«Παθαμε κι ακομη παθαινουμε…»

Σαμακόβι, Κωνσταντινούπολη, Πρίγκηπος, Αθήνα. Ένα ταξίδι που ξεκινά το 1922 και φθάνει έως σήμερα. Με ιδιαίτερη αναφορά στην Πόλη και στην Πρίγκηπο. Και στα γεγονότα του 1955, τα Σεπτεμβριανά. Καθώς επίσης στις απελάσεις της δεκαετίας του 1960, στις περιουσίες που χάθηκαν ή πουλήθηκαν για ένα κομμάτι ψωμί, στα ιδρύματα και στους αγώνες που γίνονται για την επανάκτησή τους. Αλλά και στο Σαμακόβι στη Συνάντηση των Σιδηροχωρητών, όπως επίσης και στο δρόμο που ανοίγουν τα ευρωπαϊκά προγράμματα. Για να καταλάβουμε τον άλλο. Για να συνεχίσουμε να σεβόμαστε τον πολιτισμό του και τον πολιτισμό μας.

Ένα ταξίδι με τη Βάσω Κόκωφ. Τη συναντήσαμε στην 20η Συνάντηση των Σιδηροχωριτών. Παιδί προσφύγων από το Σαμακόβι, έζησε όλα τα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία των Ρωμιών της Πόλης. Μας μιλά γι’ αυτά και τα μάτια της βουρκώνουν. Η φωνή χαμηλώνει και πολλές φορές σταματά… Γιατί όπως λέει η ίδια «πάθαμε πολλά και ακόμα παθαίνουμε»…

τΘ: Γεννηθήκατε στο Φανάρι. Να σας μεταφέρω χρόνια πίσω. Τι θυμάσθε;

Β.Κ.:
Εγώ γεννήθηκα στο Φανάρι, μεγάλωσα στο Φανάρι, και οι μνήμες μου σταματάνε στα γεγονότα του ’55, στα Σεπτεμβριανά. Βέβαια εκείνες τις ημέρες εγώ δεν ήμουν στο Φανάρι, ήμουν στην Πρίγκηπο, γιατί ήταν ακόμη καλοκαίρι. Και στην Πρίγκηπο ήρθαν να καταστρέψουν το σπίτι μας, αλλά μας προστάτεψε κάποιος Τούρκος ο οποίος είχε ωφεληθεί πολύ από τη μαμά μου, τον είχε βοηθήσει και υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι αχάριστοι. Ήρθε λοιπον με μια σημαία τουρκική μπροστά στο σπίτι και δήλωσε ότι το σπίτι είναι δικό του. Έτσι δεν καταστράφηκε το σπίτι μας στην Πρίγκηπο. Στο Φανάρι όμως το σπίτι μας το κάνανε… Δεν ξέρω αν υπάρχει έκφραση που μπορώ να χρησιμοποιήσω. Τα χαλιά τα είχαν κόψει με τέτοια μανία, κομμάτια-κομμάτια. Τα ψυγεία, όλος ο οικιακός εξοπλισμός, τα πάντα ήταν στο δρόμο σκορπισμένα. Και δεν ήταν μόνο το Φανάρι. Η ίδια εικόνα υπήρχε και στο Πέραν που υπήρχαν τα εμπορικά καταστήματα. Περπατούσες ανάμεσα από σωρούς εμπορευμάτων, υφασμάτων, χρυσών. Ο,τι είχε ο καθένας στο κατάστημά του ήταν όλα χυμένα έξω και περπατούσες πάνω σ’ αυτά. Και οι τουρκάλες μαζεύανε όλα τα χρυσαφικά και τα φοράνε ακόμη και σήμερα. Αργότερα βέβαια τιμωρήθηκαν οι υπαίτιοι των γεγονότων, αλλά όσο και να τιμωρήθηκαν για μας ήταν μια μεγάλη πληγή. Έφυγαν πολλοί συγγενείς μας και πολλοί Έλληνες. Και όλα αυτά αντίποινα για την Κύπρο όπως έλεγαν σαν αιτία. Κάθε νύχτα έβαζαν σταυρούς στα σπίτια μας και αυτό το κλίμα επεκράτησε μέχρι το 1992. Τη νύχτα έφτιαχναν σταυρούς, τη μέρα τους σβήναμε. Έκαναν πολλές συσκοτίσεις και φοβόμασταν και φεύγαμε από το ένα σπίτι στο άλλο.

