Πτυχες του ΄21
Πτυχές του ΄21, όπως η ιδιοποίηση των εθνικών δανείων, οι αντιδράσεις των μεγαλονοικοκυραίων της εποχής προς τους αγωνιστές που ανέδειξε ο αγώνας, τα
«προσκυνήματα» και τα «καπάκια» (συμφωνίες) με τους εχθρούς για την διασφάλιση προνομίων και ενίοτε την επιβίωση, και, κυρίως, τον εκτενή διάλογο με τους ιστορικούς του ΄21, αναδεικνύει το ακολούθως φιλοξενούμενο άρθρο του Κωνσταντίνου Σαραντάκου, Διευθυντή του ΣΔΟΕ ΑΜ-Θ, και συστηματικού μελετητή της ιστορίας στις ελεύθερες ώρες του.
Άρθρο, που ο ίδιος ευγενώς μάς παρεχώρησε και το οποίο είχε παλιότερα φιλοξενηθεί στην εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» με τίτλο «Το Εικοσιένα και ο Μοριάς».
Κωνσταντίνος Σαραντάκος και Εικοσιένα όμως…
Όλοι οι ιστορικοί αποδέχονται τον εθνικοαπαλευθερωτικό χαρακτήρα του Εικοσιένα. Όλοι οι Έλληνες, πλούσιοι και φτωχοί, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, θέλανε τη λευτεριά τους και το διώξιμο του καταχτητή. Αυτός είναι ο κανόνας και μεμονωμένες εξαιρέσεις δεν τον επηρεάζουν καθόλου, θέλανε όμως και ένα μερίδιο εξουσίας ανάλογο με την προσφορά τους. Και τότε ξέσπασαν οι διαφορές που οδήγησαν σε δύο εμφυλίους πολέμους, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του αγώνα, την ανενόχλητη αποβίβαση του Ιμπραήμ και την πτώση του Μεσολογγίου και της Ακρόπολης. Μπήκε έτσι σ’ άμεσο κίνδυνο η λευτεριά μας, που ενώ θα μπορούσαμε άνετα να την πάρουμε μόνοι μας, τελικά την πήραμε με τη βοήθεια των ξένων, τους οποίους βέβαια εμείς ενεργοποιήσαμε με τον τιτάνιο αγώνα μας κατά της πανίσχυρης τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Οι κατηγορίες κατά του Μοριά μερικών ιστορικών και απομνημονευματογράφων είναι από υπερβολικές μέχρι και εντελώς άδικες. Ο Ιωάννης Ορλάνδος (Γαμπρός του Λάζαρου Κουντουριώτη που ποτέ του δεν μετακινήθηκε από την Ύδρα) ήταν ο πλούσιος, πάμπλουτος χάρις στα λεφτά που έφαγε από τα δύο δάνεια και εκείνος που δημιούργησε τις πιο πολλές αντιπάθειες με τις άστοχες ενέργειές του. Μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις θ’ αναφέρω μόνο: Αυτός ήταν, που μαζί με τον Λουριώτη, φάγανε τα μυθώδη, για τον καιρό εκείνο, ποσά των 5.046 (Α΄δάνειο) και 6.716 (Β΄Δάνειο) λιρών, για να καλύψουν τ’ ατομικά τους έξοδα. Ακόμη δε και 1.000 λίρες έφαγε από τις 2.200 που είχε μαζέψει μ’ έρανο το Φιλελληνικό Κομιτάτο της Καλκούτας στις Ινδίες για τις ανάγκες του αγώνα. Ο Άγγλος ιστορικός HOWE γράφει: «Οι κύριοι αυτοί έπρεπε να ζουν σαν Μεγάλοι Άρχοντες στη BOND STREET, όταν χιλιάδες συμπατριώτες τους πέθαιναν από την πείνα πάνω στα βουνά. Αυτός ήταν που συμβούλεψε την κυβέρνηση ν’ αντικαταστήσει τους οπλαρχηγούς με πληρωμένους Ιταλούς αξιωματικούς, αυτός που σύστησε τη θάνατωση των ανταρτών (Κολοκοτρώνη, Νικηταρά και άλλων) για «να παστρεύση την Ελλάδα από τέτοιες βρώμαις». Αυτός ήταν που αποκάλεσε τους Σπετσιώτες και Ψαριανών ξεβράκωτους, που ενδιαφέρονται για το κέφι τους και όχι «για τα κοινά του Έθνους συμφέροντα», αυτός που μετά τη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη έγραφε από την Αγγλία: «Όλοι εχάρημεν εδώ ακούσαντες τον θάνατο του υιού Κολοκοτρώνη και είπαν η Ελλάς έχει τώρα Διοίκησιν». Αυτά και πολλά άλλα, που θέλουν πολύ γράψιμο, έκανε ο Ιωάννης Ορλάνδος, που δυστυχώς γι’ αυτόν έμειναν τα γραπτά του. Αυτή ήταν «η λαϊκή φωνή» του.
