Προσφατες ξενογλωσσες εκδοσεις για την αρχαια ιστορια των Ελληνων του Ευξεινου Ποντου
Ένα μεγάλο σε διάσταση και σημασία εκδοτικό έργο ολοκληρώθηκε και κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2003 από τις εκδόσεις του Ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού και του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων. Το θέμα του: Η όσο το δυνατόν πιο εμπεριστατωμένη παρουσίαση των αρχαιολογικών ερευνών στις σπουδαιότερες αρχαίες ελληνικές εγκαταστάσεις κατά μήκος των ακτών του Ευξείνου Πόντου και της ενδοχώρας. Η επιλογή αυτή δεν ήταν καθόλου τυχαία. Μία παρόμοια συλλογική παρουσίαση δυστυχώς έλλειπε από τα παγκόσμια βιβλιογραφικά δεδομένα, προκαλώντας δυσφορία στους ερευνητικούς κύκλους διεθνώς λόγω του υπάρχοντος κενού. Οι περισσότεροι –αν όχι σχεδόν όλοι- οι αρχαιογνώστες ειδικοί επιστήμονες ανά τον κόσμο, δεν είναι σε θέση να μπορούν να γνωρίζουν ούτε την ρωσική, ούτε την βουλγαρική, ούτε την ρουμανική, ούτε την ουκρανική, ούτε την γεωργιανή, ούτε και την τουρκική γλώσσα, όχι απλώς ταυτόχρονα όλες μαζί ή έστω κάποιο συνδυασμό αυτών, αλλά ούτε καν μεμονωμένα. Στην ίδια μοίρα με τις προηγούμενες, βρίσκεται και η σύγχρονη ελληνική γλώσσα. Ένα άλλο επίσης σοβαρό πρόσκομμα είναι και η δυσχερής πρόσβαση σε βιβλιοθήκες των παρευξεινίων χωρών, όπου φυλάσσεται το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων, και ως εκ τούτου, η σχεδόν ανέφικτη προσδοκία από πλευράς επιστημόνων, για μία συνδυαστική επεξεργασία ενός τόσο πολύτιμου, άγνωστου και μοναδικού πρωτογενούς υλικού.
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα κατά τα τελευταία δέκα με δεκαπέντε χρόνια άρχισε να εστιάζει –και πάλι όχι τυχαία- την προσοχή της στις ελληνικές-κλασσικές, αλλά παράλληλα και στις μη ελληνικές αρχαιότητες του Ευξείνου Πόντου, με μεγάλο και μάλιστα άνευ προηγουμένου ενδιαφέρον. Έμφαση γίνεται στην μέση και την υστέρα αρχαιότητα. Ίσως, εύλογα κάποιος αναγνώστης αναρωτηθεί με αφορμή την παραπάνω διαπίστωση, σε ποια αίτια οφείλεται αυτή η καθυστέρηση και αν και κατά πόσον μπορεί να θεωρηθεί ηθελημένη ή μοιραία. Είναι επίσης γνωστό το γεγονός ότι αρκετοί φορείς, κατά κύριον λόγο πανεπιστημιακοί, ανά τον κόσμο έχουν τελευταία στρέψει το βλέμμα τους και την προσοχή τους στο εξειδικευμένο πρόβλημα της παρουσίας των αρχαίων Ελλήνων στον Παρευξείνιο χώρο και στην γειτνίασή τους με γηγενείς είτε με επυλίδες λαούς, οι οποίοι, σύμφωνα πάντοτε με τις αρχαιολογικές μαρτυρίες και τις σχετικές γραπτές πηγές, προσέγγιζαν τις ακτές του Ευξείνου Πόντου συνήθως για δηώσεις των αρχαίων ελληνικών οικισμών -αποικιών ή εμπορίων- με σκοπό την αποκομιδή λαφύρων. Στις περισσότερες, όμως, περιπτώσεις μπορούμε να παρατηρήσουμε και το φαινόμενο της αρμονικής συμβιώσεώς των στον ήδη υπάρχοντα ελληνικό ή βαρβαρικό οικισμό, ή ακόμη της εγκαταστάσεώς των στον εγγύς περιβάλλοντα χώρο του εκάστοτε παραλίου ή εσωτερικού οικισμού.