Μετά τα γεγονότα του 1955 ξεκίνησαν οι απελάσεις του ’64, οπότε ένα μεγάλο μέρος του Ελληνισμού της Πόλης έφυγε. Παρασύρθηκαν ο ένας με τον άλλο. Έφυγε η Μαρία, έφυγε και η Θεοδοσία, έφυγε και η Ευδοκία… Αναγκαστήκαμε να πουλήσουμε ό,τι είχαμε για «ψόφιο κρέας», όπως λέγαμε, που δεν το τρώνε ούτε τα σκυλιά… Αναγκαστήκαμε να πουλήσουμε τις περιουσίες μας που είχαν κάποια αξία με πολύ λίγα χρήματα, απλώς για να φύγουμε και να έρθουμε στην Ελλάδα. Βέβαια με το φόβο πάντα, γιατί απαγορευόταν τότε η μεταφορά των χρημάτων. Την πρώτη φορά που επιδιώξαμε να πουλήσουμε κάποιος μας πρόδωσε. Δυστυχώς ήταν Ρωμιός της πόλης. Έτσι σταματήσαμε την πώληση. Πουλήσαμε αργότερα με χίλιους φόβους. Συγκεκριμένα το 1991, τότε άρχισαν να είναι πιο ελεύθερα τα πράγματα. Ακόμη υπήρχε στρατιωτική κυβέρνηση, η χούντα. Η Τουρκία ήταν και είναι στρατοκρατούμενη χώρα. Υπάρχει μεγάλος πόνος για όλα αυτά.

Έχω κάνει και μια εργασία για το Φανάρι και του Φαναριώτες και είναι δημοσιευμένη στα «Θρακικά», στο 13 τόμο.

ΠτΘ: Σήμερα επισκέπτεστε την Πόλη;

Β.Κ.:
Την επισκέπτομαι όπως και την Πρίγκιπο. Κάθε φορά που πάω πονάω τόσο πολύ που … φέτος δεν ήθελα να πάω… Ο αδελφός μου πηγαινοέρχεται, εργάζεται και εκεί. Είναι συνεργάτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου και μεταφέρει τις συντάξεις των ελλήνων ηλικιωμένων, γιατί για να ταξιδέψει ένας ηλικιωμένος είναι πολύ δύσκολο. Εκτός αυτού τα λεφτά που θα πάρει δεν είναι τόσο αξιόλογα. Είναι τα λεφτά του εισιτηρίου. Οπότε κάθε έξι μήνες συγκεντρώνει, με εξουσιοδότηση του Προξενείου και με εξουσιοδότηση δική τους ότι ζουν, με παρουσία τους στο Τούρκικο και το αντίστοιχο Ελληνικό Προξενείο, τα χρήματα και τα μεταφέρει στην Ελλάδα και τους τα δίνει. Τώρα αυτή τη στιγμή είναι στην Κωνσταντινούπολη.

Βέβαια, μένει στη Χάλκη, κοντά στη Θεολογική Σχολή και είναι δικό του το σπίτι και πάει και η νύφη μου και με καλούν κι εμένα. Και τώρα με προσκάλεσε να πάω αλλά του απάντησα αρνητικά. Δεν μου έβγαινε να πάω. Ήταν να πάω στην Καππαδοκία, αλλά δεν μου έβγαινε, κι άμα δεν μου βγαίνει αυτή η επιθυμία δεν το κάνω… Γιατί δεν ξέρω, για ποιο λόγο… Κάποιες φορές ακολουθώ το ένστικτό μου… Πάθαμε κι ακόμη παθαίνουμε…

Φοβάμαι επειδή έχω μιλήσει πολλές φορές στα κεντρικά μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, μήπως με έχουν σταμπάρει και στα σύνορα με κτυπήσουν και έτσι αποφεύγω να πάω. Συμμετέχω στην Επιτροπή διεκδίκησης των ιδρυμάτων, των Βακουφίων, σε μια προσπάθεια να πάρουμε πίσω αυτά που μας πήραν με μυστικές συμφωνίες, χωρίς να μας τα ανακοινώσουν από το 1970. Είμαστε σε συνεργασία με τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Με λύπησε το γεγονός ότι δεν μπόρεσα να συμμετέχω στο συνέδριο των Κωνσταντινουπολιτών στο Χίλτον έπρεπε να πάω στη Μάλτα.