Οι Κουντουριώτηδες (ο άβουλος Γεώργιος και ο δραστήριος Λάζαρος) γράφανε για τον Θ. Κολοκοτρώνη «έως ότου εκείνος ο άρπαξ και κακούργος και αφιλότιμος Κολοκοτρώνης ενοικεί εις εκείνο το φρούριο». Τελικά το φρούριο (Ανάπλι το άτι του Μοριά) το παρέδωσε ο Π. Κολοκοτρώνης στις 7/6/24 στην κυβέρνηση Κουντουριώτη, ύστερα από διαταγή του πατέρα του, τον οποίο κατηγορούσαν ότι ήθελε να το πουλήσει στους Τούρκους. Ο Σπηλιάδης γράφει: «Ο Κουντουριώτης όστις εμβαίνει εις το πολιτικό στάδιο διά του εμφυλίου πολέμου, ήταν, ως φαίνεται, προορισμένος να προεδρεύει ότε το έθνος θα πάθη όλα τα κακά».
Από τέτοια έπαρση κατέχονταν την εποχή εκείνη οι πάμπλουτοι μεγαλονοικοκυραίοι της Ύδρας αντίκρυ στους θαλασσινούς (Σπετσιώτες και Ψαριανούς) και στεριανούς (Μοραΐτες) συναγωνιστές τους, που οι διαφορές τους γίνανε αφορμή να μετατραπούν σε αντιπάλους τους. Δεν ήταν επομένως αντικειμενικές οι κρίσεις τους για τους Μοραΐτες, πολλούς από τους οποίους φυλάκισαν (Κολοκοτρώνη και άλλους), για να τους βγάλουν μετά την εισβολή του Ιμπραήμ στο Μοριά.
Ο ιστορικός Ι. Κορδάτος γράφει: «Η επανάσταση έπρεπε να πάρει χαρακτήρα πανεθνικό. Για να πραγματοποιηθεί αυτός ο σκοπός έπρεπε να μπουν επικεφαλής εκείνοι που είχαν όνομα και κύρος. Οι λαϊκές μάζες εκείνο τον καιρό δεν είχαν επαναστατική συνείδηση». Το Εικοσιένα δεν ήταν μια ταξική εξέγερση. Ήταν, δεν πειράζει να το ξαναλέμε, μια εθνικοαπελευθερωτική επανάσταση. Και σ’ ένα τέτοιο αγώνα ο βασικός πάνω απ’ όλα προσανατολισμός ήταν οι πατριωτικές διαθέσεις. Ένα αγώνα που φέρανε τελικά σε πέρας όλοι μαζί, παρόλες τις αντιθέσεις, διαφορές και συγκρούσεις τους. Είναι βέβαιο πασίγνωστο πως ποτέ ούτε γίνηκε επανάσταση, αλλά ούτε και θα γίνει δίχως την ολόπλευρη υποστήριξη του λαού και των κεφαλών του. Αυτά πηγαίνουν μαζί. Παρόλο όμως που το Εικοσιένα ήταν απελευθερωτικός αγώνας, δεν μπορούμε ν’ αρνηθούμε και το κοινωνικό περιεχόμενό του, που οδήγησε τελικά στους δύο εμφύλιους πολέμους. Οι διαφορές και συγκρούσεις για το μερίδιο της εξουσίας ήταν φυσικό επακόλουθο. Η ιστορία παντού είναι γεμάτη από τέτοιες περιπτώσεις.
Άδικες είναι οι κρίσεις του Κορδάτου για τους Μοραΐτες και τον Μοριά, «το μέγα δηλαδή τμήμα της επαναστατημένης Ελλάδος», όπως γράφει ο ιστορικός Κόκκινος. Δεν ήταν όλοι οι Μοραΐτες κοτζαμπάσηδες και αυτοί πάλι δεν ήταν όλοι ίδιοι. Υπήρχαν και καλοί και κακοί. Και οι καλοί ήταν περισσότεροι. Οι Μοραΐτες δεν θέλανε τη λευτεριά του Μοριά μόνο αλλά ολόκληρης της Ελλάδας. Το αποδεικνύουν οι συνεχείς αγώνες και θυσίες τους από το πέσιμο της Πόλης μέχρι το Εικοσιένα. Σ’ αυτούς στηρίχτηκαν όλοι για τη λευτεριά του τουρκοκρατούμενου γένους και η βοήθεια που τους δόθηκε από τους άλλους Έλληνες και Φιλέλληνες, παρόλη τη σημαντική αξία της, δεν μείωσε καθόλου τη δική τους προσφορά στον αγώνα. Οι Μοραΐτες πότισαν με το αίμα τους το δέντρο της λευτεριάς περισσότερο απ’ όλους τους άλλους Έλληνες.
