουν συγκεκριμένες αποδόσεις και στη λήξη του προγράμματος να σου δώσει όλα τα χρήματα που έδωσες κεφαλαιοποιώντας τις αποδόσεις των χρημάτων που έδωσες. Στην ουσία δηλαδή παίρνεις τα δικά σου χρήματα με τις αποδόσεις. Βέβαια, δεν το βλέπουμε σαν αποταμίευση, γιατί ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που είναι ο κορμός της ασφάλισης έχει επιμέρους παροχές τις οποίες δεν μπορείς να βρεις πουθενά αλλού. Για παράδειγμα, υπάρχει μία συμπληρωματική κάλυψη που λέει ότι, αν αύριο στον ασφαλισμένο συμβεί ένα ατύχημα αναλαμβάνει η εταιρεία να πληρώνει το ασφάλιστρο μέχρι να πάρει σύνταξη. Γι’ αυτό το λέμε ασφάλεια και όχι αποταμίευση.

Όσον αφορά στις αποδόσεις, υπάρχει ισχυρό φορολογικό κίνητρο. Για παράδειγμα κάποιος που έχει 1.200 ευρώ ασφάλιστρο δικαιούται να το δηλώσει στη φορολογική του δήλωση και να εκπέσει του φόρου ανάλογα με την κατηγορία φορολόγησης που βρίσκεται επί των 1.200 ευρώ. Αν λοιπόν κάποιος έχει εισόδημα πάνω από 23.000 ευρώ και φορολογείται πάνω από 40%, γλιτώνει φόρο επί των 1.200 ευρώ, δηλαδή γλιτώνει 480 ευρώ. Αυτό και μόνο το όφελος σαν απόδοση είναι πολύ σημαντικό.

Το συνταξιοδοτικό είναι πολύ σημαντικό κομμάτι γιατί δυστυχώς υπάρχει μεγάλο πρόβλημα, και δεν είναι μόνο ελληνικό αλλά γενικότερο και κατά κύριο λόγο οφείλεται σε δημογραφικούς παράγοντες. Γιατί δυστυχώς υπάρχει υπογεννητικότητα, υπάρχει αύξηση του μέσου όρου ζωής, με αποτέλεσμα να βγαίνουν στη σύνταξη και να παίρνουν για πολύ περισσότερα χρόνια σύνταξη, ώστε το ταμείο να αδυνατεί να πληρώνει. Βεβαίως, υπάρχει και κακοδιαχείριση στα ασφαλιστικά ταμεία που θεωρώ ότι δεν είναι υπαιτιότητας των διοικούντων των ταμείων. Όταν υπάρχει η πολιτική βούληση να ικανοποιήσει τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά με χρήματα τα οποία είναι δανεικά από τα ταμεία και δεν επιστρέφονται ποτέ, τότε στην ουσία το ταμείο δεν θα καλύψει τα κενά.

Είναι πολύ μεγάλο το συνταξιοδοτικό πρόβλημα, γι’ αυτό και στην Ευρώπη υπάρχει μία τάση αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης, αύξησης των εισφορών στα ταμεία, κατάργησης των πρόωρων συντάξεων, αλλαγής κατηγοριών στα επαγγέλματα που πριν θεωρούνταν βαρέα και ανθυγιεινά, γιατί δικαιούνται να πάρουν μεγαλύτερες συντάξεις και νωρίτερα. Κι όλα αυτά για να σώσουν το συνταξιοδοτικό σύστημα, αν και νομίζω ότι δεν θα το καταφέρουν, εκτός αν υπάρχει μια γενναία χρηματοδότηση από πλευράς κυβέρνησης, την οποία βέβαια θεωρώ αδύνατη, με τα οικονομικά δεδομένα της χώρας μας. Μάλιστα υπολογίζουν ότι το 2050 θα χρειάζεται περισσότερο από το 25% του ΑΕΠ να πηγαίνει σε χρηματοδότηση των ταμείων για να καλύπτουν τις συντάξεις. Η ίδια όμως η ΕΕ δεν επιτρέπει τέτοια νούμερα και οι συστάσεις που γίνονται συνεχώς προς την Ελλάδα είναι η μη αύξηση επί του ποσοστού του ΑΕΠ της χρηματοδότησης των ασφαλιστικών ταμείων. Εμείς αυτό που προτείνουμε είναι ότι, εφόσον είσαι υποχρεωμένος εκ του νόμου να είσαι ασφαλισμένος σε ένα κρατικό φορέα, καλό είναι, όσο πιο νέος είσαι, να κάνεις μια μελέτη ενός συνταξιοδοτικού προγράμματος, ώστε να κατοχυρώσεις τη σύνταξη που θέλεις στην ηλικία που θέλεις. Γιατί πέρα απ’ όλα τα θετικά μόνος σου ορίζεις την ημερομηνία συνταξιοδότησης όπως και το ύψος της σύνταξης που θέλεις να πάρεις, φυσικά εξαρτώμενο πάντα από το ασφάλιστρο που θέλεις να πληρώνεις ή στην αντίθετη περίπτωση να ορίσεις το ασφάλιστρο που θέλεις να πληρώνεις και σύμφωνα με αυτό να βγάλεις τη σύνταξη στην ηλικία που θα επιλέξεις. Αυτά τα δεδομένα στοιχεία δεν μπορεί να τα αλλάξει η ασφαλιστική εταιρεία, εν αντιθέσει, για παράδειγμα, με το ΤΕΒΕ που πριν χρόνια έδινε σύνταξη στα 55 γιατί ο μέσος όρος ζωής ήταν τα 67, ενώ τώρα το πήγε στα 65 γιατί ο μέσος όρος ζωής είναι 78 και μετά από τριάντα χρόνια θα το ανεβάσει γιατί θα ανέβει και ο μέσος όρος ζωής. Αυτά λοιπόν τα καθορίζουν στον κρατικό τομέα τρίτοι, ενώ στην ιδιωτική ασφάλιση τα καθορίζεις μόνος σου.

ΠτΘ: κ. Εμμανουήλ, σας ευχαριστούμε πολύ.

Β.Ε.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.