Η ευόδωση όλων αυτών των σημαντικών προσπαθειών για την καταγραφή του ιστορικού και αρχαιολογικού παρελθόντος της εν λόγω περιοχής από την πλευρά της σύγχρονης επιστήμης, βεβαίως, πρέπει να ομολογήσουμε, ότι επετεύχθη, αλλά και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να επιτυγχάνεται με καταβολή απεριορίστου κόπου και επίπονης εργασίας. Αρκετά ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι για πολλούς επιστήμονες, ειδικούς και μη αρχαιογνώστες, ο χώρος της Παρευξεινίου ζώνης παραμένει ακόμη και σήμερα άγνωστος και μάλιστα στην σύγχρονη εποχή που ζούμε θεωρείται ως ‘άβατος’ και εν γένει μη προσεγγίσιμος! Δεν είναι πρόθεσή μας στις γραμμές του παρόντος να παρουσιάσουμε και να αναλύσουμε τους λόγους και τις αιτίες αυτής της, ας μας επιτραπεί η έκφραση, ιστορικο-αρχαιολογικής (αν μη τι άλλο) τραγωδίας ή χασμωδίας. Νομίζουμε ότι ο καθένας είναι εις θέσιν να βγάλει μόνος του τα συμπεράσματα και να δώσει λογικές ή ευλογοφανείς, τουλάχιστον, απαντήσεις. Ο ρόλος του παρόντος είναι πιο περιορισμένος: να περιγράψει εν συντομία μια ολοκληρωμένη, ελληνική αυτή την φορά, προσπάθεια επιστημονικής εκθέσεως και παρουσιάσεως των κλασσικών αρχαιοτήτων του Ευξείνου Πόντου στο διεθνές επιστημονικό κοινό.
Το πρώτο υπό παρουσίαση ξενόγλωσσο βιβλίο, του οποίου ο τίτλος στα ελληνικά μεθερμηνεύεται ως “Αρχαίες Ελληνικές Αποικίες στην Μαύρη Θάλασσα” (Ancient Greek Colonies in the Black Sea), αποτελεί μια εκδοτική προσπάθεια από πλευράς Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Βορείου Ελλάδος και του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων του Υπουργείου Πολιτισμού. Την επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου αυτού ανέλαβαν οι Δρ. Δημήτριος Β. Γραμμένος, σήμερα Διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου της Θεσσαλονίκης, και Ηλίας Κ. Πετρόπουλος, Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου M.V. Lomonosov της Μόσχας και Λέκτωρ στο Τμήμα Γλώσσας-Φιλολογίας και Πολιτισμού Παρευξεινίων Χωρών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, στην Κομοτηνή.
Πολλοί είναι εκείνοι που θα προχωρήσουν αυθόρμητα στο εξής, εν πρώτοις εύλογο, ερώτημα: μα για ποιον λόγο μία επίσημη ελληνική έκδοση ενός συλλογικού αρχαιογνωστικού έργου δεν πραγματοποιείται στην ελληνική γλώσσα. Έπειτα από όσα ειπώθηκαν ανωτέρω, η απάντηση που αβίαστα προκύπτει είναι πολύ σαφής και εύκολα αντιληπτή. Στόχος του Υπουργείου Πολιτισμού, αλλά και των δύο επιμελητών ήταν η εκ του σύνεγγυς επαφή και η γνωριμία της διεθνούς, και όχι αποκλειστικά της ελληνικής, επιστημονικής κοινότητος, καθώς και του αρχαιόφιλου κοινού με τις Παρευξείνιες ελληνικές αρχαιότητες και τα πιο πρόσφατα αρχαιολογικά ευρήματα από 30 αρχαίες ελληνικές αποικίες. Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή το βιβλίο κυκλοφορούσε μεταφρασμένο στα ελληνικά, θα είχε πολύ περιορισμένη απήχηση και διάδοση. Αυτή είναι, δυστυχώς, η σημερινή πραγματικότητα, την οποίαν πρέπει να έχουμε συνεχώς κατά νου. Για την συγγραφή του έργου εκλήθησαν να συμμετάσχουν, ο καθένας με ένα ξεχωριστό και εξειδικευμένο άρθρο, συνοδευόμενο από το σχετικό φωτογραφικό υλικό, 32 αρχαιολόγοι ανασκαφείς-ερευνητές στις 30 μεγαλύτερες και σπουδαιότερες ελληνικές αποικίες σε ολόκληρη την λεκάνη της Μαύρης Θάλασσας. Το βιβλίο είναι δίτομο και οι σελίδες του αριθμούν τις 1431.