ΠτΘ: Αισιοδοξείτε ότι θα γίνει κάτι με τα Βακούφια…

Β.Κ.:
Πιστεύω ότι θα γίνει κάτι… Εμείς προσπαθούμε, κάναμε ένα δείπνο, συγκεντρώσαμε 1900 ευρώ για να τα δώσουμε σε δικηγόρο, για να αρχίσει τη διεκδίκηση, Τούρκους βέβαια, οι οποίοι είναι φιλέλληνες ή κάνουν τους φιλέλληνες, ώστε να προχωρήσει η διερεύνηση γιατί, για ποιους λόγους κι από ποιους έχουν παρθεί αυτά τα κτήρια, όπως είναι το Εθνικό Ορφανοτροφείο στην Πρίγκηπο, ο Αϊ Γιώργης ο Κουδουνάς. Το Εθνικό Ορφανοτροφείο είναι το μεγαλύτερο ξύλινο κτήριο στον κόσμο. Είναι δωρεά της Ελένης Ζαρίφη και του συζύγου της του Ζαρίφη, όπως και το Κεντρικό Παρθεναγωγείο που είχε 2000 παιδιά τον καιρό που ήμουν εγώ. Είχε Δημοτικό, Γυμνάσιο, Λύκειο. Αυτή τη στιγμή δεν έχει παιδιά.

ΠτΘ: Τα χρησιμοποιούν αυτά οι Ρωμιοί;

Β.Κ.:
Βέβαια τα χρησιμοποιούμε ακόμη εμείς, δεν έχουμε όμως την κυριότητα, έχουμε τη χρήση. Το Ορφανοτροφείο είναι κλειστό και το Κεντρικό το αφήνουν να καταρρεύσει για να το πάρουν να το κάνουν Νοσοκομείο Πρώτων Βοηθειών. Είναι κι άλλα τέτοια ιδρύματα. Περίπου 16-17… Εμείς προσπαθούμε για το Ορφανοτροφείο και για το Ζαρίφειο, το Κεντρικό. Πρέπει να συναντήσουμε και κυβερνητικούς φορείς, να μας βοηθήσουν γιατί δεν μπορούμε μόνοι μας.

ΠτΘ: Οι σύλλογοι που υπάρχουν δεν κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση;

Β.Κ.:
Στόχος μας είναι η δημιουργία Ομοσπονδίας των Συλλόγων των Κωνσταντινουπολιτών. Αν ενωθούν όλοι οι σύλλογοι, ώστε να υπάρχει μια Ομοσπονδία και να ενεργούμε έτσι ώστε να έχουμε φωνή που να ακούγεται. Πρέπει να γίνει αυτό. Υπάρχει πρόταση και πιστεύω ότι θα προχωρήσει… Ίσως καταφέρουμε κάτι και ίσως κάνουμε γνωστά τα θέματά μας. Ήδη άρχισαν και από Αμερική και συζητάν για την Αγιά Σοφιά. Κάνουμε όλες τις προσπάθειες για να θεωρηθούν γενοκτονία τα Σεπτεμβριανά, διότι άνοιξαν τάφους, σκότωσαν, βίασαν παπάδες, βίασαν κοπέλες, έγιναν πάρα πολλά.

ΠτΘ: Σήμερα πώς είναι ο ελληνισμός της Πόλης;

Β.Κ.:
Είναι λίγοι. Δεν είναι ούτε 2000.

ΠτΘ: Το επίθετό σας κ. Κόκοφ παραπέμπει σε Ρωσία. Έχετε καταγωγή από το Σαμάκοβο, γεννηθήκατε μεγαλώσατε στην Κωνσταντινούπολη, ζείτε στην Αθήνα. Πώς προέκυψε;

