«Ψυχη βαθια»
Την περασμένη Πέμπτη, πριν από την προβολή της ταινίας «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη σε αίθουσα της Odeon Kosmopolis στην Κομοτηνή, ο σκηνοθέτης της ταινίας απευθύνθηκε στο κοινό. Τον υποδέχτηκε η Δώρα Κάσσα, μέλος του Δ.Σ. της Πολιτιστικής Κίνησης και πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων που συνδιοργάνωσαν την εκδήλωση της εδώ παρουσίας του και με το πέρας της προβολής περίμενε να συνομιλήσει με τους θεατές.
• Συζήτηση
με τους θεατές
Ο κ. Βούλγαρης μετέφερε μια προσωπική του ιστορία που εξηγεί το πώς ξεκινά μια ταινία. Στην Ύδρα, πριν χρόνια γινόταν μια εκδήλωση σε κάποιο σημείο του λιμανιού και το κατάλαβε καθώς άκουσε μουσικές πάνω στην κουβέντα, οι οποίες «δεν θύμιζαν τους νησιώτικους ρυθμούς». Ήταν μια παρέα 60 – 70 ατόμων που χόρευαν και τραγουδούσαν και όπως έμαθε στη συνέχεια ήταν μουσικοί από την Μακεδονία, από τις Σέρρες. Τους πλησίασε και τους ρώτησε τι έκαναν στην Ύδρα και του απάντησαν πως είχαν έναν ήρωα της Επανάστασης του 1821, τον Εμμανουήλ Παππά ο οποίος όταν είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει την Μονή Εσφιγμένου, μπήκε σε ένα καράβι προς την κατεύθυνση της Ύδρας, όπου δεν κατάφερε να φτάσει ζωντανός καθώς έπαθε καρδιακή προσβολή πριν το καράβι φθάσει στην Ύδρα, στην οποία και θάφτηκε το σώμα του στις 5 Δεκεμβρίου 1821.
Οι Σερραίοι βρέθηκαν στην Ύδρα και παρέστησαν σε μια τελετή που έγινε για την προτομή του Σερραίου ήρωα κι εκεί τους συνάντησε ο σκηνοθέτης.
Ο Π. Βούλγαρης είπε πως διαβάζοντας την κριτική για τον αγώνα Καβάλα – Πανθρακικός το βλέμμα του έπεσε σʼ ένα αφιέρωμα στον Εμμανουήλ Παππά κι εκεί σχολίασε πως έτσι ξεκινάει συνήθως μια ταινία «σε αιχμαλωτίζει, σε καθηλώνει, σε συγκινεί, ελπίζοντας αυτό που σε συγκινεί να συγκινήσει και τον κόσμο».
• Οι έλληνες που
τουφεκάνε έλληνες
Το «Ψυχή βαθιά» ήταν το σύνθημα των ανταρτών στον Εμφύλιο Πόλεμο και στον αγώνα τους κατά του Εθνικού Στρατού, έναν αγώνα άνισο που έμελλε να γραφτεί στην ιστορία από την ανελέητη εισβολή των αμερικανών που επέλεξαν να κάνουν την πρώτη παγκόσμια δοκιμή των βομβών Ναπάλμ στο Γράμμο και το Βίτσι (όπως δηλώνει και ο στρατηγός Βαν Φλιτ) και να κάψουν ζωντανούς τους αγωνιστές του Δημοκρατικού Στρατού, με την ανοχή και την σύμπραξη δυστυχώς του Εθνικού Στρατού και της ελληνικής κυβέρνησης.
Κι όμως «οι έλληνες τουφεκάνε έλληνες», όπως είπε ο Θανάσης Βέγγος, όσο κι αν κάποιους άφησε αδιάφορους αυτή η κουβέντα. Μόνο που πίσω από κάποιους από τους έλληνες υπήρχαν και άλλοι, πολύ πιο ισχυροί πολιτικά και στρατιωτικά που έκαναν κινήσεις στη σκακιέρα.