Ειδικότερα, περιλαμβάνει συνολικά 28 άρθρα, εκ των οποίων τα 26 είναι γραμμένα στην αγγλική, ενώ τα υπόλοιπα 2 στην γαλλική γλώσσα. Στο βιβλίο εκλήθη ακόμη για συμμετοχή και ο Ρουμάνος αρχαιολόγος Valeriu Georgescu με αναφορά στην αρχαία ελληνική πόλη Καλλάτιδα, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την συγγραφή λόγω του πρόωρου θανάτου του. Επίσης, ο διεθνώς καταξιωμένος Γεωργιανός αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός Otar Davidovitch Lordkipanidze εγκατέλειψε πρόωρα αυτόν τον μάταιο κόσμο, όμως το άρθρο που είχε ευτυχώς προλάβει να ολοκληρώσει για την Φάσιδα συμπεριελήφθη στο βιβλίο. Για τους λόγους αυτούς το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην μνήμη των δύο εκλιπόντων.
Ο πρώτος τόμος ξεκινά με το τρισέλιδο εισαγωγικό σημείωμα του Δημήτρη Β. Γραμμένου (σε ελληνικά και αγγλικά) και συνεχίζει με το γενικό άρθρο του Ηλία Κ. Πετρόπουλου, το οποίο φέρει ως τίτλο “Problems in the History and Archaeology of the Greek Colonization of the Black Sea”, σελ. 17-94 (= Προβλήματα ιστορίας και αρχαιολογίας του ελληνικού αποικισμού στην Μαύρη Θάλασσα). Σκοπός του άρθρου είναι να εισαγάγει τον αναγνώστη εν συντομία στα διάφορα και ποικίλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η σύγχρονη επιστήμη στο θέμα του αρχαίου ελληνικού αποικισμού και ό,τι σχετίζεται με αυτό.
Στη συνέχεια και έπειτα από τους δύο κατατοπιστικούς χάρτες με τις θέσεις των αναφερομένων εμβριθέστερα ελληνικών οικισμών, ξεκινώντας από την βουλγαρική ποντική ακτή και συνεχίζοντας κατά την φορά του ωρολογίου ακολουθώντας την σειρά των αρχαίων ελληνικών αποικιών, παρατίθενται τα άρθρα των αρχαιολόγων ανασκαφέων με την εξής διάταξη: Βουλγάρων, Ρουμάνων, Ουκρανών, Ρώσων, Γεωργιανών, ενός Αμπχαζίου, ενός Αμερικανού και δύο Τούρκων. Οι ελληνικές πόλεις-αποικίες που αναφέρονται και στους δύο τόμους, είναι κατά σειρά οι εξής:
Απολλωνία Ποντική (Sozopol, D. Nedev-K. Panayotova),
Μεσημβρία (Nesebar, Khr. Preshlenov),
Οδησσός (Varna, A. Minchev),
Ιστρία (A. Avram),
Οργάμη (Argamum, M. Manuηu-Adameteanu),
Ολβία και οικισμός στο νησί Μπερεζάν (Nikolaev-Berazan, S.D. Kryzhytskyy-V.V. Krapivina-N.A. Lejpunskaya-V.V. Nazarov),
Κερκινίτις (Evpatoria, V.A. Kutaisov),
Ταυρική Χερσόνησος (Sevastopol, M.I. Zolotarev),
Θεοδοσία (Feodosia, Ye.A. Katyushin),
Παντικάπαιον (Kertch, V.P. Tolstikov),
Νυμφαίον (Geroevka, O. Yu. Sokolova),
Μυρμήκιον-Πορθμεύς (Kertch, Yu.A. Vinogradov-A.M Butyagin-M.Yu. Vakhtina),
Κυταίον (Ye.A. Molev),
Κήποι-Φαναγόρεια και οικισμός στο Ταγκανρόγκ (Taganrog, V.D. Kuznetsov),
Γοργιππία (Anapa, Ye.M. Alekseeva),
Ερμώνασσα (S.I. Finogenova),
Τάναϊς (Rostov on Don, T.M. Arsenyeva),
Πατραεύς-Κιμμερίς-Αχίλλειον (A.P. Abramov-A.A. Zavoykin),
Διοσκουριάς (Sukhumi, A.N. Gabelia),
Φάσις (O.D. Lordkipanidze),
Αμισός (Samsun, S. Atasoy),
Σινώπη (Sinope, O. Doonan),
Ηράκλεια Ποντική (Eregli) και Άμαστρις (D.B. Erciyas).
