«Πρωταρχικος στοχος η αναβαθμιση του δημοσιου πανεπιστημιου»
Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης έδωσε στον ΠτΘ ο Υπουργός Εξωτερικών Ευριπίδης Στυλιανίδης. Λόγω του μάκρους της συνέντευξης, τα θέματα πολλά και άκρως ενδιαφέροντα όχι μόνο για την περιοχή μας, σας μεταφέρουμε όμως σήμερα, και, λόγω επικαιρότητας εφόσον αύριο ξεκινά στη βουλή η συζήτηση για το άρθρο 16, το μέρος εκείνο που αναφέρεται στο συγκεκριμένο θέμα.
ΠτΘ.: κ. Στυλιανίδη, λόγω των ημερών να ξεκινήσουμε από το επίκαιρο ερώτημα, τη συζήτηση που ξεκινά στη Βουλή για την τροποποίηση του άρθρου 16 που αφορά στην παιδεία. Θεωρείτε ότι αυτό είναι το μείζον για τη δημόσια παιδεία όταν πρώτον στον προϋπολογισμό διαβάζουμε ότι η χρηματοδότησή της υστερεί και δεύτερο, ζούμε σήμερα τη διάλυσή της;
Ε.Σ.: Εκτίμησή μου είναι ότι στην Ελλάδα μπερδεύουμε την παιδεία με την εκπαίδευση. Έχουμε καταντήσει όταν μιλούμε για παιδεία αντί να αναφερόμαστε στο περιεχόμενο της παρεχόμενης γνώσης και στην χαρακτηροδομή που πρέπει να χτίζουν τα σχολεία, της στοιχειώδους, της μέσης ή της ανώτερης και της ανώτατης εκπαίδευσης, αναφερόμαστε στο σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια και όλα είναι επικεντρωμένα γύρω απ’ αυτό. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο λάθος.
Η δεύτερη επισήμανση που έχω να κάνω είναι ότι στην Ελλάδα δεν έχει απαντηθεί ένα κορυφαίο ερώτημα, το οποίο έχει απαντηθεί σ’ όλα τα προηγμένα κράτη, ποιος κάνει την έρευνα. Την κάνει το πανεπιστήμιο για λογαριασμό της αγοράς, ή την κάνει η αγορά με τη βοήθεια των μονάδων που αποφοιτούν από το πανεπιστήμιο; Εάν δεν λυθούν αυτά τα κεφαλαιώδη ζητήματα, η οποιαδήποτε μεταρρύθμιση δεν έχει προσανατολισμό.
Νομίζω λοιπόν ότι ο εποικοδομητικός διάλογος, ο οποίος έχει ξεκινήσει, για να έχει ένα δια ταύτα θα πρέπει να δώσει απαντήσεις σ’ αυτά τα ζητήματα. Όσον αφορά στο ζήτημα του άρθρου 16 είναι κατά τη γνώμη μου πολύ σημαντικό ζήτημα που συνδέεται απόλυτα και με την περιοχή μας. Και το λέω αυτό και με περηφάνια, διότι η Γενική Συνέλευση της Νομικής Σχολής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, την εποχή που ήμουν προεδρεύων του φοιτητικού συλλόγου, ήταν η πρώτη η οποία την εποχή που και τα δύο μεγάλα κόμματα, και η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, ήταν αντίθετα στη συνύπαρξη κρατικού και μη κρατικού πανεπιστημίου, είχε αποφασίσει μ’ ένα σημαντικό αριθμό ψήφων να στηρίξει την συνύπαρξη αυτή. Η πρόταση της συνέλευσης της Νομικής Κομοτηνής είχε δημοσιευθεί με τη σχετική επιχειρηματολογία στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της εποχής, ως η επίσημη απάντηση των εκπροσώπων του φοιτητικού κινήματος της εποχής προς τον τότε Γενικό Γραμματέα του υπουργείου παιδείας και συγγραφέα του νόμου πλαισίου τον κύριο Κλάδη, ο οποίος με τον τότε καθηγητή μας τον κύριο Πανούση, ήταν οι δύο εμπνευστές του. Αυτή την ιδέα την καταθέσαμε στην τότε κεντρική επιτροπή της ΟΝΝΕΔ και στην επιτροπή προγράμματος της Ν.