Οι έλληνες που τουφεκάνε έλληνες είναι ένα βασικό μήνυμα που μεταφέρει η ταινία του Παντελή Βούλγαρη και από εκεί κι έπειτα ο καθένας μπορεί να «διαβάσει» την ταινία από όποια σκοπιά θέλει, την ιστορική, την πολιτική, την καλλιτεχνική γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο κινηματογράφος είναι η 7η Τέχνη και η συγκεκριμένη ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ για να «κριθεί» σαν ιστορική καταγραφή. Δε νομίζω το «Χιροσίμα αγάπη μου» του Αλαίν Ρενέ, μια από τις πιο σημαντικές αντιπολεμικές ταινίες του περασμένου αιώνα, έξοχη καλλιτεχνικά, να δέχθηκε τόσες επικρίσεις για το ότι πέρασε σε πρώτο πλάνο τον έρωτα και άφησε σε φόντο την τραγική Χιροσίμα, όσες δέχτηκε η ταινία του Π. Βούλγαρη με το επιχείρημα ότι έβαλε μπροστά την ιστορία δυο αδελφών για να εγείρει το συναίσθημα.
Αν διαφωνούμε με τον τρόπο που κάποιοι «έγραψαν» την σύγχρονη ελληνική ιστορία – ο κινηματογράφος είναι μια διαφορετική γραφή κι όχι καταγραφή – ίσως θα πρέπει πρώτα να στραφούμε σʼ αυτούς που φρόντισαν να μην «γραφτεί» αυτό το κομμάτι της ιστορίας και να μην διδαχτεί στα ελληνικά σχολεία σε όλη του την έκταση. Εξάλλου, είναι καλό να δούμε πρώτα μια ταινία που αφορά τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο – γιατί ο καθένας από μας έχει δει πολύ περισσότερες ταινίες για τις θηριωδίες των αμερικανών στο Βιετνάμ και το πώς βομβαρδίστηκε το Περλ Χάρμπορ παρά τον «Άνθρωπο με το γαρύφαλλο» – κι αφού δούμε τότε μπορούμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα και απλά, όπως είπε και ο ποιητής.
Η παρουσία του Παντελή Βούλγαρη για δυο μέρες στην Κομοτηνή έδωσε την ευκαιρία σε όσους διαφωνούν με την ταινία του να το συζητήσουν δια ζώσης μαζί του αλλά και στον καθένα από μας μια ακόμη αφορμή για να διαβάσουμε την ελληνική ιστορία.
• Τα δυο αδέλφια
Ο Χρήστος Καρτέρης και ο Γιώργος Αγγέλκος πρωταγωνιστούν στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά». Ο πρώτος στο ρόλο του 17χρονου Ανέστη και ο έτερος στο ρόλο του 14χρονου αδελφού του Βλάση. Ο Ανέστης επιστρατεύτηκε από τον Εθνικό στρατό και ο Βλάσης από τον Δημοκρατικό στρατό.
Είμαστε στο 1949, την τρίτη χρονιά του Εμφυλίου Πολέμου. Ο Ανέστης και ο Βλάσης βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα και αγωνίζονται να επιβιώσουν, μαθαίνοντας ο καθένας την ζωή του πολεμιστή από διαφορετική σκοπιά. Ο πατέρας τους πάτησε νάρκη και την μητέρα τους την πήρε ο στρατός και βρίσκεται σε στρατόπεδο αμάχων.
Η ταινία ξεκινάει με σύννεφα που απλώνονται πάνω από τον Γράμμο και το Βίτσι, σύννεφα διχόνοιας και διχασμού. Η μάνα του Ανέστη και του Βλάσση, η Ζαχαρούλα, τους γράφει ζητώντας από τον μεγάλο να προσέχει τον μικρό, χωρίς να μπορεί να φανταστεί ότι τα ανήλικα παιδιά της τράβηξαν δρόμους διαφορετικούς.
Τα δυο αδέλφια είναι τσοπανόπουλα από εκείνα τα μέρη και γνωρίζουν καλά τα υψώματα, τους δρόμους, τα τοπωνύμια, τις αποστάσεις, τα ποτάμια και τα περάσματα, γιʼ αυτό και είναι πολύτιμα ο καθένας για το στρατόπεδο στο οποίο ανήκει. Βέβαια, αυτό τους επιτρέπει κάποιες φορές να συναντιούνται κρυφά, επικοινωνώντας μεταξύ τους με φωνές πουλιών.