Πέραν των εξειδικευμένων άρθρων για τις αποικίες, υπάρχουν και δύο γενικότερου περιεχομένου. Συγκεκριμένα, το ένα αναφέρεται στις πρόσφατες αρχαιολογικές μελέτες στην “χώρα της Ολβίας” (S.D. Kryzhytskyy-V.V. Krapivina), δηλαδή στις αγροτικές εκτάσεις της αρχαίας πόλεως, και παρουσιάζει ποικίλο και ξεχωριστό ενδιαφέρον λόγω της ευρύτητας των θεμάτων που αρμοδίως θίγονται σ’ αυτό από τους γράψαντες αρχαιολόγους. Το δεύτερο αναφέρεται στις πρόσφατες αρχαιολογικές έρευνες που διεξήχθησαν στον χώρο των αγροτικών εκτάσεων (χώρα) του Βασιλείου του Βοσπόρου (A.A. Maslennikov, Καθηγητής Κλασσικής Αρχαιολογίας στο Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Ακαδημίας Επιστημών της Ρωσίας στην Μόσχα, επί τριάντα και πλέον συναπτά έτη μελετητής των Βοσπορικών αρχαιοτήτων), εκατέρωθεν των οχθών του Κιμμερικού Βοσπόρου – σήμερα στενά του Kertch. Τα δύο αυτά άρθρα έρχονται να καλύψουν το κενό που υπάρχει στο θέμα της περιφερειακής επέκτασης και διεύρυνσης των συνόρων των αρχαίων ελληνικών πόλεων του Ευξείνου Πόντου, καθώς και της επιμέρους αγροτο-οικονομικής τους οργανώσεως και δραστηριότητος και της πολιτικής τους διαρθρώσεως.
Έπειτα από όσα περιληπτικά αναφέρθηκαν, η αξία του βιβλίου αυτού είναι στην διακριτική κρίση του εκάστοτε ερευνητού. Το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του πονήματος, η σημασία και η σπουδαιότητά του, διαφαίνεται όχι μόνο από το γεγονός ότι απλά συμμετέχουν ξένοι αρχαιολόγοι και ερευνητές του Παρευξείνιου κλασσικού παρελθόντος, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι για πρώτη φορά στην παγκόσμια βιβλιογραφία, σε ένα συλλογικό έργο συμπεριλαμβάνονται και περιγράφονται εμπεριστατωμένα και, όπως θα λέγαμε σε απλή γλώσσα από ‘πρώτο χέρι’, ελληνικοί οικισμοί από ολόκληρη της επικράτεια της Μαύρης Θάλασσας. Τα χρονικά περιθώρια του βιβλίου είναι κατά δύναμιν και κατά περίπτωση διευρυμένα: από την πρώιμη αρχαιότητα, δηλαδή από τα χρόνια του ελληνικού αποικισμού ή, ορθότερα, της μεταναστεύσεως στον Εύξεινο Πόντο έως την υστέρα ρωμαϊκή εποχή.
Ένα άλλο εξίσου αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του βιβλίου που μπορεί κάποιος να υπομνήσει, αφορά στην πληθώρα από διαφορετικές θεωρητικές προσεγγίσεις στον τομέα της κλασσικής αρχαιολογίας και της εν γένει αρχαιογνωσίας, έτσι όπως αυτές έχουν εξελιχθεί και έχουν διαμορφωθεί στα διάφορα κράτη του παρευξείνου χώρου κατά την διάρκεια του 20ου αι. κάτω από διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες. Ήταν εσκεμμένη από την πλευρά των δύο επιμελητών του έργου η δημοσίευση όλων των κειμένων δίχως την παραμικρή λεκτική διαφοροποίηση από τα πρωτότυπα. Ίσως το γεγονός αυτό ως ένα βαθμό να στοίχισε στην γενικότερη εικόνα της επιμέλειας του έργου, με αποτέλεσμα να ξενίζει στους διαφορετικά συνηθισμένους εκτός των παρευξείνιων συνόρων επιστήμονες. Παρόλα ταύτα η έκδοση προχώρησε με απόλυτο σεβασμό στις αρκετά ποικίλες μορφές διατύπωσης και εκφραστικότητας των πολυεθνικών αρθρογράφων.