Δ. και είχαμε συναντήσει μία επιφυλακτικότητα. Αργότερα όμως υιοθετήθηκε και έγινε και επίσημη πρόταση. Τα επόμενα χρόνια σε δύο απανωτές αναθεωρήσεις λόγω της αντίδρασης που παρουσίαζε η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, ανεκόπη αυτή η μεταρρύθμιση με αποτέλεσμα να είμαστε η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δεν δίνει σήμερα το δικαίωμα σε μη κρατικούς φορείς να δημιουργούν ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Αυτό είχε πολλαπλές αρνητικές συνέπειες για τη χώρα. Πρώτον, βάλτωσε το δημόσιο πανεπιστήμιο, το οποίο επειδή δεν απειλούνταν από πουθενά έγινε μια κλειστή κοινότητα. Δεν προχώρησε επιθετικά την έρευνα, δεν βελτίωσε, όσο θα έπρεπε και θα μπορούσε, τις υποδομές και την παρεχόμενη γνώση, με αποτέλεσμα αυτό να συμπαρασύρει και το επίπεδο των παραγόμενων επιστημόνων. Δεύτερον, χάθηκαν πολλά δισεκατομμύρια συνάλλαγμα στο εξωτερικό από παιδιά που αναγκαστικά έφυγαν στις ξένες χώρες για να σπουδάσουν. Τρίτον, το μέτρο αυτό που ίσχυσε με το μονοπώλιο του κρατικού πανεπιστημίου λειτούργησε και αντικοινωνικά, διότι τα μεν πλουσιόπαιδα είχαν την δυνατότητα να πάνε στα μεγάλα πανεπιστήμια του εξωτερικού και να σπουδάσουν, τα φτωχόπαιδα όμως περιορίζονταν σε ένα μετρημένο δυνατοτήτων ελληνικό πανεπιστήμιο και όσοι δεν μπορούσαν να πετύχουν ούτε αυτό, έμειναν εκτός της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Επίσης σημαντικές ειδικότητες που συνδέονται με την ελληνική αγορά δεν περιελήφθησαν στα εκπαιδευτικά προγράμματα των κρατικών πανεπιστημίων με αποτέλεσμα μία χώρα που βρέχεται από τόσα χλμ. θάλασσα για πολλά χρόνια να μην έχει ιχθυολογικό τομέα, περιοχές αγροτικές, όπως είναι η δική μας, να μην έχουν γεωπονικό πανεπιστήμιο, ενώ γινόμαστε ενεργειακός κόμβος, να μην έχουμε για πολλά χρόνια ειδικότητες που να σχετίζονται με την εναλλακτική ενέργεια ή τα γεωθερμικά πεδία, δηλαδή να χάνουμε το πλεονέκτημα να αξιοποιήσουμε την επιστημονική γνώση προς όφελος των πλεονεκτημάτων της οικονομίας μας. Εγώ ειλικρινά πιστεύω ότι αποκτά επίκαιρο χαρακτήρα η αρθρογραφία που κάναμε το 1985-6 υπέρ της αναθεωρήσεως του άρθρου 16. Το λυπηρό είναι ότι παραμένει επίκαιρος χαρακτήρας αυτής της επιχειρηματολογίας μετά από είκοσι χρόνια και ενώ έχει αλλάξει όλος ο κόσμος γύρω μας. Θεωρώ ότι είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία και χαίρομαι που ο Γιώργος Παπανδρέου προσχώρησε στην άποψη τη δική μας σε σχέση με το ιδιωτικό πανεπιστήμιο.
Είναι ιδανική ευκαιρία για να αναθεωρήσουμε το σχετικό άρθρο και να απελευθερώσουμε δυνάμεις. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα νιώσει και το δημόσιο πανεπιστήμιο την ανάγκη να αναβαθμιστεί και να επαναπροσδιορίσει το ρόλο του.