Ο Κορδάτος αδικεί και τους Σουλιώτες, ενώ αντίθετα επαινεί τον Αλή Πασά. Γράφει λοιπόν: «Τι ήταν οι Σουλιώτες; Η απάντηση είναι ότι ήταν κλέφτες και ρήμαζαν τα γύρω χωριά». Για το ίδιο θέμα ο ιστορικός δ. Φωτιάδης γράφει: «Με τον πιο έντονο τρόπο αποκρούω το χαρακτηρισμό που κάνει ο Κορδάτος για τους Σουλιώτες, που οι επικοί αγώνες τους στάθηκαν προάγγελος του Εικοσιένα». Και συνεχίζει: «Πως οι Σουλιώτες ζούσαν με τ’ άρματά τους και πως κάνανε επιδρομές είναι σωστό. Μ’ αν πρόκειται να τους ξεγράψουμε γι’ αυτό, τότε όμοια πρέπει να ξεγράψουμε την κλεφτουριά, τ’ αρματολίκια, τους Μανιάτες. Μα έτσι ξεγράφουμε τις δυνάμεις που πάνω σ’ αυτές στηρίχτηκε η απόφαση των Φιλικών πως οι Έλληνες μπορούσαν να ελευθερωθούν από μόνοι τους». Και καταλήγει: «Οι κρίσεις του Κορδάτου με λύπη μου το λέω είναι πέρα για πέρα άδικες». Τέτοιες αντικρούσεις των κρίσεων του Κορδάτου για τους Σουλιώτες υπάρχουν και σ’ άλλους ιστορικούς. Ο Κορδάτος γράφει για τον Αλή Πασά: «Επειδή χτύπησε τους εκμεταλλευτές και δυνάστες της φτωχολογιάς, καθώς και τους Σουλιώτες και τους κοτζαμπάσηδε,ς του έψαλλαν όσα παίρνει η σκούπα και έτσι σχηματίστηκε η παράδοση πως ήταν αιμοβόρος, άρπαγας και σκληρός τύραννος» και συνεχίζοντας μιλά για παραποίηση της ιστορίας. Πολλοί ιστορικοί δεν συμφωνούν εδώ, όπως οι Παπαρηγόπουλος, Βρανούτσος, Κούμας, Βαλέτας, Τσοπαδός, Περραιβός, Γερβίνος, Μένδελσον, Φίνλεϋ, Αρς και άλλοι.
Το «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» του Κολοκοτρώνη είναι αληθινό. Είχε όμως περιορισμένη έκταση και δούλεψε περισσότερο προληπτικά παρά κατασταλτικά. Ένα μικρό κομμάτι του ΒΔ Μοριά (γύρω από την Πάτρα όπου υπήρχε ισχυρή δύναμη με τον Γιουσούφ Πασά), με αρχηγό το Νενέκο, προσκύνησε στον Ιμπραήμ, ύστερα από τ’ αξιώματα που απλόχερα του έδωσε. Και αυτό έγινε τη χειρότερη περίοδο του αγώνα, όταν ο Μοριάς περνούσε από τη φωτιά και το μαχαίρι του Ιμπραήμ. Οι Μοραΐτες, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, δεν προσκύνησαν ποτέ, παρόλες τις καταστροφές που πάθανε, ακόμη και από τους Ρουμελιώτες κατά τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Ο Κόκκινος γράφει: «Πεδίον μάχης κατέστη δια τα κινητοποιηθέντα από τον Κωλέττη ρουμελιώτικα σώματα της Ανατολικής Ελλάδος ολόκληρος σχεδόν η Πελοπόννησος». Και ο Φωτιάδης: «Και θα τραβήξει ο Μοριάς τόσα όσα δεν τράβηξε ούτε από τους Τούρκους».