Το βιβλίο “Ancient Greek Colonies in the Black Sea”, για όσους ενδιαφέρονται να το αποκτήσουν και να το μελετήσουν, διατίθεται στην ακόλουθη διεύθυνση: Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, Διεύθυνση Εκδόσεων, οδός Πανεπιστημίου 57, Αθήνα, 10564, τηλ. 210-3722500. Το βιβλίο διατίθεται επίσης και στα μεγαλύτερα Αρχαιολογικά Μουσεία, καθώς και στις επιμέρους Εφορείες Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων της Ελλάδος. Η τιμή του ανέρχεται στα 200 Ευρώ. Ισχύουν ειδικές τιμές για φοιτητές.
Ένα άλλο βιβλίο (format A4) στην αγγλική γλώσσα, αυτή την φορά μία μονογραφία του κ. Πετρόπουλου, δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2005 στην Οξφόρδη με την πρωτοβουλία και την δαπάνη των έγκριτων αρχαιολογικών σειρών British Archaeological Reports, International Series (Βρετανικά αρχαιολογικά δελτία, διεθνείς σειρές), αριθμός 1394. Ο τίτλος του βιβλίου είναι “Hellenic Colonization in Euxeinos Pontos: Penetration, Early Establishment, and the problem of the ‘emporion’ Revisited” (Ο ελληνικός αποικισμός στον Εύξεινο Πόντο: Διείσδυση, πρώιμη εγκατάσταση και το πρόβλημα του ‘εμπορίου’ αναθεωρημένο). Στην βάση του βιβλίου αυτού, είναι το κείμενο της διδακτορικής διατριβής, την οποία ο κ. Πετρόπουλος εκπόνησε στο Κρατικό Πανεπιστήμιο M.V. Lomonosov της Μόσχας και υπεράσπισε τον Ιούνιο του 1999, υπό την εποπτεία του Καθηγητή Κλασσικής Αρχαιολογίας, κ. Yu.V. Vinogradov. Βέβαια, η αγγλική έκδοση είναι σαφώς αναθεωρημένη και αρκετά βελτιωμένη από το πρωτότυπο ρωσικό κείμενο, εμπλουτισμένη με την πιο πρόσφατη σχετική βιβλιογραφία και με πολύ περισσότερα και νεώτερα αποδεικτικά στοιχεία που αφορούν στο αποικιακό φαινόμενο –ή κατ’ άλλους φαινόμενα- όχι μόνο στην Μαύρη Θάλασσα, αλλά και στο Βόρειο Αιγαίο και την Μεσόγειο γενικότερα. Έτσι, μέσω της συγκριτικής διαδικασίας, επιτυγχάνεται μία όσο το δυνατόν πιο πολύπλευρη προσέγγιση του αρχαίου ελληνικού αποικισμού και δίδεται η ευκαιρία για μία περισσότερο γενικευμένη θεώρησή του.
Βασικές πηγές, πάνω στις οποίες ο κ. Πετρόπουλος στηρίζει τα πορίσματα της έρευνάς του, αποτελούν τα αρχαιολογικά, κυρίως τα πιο πρόσφατα, ευρήματα από ολόκληρη την παρευξείνια ζώνη και την Μεσογειακή λεκάνη, τα οποία χρησιμοποιούνται συνδυαστικά με τις ολίγες και φειδωλές, συχνά απατηλές και πολύ σπάνια αξιόπιστες, γραπτές μνείες των αρχαίων συγγραφέων, ελλήνων και λατίνων.
Το εν λόγω βιβλίο –έκτασης 190 σελίδων- είναι διαρθρωμένο ως εξής: περιλαμβάνει πρόλογο -γραμμένο από τον Καθηγητή Κλασσικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Charles της Πράγας, κου Jan Bouzek-, εισαγωγικό σημείωμα, δύο μεγάλα κεφάλαια χωρισμένα σε υποενότητες, βραχυγραφίες, ακρώνυμα, κυριλλική και δυτικοευρωπαϊκή βιβλιογραφία, ευρετήριο, χάρτες, πίνακες και δύο φωτογραφίες. Το πρώτο κεφάλαιο φέρει τον τίτλο «Τα πρωιμότερα αρχαιολογικά τεκμήρια της ελληνικής παρουσίας στον Βόρειο Εύξεινο Πόντο από τα μέσα του 7ου αι. έως το πρώτο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ.», σελ. 15-74 (The earliest archaeological evidence for Greek presence in the northern Euxeinos Pontos – 7th-first quarter of the 6th century BC). Στις οκτώ συνολικά υποενότητες του κεφαλαίου διεξάγεται μία προσπάθεια καταγραφής και ανάλυσης της επιστημονικής έρευνας, όπως έχει αυτή μέχρι σήμερα διαμορφωθεί διεθνώς, επάνω στην προβληματική της πρώιμης έλευσης και εγκατάστασης των αρχαίων Ελλήνων αποικιστών στα παρευξείνια παράλια, βάσει μίας χρονολογικής κατηγοριοποίησης των αρχαιολογικών πηγών.