αι αν υπάρχουν δυνάμεις σοβαρές στον ιδιωτικό τομέα που μπορούν να επενδύσουν σε ένα πανεπιστήμιο θα το κάνουν και έτσι θα τις αξιοποιήσουμε. Με το να δίνουμε την δυνατότητα μόνο σε ξένα πανεπιστήμια να παράγουν τίτλους και ξενόφερτη εκπαίδευση στις ηγεσίες που προκύπτουν για την Ελλάδα δεν βοηθούμε τη χώρα μας. Πρέπει να δώσουμε την δυνατότητα και στον ελληνικό ιδιωτικό τομέα να επενδύσει και σε αυτό το πεδίο και θα βγούμε ωφελημένοι. Ο πρωταρχικός στόχος βέβαια θα πρέπει να είναι η αναβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου και ο ανταγωνισμός εκεί θα πρέπει να αποσκοπεί. Για να γίνει όμως αυτό χρειάζεται και δύο συμπληρωματικά μέτρα τα οποία τα είχα καταθέσει κάποτε στην επιτροπή προγράμματος της Ν.Δ. και εισέπραξα την οργή και τη μήνι των πρυτάνεων. Το ένα ήταν να καταργηθούν οι διοικητικές αρμοδιότητες των πρυτάνεων και να περιοριστούν μόνο σε επιστημονικούς εκπροσώπους της ακαδημαϊκής κοινότητος και των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και να δοθούν σε διευθύνοντες συμβούλους, σε managers, οι οποίοι θα ελέγχουν τους καθηγητές αν είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, τις έρευνες αν τρέχουν καλά, θα εξετάζουν αν γίνεται σωστή οικονομική διαχείριση των ιδρυμάτων, αν υλοποιούνται ανταποδοτικά προγράμματα για τα πανεπιστήμια. Και το δεύτερο όταν κρίνεται ένα μέλος ΔΕΠ απ’ τη μια βαθμίδα στην άλλη, είχα εισηγηθεί να κρίνεται από άλλο πανεπιστήμιο. Δηλαδή είναι λέκτορας στην νομική Αθηνών, να κριθεί ως επίκουρος στη Θράκη και ως αναπληρωτής στη Θεσσαλονίκη, ώστε έτσι να είναι αντικειμενικότερη η κρίση και να μην γίνεται μεταξύ μας και με αυτό τον τρόπο να ανακυκλώνεται το επιστημονικό δυναμικό της χώρας σ’ όλα τα περιφερειακά πανεπιστήμια και να δίδεται έτσι η δυναμική και στην ελληνική περιφέρεια και τρίτον μ’ αυτόν τον τρόπο να εξισούται η ευκαιρία που δίδεται σ’ αυτόν που έχει αρχίσει μια καριέρα στην Ελλάδα με το διακεκριμένο Έλληνα της διασποράς, ο οποίος έχει διακριθεί στα ξένα μεγάλα πανεπιστήμια και θέλει να επιστρέψει στην χώρα του και να προσφέρει τις υπηρεσίες.
ΠτΘ: Βλέπουμε δύο τινά, ούτε το μείζον θέμα, ως προς την ποιότητα της παιδείας να έχει επιλυθεί, αλλά και το ίδιο το δημόσιο πανεπιστήμιο σήμερα να πάσχει, η δημόσια εκπαίδευση να πάσχει στο σύνολό της, είτε αφορά στην πρωτοβάθμια είτε στην δευτεροβάθμια, είτε στην τριτοβάθμια. Εντούτοις ο κοινός πολίτης δεν έχει σαφές στο μυαλό του, παρόλο που ακούγονται πολλά για το νόμο-πλαίσιο, αν υπάρχει αυτή η διάθεση για αλλαγή στο περιεχόμενό της και στην ποιότητα. Όταν έγινε ο νόμος του Πανούση και του Κλάδη ξέραμε ότι γινόταν κορυφαίες αλλαγές στο οικοδόμημα της εκπαίδευσης, περνούσαμε από τον καθηγητή και την έδρα στην συνδιαχείριση με τους φοιτητές. Σήμερα αυτό έχει κριθεί εκ των πραγμάτων ότι προκαλεί και δυσαρμονίες στον πανεπιστημιακό χώρο και άλλα τα οποία έχουν εντοπίσει και οι αρθρογράφοι και οι σχολιαστές. Γιατί τελικά δεν επιλύονται τα προβλήματα;