Τα «προσκυνήματα» λοιπόν στο Μοριά ήταν ελάχιστα και δεν μπορούν με κανένα τρόπο να μειώσουν τον αγώνα του κατά των Τούρκων, που για να τον καταπνίξουν αναγκάστηκαν να στείλουν εκεί όχι μόνο τα καλύτερα και πολυαριθμότερα στρατεύματά τους, αλλά βρέθηκαν στη χειρότερη γι’ αυτούς θέση να ζητήσουν τη βοήθεια της Αιγύπτου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τις υπερήφανες απαντήσεις των Μοραϊτών στις συνεχείς προκλήσεις του Ιμπραήμ για προσκύνημα, απαντήσεις που οδήγησαν σε πολλές αιματηρές μάχες. Αναφέρουμε ενδεικτικά εκείνες των Μύλων, της Βέργας, του Διρού και του Πολυάραβου που σπάσανε το αήττητό του (στις δύο τελευταίες τον αντιμετώπισαν και γυναίκες). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εξαγριωθεί ο Ιμπραήμ και ν’ αρχίσει να σπέρνει τον όλεθρο στον Μοριά. Δεν άφηνε τίποτα όρθιο στο πέρασμά του, προκαλώντας έτσι την έντονη αντίδραση των τριών ναυάρχων που οδήγησε τελικά στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, η οποία αποτέλεσε την αρχή του τέλους του Εικοσιένα. Τέλος το «προσκύνημα» μερικών Μοραϊτών αντιμετωπίστηκε και λύθηκε από τους υπόλοιπους Μοραΐτες χωρίς τη βοήθεια κανενός άλλου. Δηλαδή μόνοι τους απομόνωσαν τους «προσκυνημένους» και λύσανε το πρόβλημά τους.
Τέτοια «προσκυνήματα», σ’ αντίθεση με τα «καπάκια» (συμφωνίες), έγιναν το Εικοσιένα και σ’ άλλα μέρη της Ελλάδας. Στη Ρούμελη για παράδειγμα προσκύνησαν οι Βαρνακιώτης, Μπακόλας, Ίσκος, Ράγκος, Βαλτινός και άλλοι, μερικοί μάλιστα και δύο φορές, οι περισσότεροι όμως μετάνιωσαν και ξαναγύρισαν στον αγώνα με μεγαλύτερο πάθος. «Καπάκια» κάνανε πολλοί καπεταναίοι, προκειμένου να παραπλανήσουν τον εχθρό και να ξεφύγουν έτσι από δύσκολες καταστάσεις. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε και τον Οδυσσέα Ανδρούτσο, το λιοντάρι της Ρούμελης, όπως τον αποκαλούσε ο λαός και «σατραπίσκο», όπως τον αποκαλεί ο Κορδάτος. Ο Μακρυγιάννης γράφει: «Αυτό μάθαινε ο Δυσσέας, άλλο δεν είχε καταφύγιον να καθήσει εις την Ελλάδα, σηκώνεται και πάγει εις τους Τούρκους και γίνεται με το στανιό Τούρκος να γλιτώσει». Και συνεχίζει μετά την παράδοσή του στον Γκούρα: «Τον πήγε εις την Αθήνα και τον σκότωσε». Τελικά η αποκατάσταση του ήρωα της Γραβιάς και ενός από τους τρεις επιφανέστερους στρατιωτικούς του Εικοσιένα (Κολοκοτρώνης και Καραϊσκάκης οι άλλοι δυο) έγινε στις 25/2/1873 από τον Κ. Παπαμιχαλόπουλο. Οι «προσκυνημένοι» λοιπόν στο Εικοσιένα ήταν ελάχιστοι, γι’ αυτό και δεν κατάφεραν ν’ ανακόψουν καθόλου την πορεία προς τη λευτεριά του τουρκοκρατούμενου γένους μας, η δε ιστορία το επιβεβαιώνει απολύτως αυτό. Θα πρέπει όμως για να είμαστε δίκαιοι να ζήσουμε νοερά την περίοδο εκείνη και έχοντας πλήρη και εξακριβωμένα στοιχεία να προχωρήσουμε στις κρίσεις μας.