Σκοπός του κεφαλαίου αυτού δεν είναι η λεπτομερής και εξονυχιστική περιγραφή των αρχαιολογικών δεδομένων, αλλά η συλλογή τους μέσα από διάσπαρτες και συχνά παλαιές εκδόσεις, η επαλήθευση των χρονολογήσεών τους βάσει σύγχρονων πορισμάτων, καθώς και η συγκριτική μελέτη τους για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Βασικό στοιχείο της έρευνας αποτελεί και το γεγονός της παρουσίας, εκτός της τροχήλατης διακοσμητικής κεραμικής -κατασκευαστές και μεταφορείς της οποίας είθισται δικαιολογημένα να θεωρούνται οι Έλληνες αποικιστές- και χειροποίητων κεραμικών που χρονολογικά είναι πολύ συχνά σύγχρονα με τα ελληνικά στις αποικίες και μάλιστα πολλές φορές εμφανίζονται ταυτόχρονα με αυτά. Δίνεται έμφαση στον ρόλο που έπρεπε να είχαν διαδραματίσει οι μη Έλληνες (κυρίως Σκύθες νομάδες ή Κιμμέριοι) στην ενταξιακή πορεία των νεοφερμένων αποίκων από την μητροπολιτική Ελλάδα όχι μόνο στις παράλιες περιοχές της βόρειας Μαύρης Θάλασσας, αλλά –και αυτό είναι το πλέον ενδεικτικό της τόλμης και της αποφασιστικότητάς τους- από την πρώτη κιόλα στιγμή στην ενδοχώρα της Σκυθίας, τετρακόσια χιλιόμετρα βορείως των ακτών. Με δεδομένο τουλάχιστον το τελευταίο στοιχείο, θα μπορούσε εύκολα κάποιος να αναλογισθεί την σοβαρότητα, με την οποία αντιμετώπιζαν οι –απολύτως οργανωμένοι και όχι όπως μέχρι σήμερα παρουσιάζονται στην έρευνα, τυχοδιώκτες ή απλοί έμποροι ναυτικοί- Έλληνες μετανάστες την εγκατάσταση και την μελλοντική τους προοπτική στον ευρύτερο παρευξείνιο χώρο.
Στο δεύτερο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Το πρόβλημα του ‘εμπορίου’: Βασικά χαρακτηριστικά και ιδιαιτερότητες στην αρχαία γραπτή παράδοση», σελ. 75-126 [The problem of the ‘emporion’ (port of trade): Main characteristics and particularities in the ancient written tradition], καταβάλλεται μία προσπάθεια συγκριτικής προσέγγισης και ανάλυσης του αποικισμού στον Εύξεινο Πόντο, με παράλληλη παράθεση στοιχείων από αντίστοιχες εγκαταστάσεις στην Μεσογειακή λεκάνη. Ταυτόχρονα, τίθεται υπό αμφισβήτηση και η άποψη ότι ορισμένες πρώιμες εγκαταστάσεις –‘εμπόρια’- δεν αποτελούσαν οργανωμένες μορφές πρωταρχικής αποικιακής εγκατάστασης, όχι μόνο στην Μαύρη Θάλασσα, αλλά και στην Μεσόγειο. Για μία πληρέστερη εικόνα στα παραπάνω στοιχεία συμπεριλαμβάνεται και ο απολογισμός των ερευνών στην αποικία της Ταυρικής Χερσονήσου (στην νοτιοδυτική Κριμαία), η διαδικασία ίδρυσης της οποίας –αν και δεν εμπίπτει στο χρονολογικό πλαίσιο του βιβλίου- έχει πολύ μεγάλη σπουδαιότητα για τους στόχους του βιβλίου. Τέλος, στα στοιχεία του δευτέρου κεφαλαίου εντάσσεται και η αναφορά σε ένα μοναδικό προς το παρόν για τα χρονικά της ιστορικής και αρχαιολογικής έρευνας επιγραφικό ντοκουμέντο -γνωστό ως επιγραφή της Πιστίρου- πρόσφατα ανακαλυφθέν στην θρακική ενδοχώρα, το οποίο, αν και χρονολογείται στα μέσα του 4ου αι. π.Χ., κατέχει πολύ σημαντικό ρόλο στην διασαφήνιση της προβληματικής των ‘εμπορίων’.
Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ο επίλογος, στον οποίον έχουν αποτυπωθεί τα συμπεράσματα από την μελέτη του αρχαίου ελληνικού αποικισμού στον παρευξείνιο χώρο. Βασικό πόρισμα του κ. Πετρόπουλου αποτελεί η απόδειξη ότι οι Έλληνες μετανάστες δεν προσέγγισαν τα μαυροθαλασσίτικα παράλια τυχαία ή κατά ‘λάθος’, αλλά αυτή η έλευση και η εγκατάστασή τους –αρχικά με την μορφή ‘εμπορίων’, δηλαδή οργανωμένων και πολιτικά, μικρών σε πληθυσμό, κοινοτήτων με απώτερο σκοπό την ίδρυση μίας πόλεως όπου θα συμμετείχαν και νέοι μετανάστες από την μητρόπολη- ήταν καταφανώς προϊόν προμελετημένου σχεδιασμού στην μητροπολιτική Ελλάδα. Αυτό διαφαίνεται τόσο από τα διάφορα και ποικίλα αρχαιολογικά τεκμήρια, για τα οποία γίνεται λόγος, αλλά και από τις διάφορες τεχνικές μεθοδεύσεις εγκατάστασης πρακτικού χαρακτήρα (π.χ., αρχικά υπόγειες ή ημι-υπόγειες κατοικίες και στην συνέχεια μετάβαση στην επίγεια οικοδόμηση) που αναλύονται μέσα στο κείμενο. Ως εκ τούτου, κύριο μέλημα των αρχαίων ελληνικών μεταναστευτικών ομάδων ήταν η απόκτηση νέων εδαφών για το κτίσιμο νέας πατρίδας με καινούρια δεδομένα, τα οποία πιθανόν σε πολλά σημεία, για διάφορους και ευνόητους λόγους, να μην προσιδίαζαν στα πρότυπα της “παλαιάς” πατρίδας που έμενε πίσω. Πρέπει, τελικά, ο αποικισμός να ήταν η επανάσταση της εποχής.
Υπό έκδοση νέος τρίτομος έργο
Μέσα στο επόμενο έτος (2006) πρόκειται να εκδοθεί ένα νέο τρίτομο έργο σε αγγλική γλώσσα, με πέντε άρθρα στα γαλλικά, συνολικής έκτασης 2400 σελίδων περίπου. Στο εν λόγω βιβλίο συμμετέχουν με σαράντα συνολικά άρθρα, σαράντα αρχαιολόγοι και ιστορικοί απ’ όλη την Μαύρη Θάλασσα, όλοι τους ανασκαφείς ελληνικών οικισμών. Το βιβλίο αυτό θα εκδοθεί από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στις ειδικές αρχαιολογικές σειρές British Archaeological Reports International Series (Βρετανικά αρχαιολογικά δελτία, διεθνείς σειρές), με την ευγενική χορηγία της οικογένειας Ηρακλή Μπίμπαση και του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αλεξανδρουπόλεως, κου Ανθίμου. Με το νέο αυτό συλλογικό έργο ολοκληρώνεται η παρουσίαση των αποτελεσμάτων των αρχαιολογικών ερευνών σε όλες τις υπό ανασκαφή ελληνικές πόλεις και πολίσματα του Ευξείνου Πόντου, διατυπωμένη σε γλώσσες προσβάσιμες (αγγλικά και γαλλικά) σε όλους τους ενδιαφερομένους ερευνητές της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας.
Περαιτέρω στοιχεία για όλα τα βιβλία που παρουσιάσθηκαν ανωτέρω, υπάρχουν στην προσωπική ιστοσελίδα του κ. Πετρόπουλου: www.epetropoulos.gr
Επιμέλεια Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