Ε.Σ.: Εγώ είμαι υπέρ του φοιτητικού συνδικαλισμού και πιστεύω ότι ένας καλός συνδικαλιστής είναι πολύτιμος στις αξιολογικές κρίσεις που γίνονται μέσα στην εκπαιδευτική κοινότητα. Οι φοιτητές διαφθείρονται από τους καθηγητές. Όταν ξέρουν ότι, εφόσον ψηφίσουν στις πρυτανικές, θα πάρουν θέση στο μεταπτυχιακό ή θα πάρουν καλύτερους βαθμούς, το δέλεαρ γι’ αυτούς είναι μεγάλο και σιγά-σιγά αν δεν έχουν στόφα χαρακτήρα σωστή, είτε σαν άνθρωποι είτε σαν συνδικαλιστές, τότε μπαίνουν κι αυτοί σ’ έναν κύκλο διαφθοράς ο οποίος κατά τη γνώμη μου βλάπτει την ελληνική κοινωνία στη ρίζα της. Αν λοιπόν θέλουμε να διορθώσουμε κάτι δεν πρέπει να περιορίσουμε την φοιτητική συμμετοχή, πρέπει να σπάσουμε το παζάρι. Και η πρόταση, οι φοιτητές να μην εκλέγουν δια εκπροσώπων, αλλά να εκλέγουν άμεσα, είναι μια ριζοσπαστική πρόταση, που κρατάει ζωντανό το στοιχείο του υγιούς συνδικαλισμού, δίνει δημοκρατικό δικαίωμα στους φοιτητές να εκφράζουν άποψη για τους διδάσκοντες, όσον φορά στη μεταδοτική τους ικανότητα και την καλή τους σχέση με τη φοιτητική κοινότητα, από την άλλη πλευρά όμως δεν τους κάνει να εξισωθούν με τους καθηγητές οι οποίοι πρέπει σαφώς να είναι σε υψηλότερο επίπεδο, πρέπει να κρατούν το κύρος τους, πρέπει να είναι αυτοί που διδάσκουν πραγματικά και ήθος και παιδεία και όχι αυτοί οι οποίοι γίνονται οι ίδιοι με τους κρινόμενους.
ΠτΘ: Γιατί όμως ο Νόμος Πλαίσιο είναι κυρίως γραφειοκρατικός και όχι ουσιαστικός;
Ε.Σ.: Εγώ δεν νομίζω ότι είναι γραφειοκρατικός, έχει ορισμένα σημεία καινοτόμα και θα φανούν και στην κοινοβουλευτική συζήτηση.
ΠτΘ: Ποια θεωρείται καινοτόμα στο νόμο πλαίσιο, όταν για παράδειγμα πραγματικά δεν έχουμε εξασφαλίσει την παρουσία του καθηγητή στο πανεπιστήμιο, όταν δεν έχουμε εξασφαλίσει την οικονομική αυτοδυναμία του πανεπιστημίου;
Ε.Σ.: Ναι, αλλά η οικονομική αυτοδυναμία του πανεπιστημίου δεν έχει να κάνει μόνο με τα χρήματα που δίνει μόνο η πολιτεία, αλλά και με το πώς και το ίδιο το πανεπιστήμιο διαχειρίζεται αυτά τα χρήματα. Εκεί λοιπόν θα πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία διότι οι μεν διαχειριστές θα πρέπει να μάθουν να κάνουν το καλύτερο δυνατόν και οι δε δαπανώντες, δηλαδή το κράτος, θα πρέπει να μάθει να ελέγχει σωστά τους διαχειριστές. Βέβαια, δε δέχομαι για παράδειγμα, ο τίτλος του καθηγητή των πανεπιστημίων να αποτελεί απλά διαφημιστικό τίτλο για να μπορέσει να δουλέψει το ερευνητικό του γραφείο, το δικηγορικό του γραφείο , το ιατρικό του γραφείο, έξω από την ακαδημαϊκή κοινότητα. Μακάρι να υπάρχει ένα τέτοιο γραφείο και να κερδίζει ο καλός ο επιστήμονας από την αγορά, αλλά το πανεπιστήμιο δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται για να κερδοσκοπεί μόνο ο καλός ο επιστήμονας στην αγορά. Θα πρέπει πρωτογενώς ο επιστήμονας αυτός την αξιοσύνη του να την επιβεβαιώνει με παραγωγή πρωτογενούς έρευνας και με σωστό διδακτικό έργο.