Β.Κ.:
Το Κόκοφ αναγκαστικά μας το έδωσαν. Το επώνυμό μου είναι Αλεξίου. Ο αδελφός μου έκανε δικαστήριο να το ξαναπάρει και δεν του το επέτρεψαν. Του έδωσαν δύο τούρκικα επώνυμα να διαλέξει. Και διάλεξε ένα από τα δύο, Καραμανλή “Το Αλεξίου ξέχνα το του είπαν”. Ο πατέρας μου ήταν έλληνας. Δεν ξέρω και πολλά πράγματα για αυτόν, γιατί πριν γεννηθώ, όταν η μαμά μου ήταν έγκυος σε μένα, τον πατέρα μου, όπως και πολλούς χριστιανούς, ο Ινονού τους έστειλε στο Άσκαλετ, με το πόθεν έσχες. Είχε περιουσία ο πατέρας μου μεγάλη, αλλά τον έβαλαν να πληρώσει, όπως και όλους αυτούς που πήγαν εκεί, δεκαπλάσια, δεκαπενταπλάσια. Δεν είχαν να τα πληρώσουν, και τους έστειλαν στο Άσκαλετ που είναι στους πρόποδες του Αραράτ, που έχει χειρότερο κλίμα κι από τη Σιβηρία, έμεινε δύο χρόνια κάνοντας καταναγκαστικά έργα. Όλους τους έβαζαν να κάνουν δρόμους, σαν να ήταν εγκληματίες. Όταν γύρισε εγώ ήμουν μωρό, δεν τον θυμάμαι καθόλου, παρά μόνο θυμάμαι μια μέρα πριν πεθάνει που ειδοποίησαν τη μαμά μου και πήγε στ’ ένα νοσοκομείο που το έλεγαν Νουμουνέ, που θα πει δείγμα. Η μαμά μου μιλούσε με τους γιατρούς, κι εγώ το θυμάμα,ι γιατί ήταν η μοναδική φορά που είδα τον μπαμπά μου, για πρώτη φορά και έπαιζα πάνω στα γόνατά του, και του έλεγα «πάπι, πάπι». Την άλλη μέρα ξαναπήγαμε στο νοσοκομείο με τη μαμά μου η οποία μιλούσε πάλι μ’ αυτούς με τις άσπρες ποδιές, κι έκλαιγε, και είχαν ένα παραβάν γύρω από το κρεβάτι και δεν με άφηναν να πάω να παίξω στα γόνατά του πατέρα μου. Αυτό το μοναδικό θυμάμαι από τον πατέρα μου. Δεν έχω άλλη εικόνα από αυτόν. Ο αδελφός μου είναι πιο μεγάλος και θυμάται κάποια πράγματα, αλλά εγώ δε θυμάμαι τίποτα. Πέθανε ο πατέρας μου κι η μαμά μου ούτε 28 ετών δεν ήταν, παρέμεινε χήρα μέχρι τα 62 που πέθανε. Και τώρα κλείνουν είκοσι χρόνια από το θάνατό της και θα προσπαθήσουμε τα οστά της να τα πάμε στην Πόλη στον οικογενειακό μας τάφο, στον οποίο βρίσκονται και της γιαγιάς… στο Σισλή…

ΠτΘ: κ. Κόκωφ είναι η πρώτη φορά που βρίσκεστε στο αντάμωμα των Σιδηροχωριτών; Τι σας άφησε η συνάντηση;

Β.Κ.:
Όχι, είναι η δεύτερη φορά που έρχομαι στην περιοχή, στο Ν. Σιδηρόχωρι για τις εκδηλώσεις. Ήρθα στη 18η συνάντηση μαζί με την Χρυσή Κωστάκη, που είναι η κόρη του Περικλή Κιακίδη, του Δημάρχου του Σιδηροχωρίου στην Ανατολική Θράκη και ανεβήκαμε μαζί με δυο ξαδέλφες μας θρακιώτισσες. Πέρσι δεν τα κατάφερα να έρθω γιατί είχα κάποιο πρόβλημα με τη σχολή. Φέτος αποφάσισα να έρθω μετά από πρόσκληση του Δημάρχου. Βλέπω ότι στο Νέο Σιδηροχώρι γίνεται μια πάρα πολύ καλή δουλειά, χωρίς να υπάρχουν κίνητρα, αλλά ίσως επειδή ο δήμαρχος αγαπάει αυτό που κάνει.