Ο Βλάσης αποκαλείται σύντομα συναγωνιστής, τού δίνουν το όνομα «Φλόγας», αποδεικνύεται ικανός πολυβολητής και τιμάται με το παράσημο του Γράμμου, το οποίο με περηφάνια δείχνει στον αδελφό του, απορρίπτοντας την πρόταση του μεγάλου να περάσει στο στρατόπεδο του Στρατού και να γλιτώσει.
Ο Ανέστης είναι μουλαράς στο στρατό και λιγότερο παθιασμένος με τις μάχες.
Παράλληλα με τα δυο αδέλφια αναδύεται η ιστορία του ανθυπολοχαγού Τριαντάφυλλου του Εθνικού Στρατού και της πολυβολήτριας Γιαννούλας του Δημοκρατικού Στρατού.
Την ώρα που οι μάχες μαίνονται στα ορεινά κάποιοι σχεδιάζουν επί χάρτου, αναίμακτα για τους ίδιους. Ο αμερικάνος στρατιωτικός δηλώνει πως «η λύση θα έρθει από Αμερική» και την ίδια ώρα ο Καπετάν Ντούλας του Δημοκρατικού Στρατού τραγουδά και θυμάται την Ρωσία.
Παράλληλες ιστορίες όπως αυτή του Θανάση Βέγγου στο ρόλο του παππού ενός σκοτωμένου στρατιώτη που ζητάει το νεκρό του σώμα για να το θάψει στο χωριό λέγοντας στον ανώτερο «το σπίτι μου είναι καμένο, να ʽχω έναν τάφο να πηγαίνω».
Η πολυβολήτρια Γιαννούλα που εμψυχώνει τους αντάρτες ζει ένα προσωπικό δράμα ενθυμούμενη το νεκρό της παιδί που μόλις ενός έτους είχε πέσει θύμα εθνικού μίσους. Κοντά στις εικόνες φρίκης ζωντανεύουν άλλες ολιγόλεπτης ανακωχής, στο ποτάμι όταν ανήλικα παιδιά από τις δυο πλευρές πλησιάζουν για να γεμίσουν τα μπιτόνια με νερό. Εξάλλου, η πλευρά των ανταρτών δεν έχει συνήθως παρά νερό και ξερό ψωμί σε αντίθεση με το στρατό που έχει και τα «τυχερά» του, όπως είναι μια σοκολάτα made in USA.
Οι δυο πλευρές άνισες, καθώς το Κρεμλίνο έχει πολλούς διαδρόμους, όπως κάποια στιγμή λέει ο καπετάνιος, διαπιστώνοντας πως η βοήθεια δεν ήρθε (τον Ιούλη του ʼ49 ο Τίτο έκλεισε τα σύνορα της Γιουγκοσλαβίας) και το αποτέλεσμα ανάλογο.
Από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές της ταινίας το πρόσωπο της σκοτωμένης Γιαννούλας την οποία έξοχα αποδίδει η Βικτώρια Χαραλαμπίδου, η εικόνα μιας μαντόνας που κουβαλάει μέσα της πόνο και ταυτόχρονα μεγαλείο, όπως η Ελλάδα. Την ταινία επενδύει μουσικά με επιτυχία ο Γιάννης Αγγελάκας.
Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης
Παίζουν: Γιώργος Αγγέλκος, Χρήστος Καρτέρης, Άννα Παρτσάνη, Βαγγέλης Μουρίκης, Γιώργος Συμεωνίδης, Βικτώρια Χαραλαμπίδου, Κώστας Κλεφτόγιαννης, Μάριος Ποντίκας, Μίλτος Πολύβιου, Ian Robertson, Βασίλης Νανάκης, Αλεξάνδρα Καζάζου, Κλέα Σαμαντά, Γιώργος Τζώρτζης, Ιούλιος Τζιάτας, Αργυρώ Αποστολίδη
Τιμητική Συμμετοχή: Θανάσης Βέγγος.
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