ΠτΘ: Μέσα στο διάλογο που γίνεται για την εκπαίδευση ασκήθηκε κριτική και στη βάση του 10 με την οποία λέγεται ότι η εκπαίδευση έγινε ταξικότερη, εφόσον ουσιαστικά τα παιδιά που δεν έπιασαν τη βάση του 10, δεν μπόρεσαν να μπουν ούτε στα ΤΕΙ, ούτε στα ΑΕΙ. Θεωρείται λοιπόν ότι, – ανέκαθεν βέβαια η εκπαίδευση ήταν ταξική, – η βάση εντείνει αυτό τον χαρακτήρα…
Ε.Σ.: Δεν μπορώ να δεχθώ ότι ένας επιστήμονας που θα τελειώσει μια ειδικότητα και θα είναι μεθαύριο ένας γιατρός που θα κρίνει τη ζωή μου ή τη ζωή του παιδιού μου. όταν δίνει εξετάσεις για να αξιολογηθεί δεν μπορεί να πιάσει τη βάση του 10. Δηλαδή πώς μπορώ εγώ να εμπιστευτώ σε κάποιον τη ζωή του παιδιού μου ή την υγεία του παιδιού μου ή τη διαχείριση της κοινωνίας ή τη διαχείριση μιας επιχείρησης ή τη διαχείριση του κράτους σε επιστήμονες οι οποίοι δεν έχουν επιτύχει τα στοιχειώδη, τη βάση; Αυτό νομίζω ότι είναι παραλογισμός. Νομίζω ότι είναι αντιδημοκρατικό μέτρο, που μπορεί να στοιχίζει ψήφους, μπορεί να δυσαρεστεί κάποιους γονείς, αλλά πώς μπορεί κάποιος να γίνει άρτιος επιστήμονας αν δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα στοιχειώδη; Κατά τη γνώμη μου πρέπει να πούμε κάποιες αλήθειες σ’ αυτόν τον τόπο και πρέπει να τις πούμε με όλη την ειλικρίνεια και την ευθύνη που πρέπει να έχει ένας πολιτικός εκπρόσωπος της κοινωνίας μας. Δέχομαι την εξαίρεση από τη βάση του 10 για τη μειονότητα, ως κάτι θετικό, γιατί αυτό αποτελεί και μια αποδοχή ότι η εκπαίδευση για παράδειγμα που δίναμε για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας τα προηγούμενα χρόνια είχε ελλείμματα. Κάναμε λοιπόν εδώ ένα σκόντο, για να μη στερήσουμε τις ευκαιρίες σ’ αυτά τα παιδιά, αλλά δεν μπορούμε το ίδιο να το επεκτείνουμε στο σύνολο. Στο κάτω-κάτω, αν βγούμε μια βόλτα στην αγορά, και δούμε ποιοι κερδίζουν περισσότερα και ποιοι έχουν καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές, θα διαπιστώσουμε ότι τελικά αυτοί οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ή πνευματική δουλειά, έχουν φτάσει να πληρώνονται λιγότερο από αυτούς που παρέχουν χειρωνακτική και τεχνική δουλειά. Σήμερα στην καθημερινή του ζωή ένας οικογενειάρχης, δυσκολότερα βρίσκει έναν ηλεκτρολόγο, ένα τεχνίτη, έναν κατασκευαστή, γιατί έχουν εκλείψει. Έχουμε σνομπάρει αυτά τα επαγγέλματα. Όταν όλη η Ευρώπη δίνει έμφαση σ’ αυτά τα επαγγέλματα, τα πρακτικά, που βελτιώνουν τη ζωή μας, εμείς πηγαίνουμε στα θεωρητικά επαγγέλματα για τα οποία δεν είναι όλοι φτιαγμένοι. Κάποιοι είναι γι’ αυτά και κάποιοι είναι για τα άλλα. Έχουμε απαξιώσει δουλειές μέσα στην αγορά εργασίας, οι οποίες είναι πολύ χρήσιμες και πολύ ανταποδοτικές και για την οικονομία και για την κοινωνία και χαρίζουμε στους μετανάστες ουσιαστικά αυτές τις δουλειές, οι οποίες είναι τόσο αναγκαίες και τόσο κερδοφόρες, που κανείς δεν μπορεί να το διανοηθεί. Θα χτυπήσουμε το κεφάλι μας γι’ αυτά αν δεν επαναπροσδιορίσουμε τη στάση μας.