Η Συνθήκη του Λονδίνου (1827), που βασίστηκε στο Πρωτόκολλο της Πετρούπολης (1826), προέβλεπε όχι την πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδας, παρά τη συγκρότησή της σε κράτος φόρου υποτελείας κάτω από την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου, την οποία αποδέχτηκε η Ελλάδα και απέρριψε η Τουρκία. Στη συνδιάσκεψη του Πόρου (1828) συζητήθηκε η οροθετική γραμμή του νέου κράτους και προτάθηκαν τέσσερις λύσεις από τις ξένες δυνάμεις. Η τριπλή συμμαχία τους, που όπως έλεγε ο Μέττερνιχ «Είναι απλούς συνδυασμός αλληλομαχομένων δολοπλοκιών», κοινοποίησαν στην Ελλάδα το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (1828) και ζήτησαν να επιστρέψουν τα ελληνικά στρατεύματα από τη Ρούμελη στο Μοριά, που τελικά δεν έγινε χάρις στους κατάλληλους διπλωματικούς χειρισμούς του Καποδίστρια. Η επέμβαση των ξένων δυνάμεων στα εσωτερικά μας ήταν δεδομένη. Καθόριζαν τα πάντα ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Ενδεικτικά αναφέρω τον Άγγλο Υπουργό Εξωτερικών Λόρδο Αμπερντίν που στις 18/1/29 έγραφε στον πρεσβευτή της Αγγλίας στην Πόλη Σ. Κάννινγκ: «Άπαξ δια παντός πρέπει να σας εξηγήσω ότι ο σκοπός της ημετέρας κυβερνήσεως είναι ο δια παντός περιορισμός του ελληνικού κράτους εις την Πελοπόννησον, τας παρακειμένας νήσους και τις Κυκλάδες», υπό την προσωρινή φυσικά εγγύηση των τριών δυνάμεων.
Το Ελληνικό ζήτημα στο τέλος με το άρθρο 10 της από 2/9/1829 Συνθήκης της Αδριανούπολης, μετά τη λήξη του Ρωσικοτουρκικού Πολέμου, βρήκε τη λύση του. Όλοι συμφωνούν σ’ αυτό, όπως οι Γλάδστον, Καρλ Μαρξ, Παπαρηγόπουλος, Καρολίδης, Κόκκινος, Τρικούπης και άλλοι. Θα περιοριστώ εδώ μόνο σ’ αυτό που είπε ο Άγγλος Πρωθυπουργός Γλάδστον: «Το δέκατον άρθρο της συνθήκης της Ανδριανουπόλεως αποτελεί το διεθνές συμβόλαιο της υπάρξεως της Ελλάδος ως κράτους ανεξαρτήτου». Τα σύνορα όμως της Ελλάδας καθορίστηκαν στις 3/7/1832 με την εκλογή του Όθωνα ως Βασιλιά της Ελλάδας.
Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια, με καθαρό βλέμμα και καλύτερη εικόνα του Εικοσιένα, είναι σχετικά εύκολο να κρίνουμε πρόσωπα και καταστάσεις εκείνης της εποχής. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ποτέ τις επικρατούσες τότε συνθήκες. Το Εικοσιένα είχε και τις άσχημες στιγμές του, όπως κάθε επανάσταση. Εξάλλου είχαν προηγηθεί τετρακόσια χρόνια σκληρής σκλαβιάς. Αν λοιπόν καταφέρναμε να το δούμε μ΄ εκείνο το βλέμμα, ζώντας και μεις ανάμεσά του, τότε θα είμασταν προσεκτικοί στις κρίσεις μας και ακόμα πιο προσεκτικοί στις επικρίσεις μας.
Ο Μοριάς, το μεγαλύτερο κομμάτι της επαναστατημένης Ελλάδας, έδωσε το πρώτο και το σπουδαιότερο χτύπημα στον κατακτητή, συνδυάζοντας άρρηκτα την λευτεριά του με την λευτεριά της Ελλάδας. Κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό. Ενδεικτικά αναφέρω τον Γάλλο ναύαρχο JURIEN DE LA GRAVIERE, που βλέποντας τον Ιμπραήμ να φεύγει από την Αλεξάνδρεια για να επιτεθεί κατά του Μοριά γράφει: «Ευρωπαίοι Πρόξενοι βλέποντας επερχόμενον τον Ιμπραήμ ενόμισαν αμετακλήτως απολεσθέντα τον Μορέαν: – Η Ελλάς, έλεγαν, έσεται τουρκική μετά εξ το πολύ μήνας». Ιδού η σχέση μεταξύ Ελλάδας και Μοριά.
Με το κύλισμα των καιρών πολλά θα ξεχαστούν και θα θαφτούν κάτω από την τέφρα της λήθης. Το Εικοσιένα όμως ποτέ δεν θα ξεχαστεί. Ήταν έργο όλων των Ελλήνων και σ’ αυτό συμφωνούν οι πάντες, όπως συμφωνούν και στο ότι ο Μοριάς ήταν η καρδιά της επαναστατημένης Ελλάδας, που αν σταματούσε να χτυπά το Εικοσιένα δεν θά ’φερνε την λευτεριά της.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