Πάντα μου έλεγε κι ο θείος μου, ο Κώστας Κιακίδης, -αδελφός του Θεόδωρου Κιακίδη που έχει γράψει βιβλίο σχετικό με τη Θράκη και περιλαμβάνεται στον 32ο τόμο των «Θρακικών», – που διετέλεσε πρόεδρος του Θρακικού Κέντρου για πολλά χρόνια, τα καλύτερα λόγια για το Νέο Σιδηροχώρι αλλά δεν έτυχε να έρθω. Πάντα κάτι υπήρχε που δεν μου επέτρεπε να ανέβω. Ανέβηκα με τη θεία τη Χρυσή, την αδελφή του Κιακίδη του Κωστάκη και από τότε είπα ότι θα έρχομαι κάθε χρόνο. Πέρσι πάλι δεν τα κατάφερα γιατί είναι η αρχή της χρονιάς και είχα τη διεύθυνση του σχολείου και δεν μπορούσα να φύγω. Φέτος ήμουν πιο ελεύθερη και τα κατάφερα. Πιστεύω ότι από δω και πέρα θα έρχομαι κάθε χρόνο. Βλέπω την προσπάθεια και τη πρόοδο. Είδα έναν παλμό στις κυρίες του χωριού που μου έκανε εντύπωση. Στο χορό όλοι έχουν το ίδιο βήμα. Από την πιο ηλικιωμένη μέχρι το πιο μικρό παιδί, όλοι ξέρουν και χορεύουν τους παραδοσιακούς χορούς, που είναι πάρα πολύ σημαντικό και πάρα πολύ ωραίο. Βλέπεις αυτό το αυθόρμητο, το χαμόγελο, την αγάπη που έχουν και συνάντησα και πολλούς συγγενείς που δε γνώριζα και χάρηκα ιδιαίτερα γι’ αυτό. Πήγα χθες τους είδα στα σπίτια τους. Όσοι μπορούσαν να βγουν βγήκαν κι όσοι δεν μπόρεσαν πήγα εγώ και τους βρήκα. Η αλήθεια είναι ότι αισθάνθηκα πάρα πολύ καλά, χαρούμενη, ευτυχισμένη. Με γέμισε πολύ αυτή η συνάντηση.

ΠτΘ: Ποια είναι η σχέση σας με το Σαμακόβι;

Β.Κ:
Η μητέρα μου γεννήθηκε στο Σαμακόβι, αλλά με το διωγμό του 1922 οι κάτοικοι του Σαμακοβίου αναγκάστηκαν να φύγουν άλλοι στην Ελλάδα κι άλλοι στην Κωνσταντινούπολη. Η γιαγιά μου και ο παππούς μου τότε έφυγαν στην Κωνσταντινούπολη και εγκαταστάθηκαν στο Φανάρι. Είχαν σπίτι και στο Φανάρι γιατί είναι παλιοί Φαναριώτες, εκτός του ότι είχαν και στο Σαμακόβι, αμπέλια, κτήματα και σπίτι.

ΠτΘ: Πόσο σημαντικό θεωρείται σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία τη διατήρηση της παράδοσης;

Β.Κ..:
Πάρα πολύ σημαντικό. Ακόμη κι αν ενωθούμε όλες οι χώρες και γίνουμε μία, αν δεν ξέρουμε τις ρίζες μας, την παράδοσή μας δεν είμαστε τίποτα. Πρέπει να έχουμε την ταυτότητά μας, να ξέρουμε κι από εκεί να προχωράμε. Τώρα για τους γάμους τους ανάμικτους έχω κάποια γνώμη που δεν είναι και πολύ καλή. Είναι προσωπικό θέμα και το σέβομαι χωρίς να το σχολιάζω, αλλά εγώ δε θα το έκανα γιατί εμείς χρόνια κρατήσαμε σε δύσκολες συνθήκες στην Κωνσταντινούπολη γλώσσα, πατρίδα, θρησκεία. Αυτά τα τρία και την παράδοση τα φέραμε εδώ. Μαζί μας τα κουβαλάμε. Και στην Αθήνα είμαστε οργανωμένοι σε συλλόγους χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν σεβόμαστε και των άλλων τις παραδόσεις. Για να σεβαστείς την παράδοση του άλλου πρέπει πρώτα να σεβαστείς τη δική σου. Να την τηρείς και να τη συνεχίζεις.

ΠτΘ: Είναι βαρύ το όνομα Κιακίδης;

Β.Κ..:
Βαρύ με την έννοια ότι έχουν προσφέρει πάρα πολλά.