ΠτΘ: Θεωρούμε ότι αυτό που συζητάμε δεν μετακενώνεται στα ΜΜΕ, δεν είμαστε ήσυχοι ότι θα θεραπευτούν τα δεινά της Δημόσιας Εκπαίδευσης με την αναθεώρηση του άρθρου 16, εφόσον δεν υπάρχουν χρήματα, δεν υπάρχουν υποδομές…
Ε.Σ.: Με φοβίζει πολλές φορές ότι ο δημόσιος διάλογος, και πολλές φορές και ο πολιτικός διάλογος, περιορίζεται σε παραθέσεις ταξικών ή συντεχνιακών συμφερόντων. Δε συζητούν για την ουσία της παιδείας, συζητούν οι διδάσκοντες να κατοχυρώσουν τα δικαιώματά τους, η πολιτεία να κατοχυρώσει το σύστημά της, ο φοιτητής να μπει εύκολα στην εύκολη λύση και να τελειώσει εύκολα χωρίς να παιδευτεί και δε σκεφτόμαστε ότι όταν κάνουμε εύκολη παραγωγή επιστημόνων στη συνέχεια τα νοσοκομεία μας, οι υπηρεσίες μας, όλα αυτά τα οποία θα δυσλειτουργούν λόγω της κακής ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού πάλι πάνω στο κεφάλι μας θα πέσουν, πάλι πάνω στην οικονομία μας θα έχουν συνέπειες, πάλι πάνω στην καθημερινή μας ζωή θα έχουν αρνητικές προεκτάσεις. Αυτό πρέπει να μας προβληματίζει. Μου θυμίζει λίγο την κουβέντα που έκανα πριν αποφασίσω να σπουδάσω νομικά και έβλεπα ότι η πλειοψηφία των συμμαθητών μου διάλεγε μια σχολή επειδή ήθελε να ζήσει στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα τα φοιτητικά χρόνια ή επειδή έτυχε σε ένα από τα τέσσερα μαθήματα που δίναμε στις Πανελλήνιες εξετάσεις να είναι καλό ένα παιδί και διάλεγε τη σχολή εκείνη που αντιστοιχούσε σ’ αυτό το μάθημα. Δε διάλεγε επάγγελμα και πολλοί εξ αυτών όταν τελείωσαν τις σπουδές και έπρεπε να ασκήσουν επάγγελμα δεν ήταν ικανοποιημένοι από τη ζωή τους, διότι τέλειωσε η τετραετής φοιτητική ζωή, τέλειωσε και η εξέταση στο μάθημα που είχες κάποιες καλύτερες επιδόσεις και έπρεπε να ασκήσει ένα επάγγελμα που δεν το πίστευε και δε το συγκινούσε. Με τι όρεξη λοιπόν θα το ασκούσες αυτό και θα το ασκούσες μάλιστα προς όφελος της κοινωνίας;
ΠτΘ: Φαίνεται να κατανοείτε, γιατί ο απλός πολίτης δεν είναι ικανοποιημένος από την ποιότητα του διαλόγου για τα όσα εισπράττει, τα οποία ουσιαστικά είναι λόγια και ρητορίες.
Ε.Σ.: Το κατανοώ αλλά πιστεύω ότι έχει ευθύνη όχι μόνο ο απλός πολίτης, αλλά οι συντελεστές του εκπαιδευτικού συστήματος, γιατί όταν προσέρχονται στο διάλογο αντί να κάνουν προτάσεις για τη βελτίωση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης, αυτό που κάνουν είναι να ζητούν να κατοχυρώσουν μόνο μισθολογικά αιτήματα ή συντεχνιακά συμφέροντα κι αυτό είναι ένα μεγάλο λάθος.
ΠτΘ: κ. Στυλιανίδη σας ευχαριστούμε πολύ.
Ε.Σ.: Κι εγώ σας ευχαριστώ.
Τ.Β.-Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