ΠτΘ: Σήμερα ότι γνωρίζουμε για το Σαμμακόβι οφείλεται στις προσπάθεις του Θεόδωρου και του Κώστα Κιακίδη…

Β.Κ.:
Ο Κώστας Κιακίδης συνέχισε την προσπάθεια του Θεόδωρου Κιακίδη που πέθανε νωρίς και σήμερα, συνεχίζει το συγγραφικό έργο ο Περικλής Κιακίδης, ο οποίος θα παραβρίσκονταν στη Συνάντηση, αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί είναι άρρωστη η Χρυσή Κωστάκη-Κιακίδη και ακύρωσε το ταξίδι. Εγώ ήθελα να είναι παρών και εκείνος με τον Περικλή Ευθυμίου, που είναι κι εκείνος Κιακίδης βέβαια από τη μητέρα του. Η οικογένειά μου είναι συγγενείς με την οικογένεια Κιακίδη είμαστε κι από τη μητέρα μου κι από τον πατέρα μου.

ΠτΘ: Αυτή η καταγραφή που έγινε από τη δασκάλα κι από τα παιδιά, σας γεμίζει αισιοδοξία για το μέλλον;

Β.Κ.:
Πάρα πολύ. Δεν το περίμενα. Έχουν κάνει πολύ καλή εργασία και τα παιδιά και η δασκάλα, αλλά και η φιλόλογος (εννοεί την κ. Τζένη Κατσαρή –Βαφειάδη) που παρουσίασε την εργασία μου έκανε εντύπωση, παρότι άκουσα ότι είναι από το Αγρίνιο. Φαινόταν ότι ήξερε πάρα πολλά πράγματα και περισσότερα από έναν Θρακιώτη ή μια Θρακιώτισσα. Πιστεύω ότι όταν έχεις αγάπη γι’ αυτό που κάνεις τα καταφέρνεις.

ΠτΘ: κ. Κόκωφ σας ευχαριστούμε πολύ.

Β.Κ.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Ποια είναι η Βάσω Κόκωφ;

Γεννήθηκα στο Φανάρι, μεγάλωσα στην Κωνσταντινούπολη, όπου τελείωσα το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο με υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών Ελλάδας, κατόπιν εξετάσεως στο προξενείο της Κωνσταντινούπολης, και ήρθα να σπουδάσω εδώ. Τελείωσα την Παιδαγωγική Ακαδημία στο Αρσάκειο και έφυγα για την Κωνσταντινούπολη, γιατί ήμουν υποχρεωμένη να εργαστώ εκεί σαν εκπαιδευτικός. Παράλληλα είχα γραφτεί στην Νομική, αλλά επειδή τότε εκ του νόμου ήταν υποχρεωτική η παρακολούθηση μαθημάτων κι εγώ έπρεπε να είμαι στην Κωνσταντινούπολη, έκανα μεταγραφή στην Πάντειο, την οποία και τελείωσα Βέβαια, τον καιρό που έμενα στην Κωνσταντινούπολη σαν εν ενεργεία εκπαιδευτικός, οι Τούρκοι δεν μου επέτρεπαν να εργαστώ, επειδή τελείωσα εδώ στην Ελλάδα, κι όχι μόνο εμένα, αλλά κι όλους τους εκπαιδευτικούς που τελειώνουν εδώ. Δεν αναγνωρίζουν τα πτυχία. Οι Τούρκοι με παρακολουθούσαν επειδή πήγαινα στη σχολή Πολιτικών Επιστημών, μέχρι που έμπαιναν στο σπίτι μας και ανακάτευαν τα βιβλία μου. Ζούσαμε δηλαδή με κάποια τρομοκρατία και κάποια μέρα που γύριζα στο σπίτι, προσπαθώντας ν’ ανοίξω την πόρτα βγήκε κάποιος νέος, ούτε τριάντα χρονών, καλοντυμένος με δερμάτινα, κρατώντας περίστροφο. Λιποθύμησα και από τότε ερχόταν στο σπίτι ο διοικητής της Ασφάλειας. Είναι μια κακή εμπειρία που δεν έχω πει ποτέ για να μη δημιουργήσω θέμα. Μόνο στον πρόξενο της Ελλάδας το είπα και μου είπε, «μπορείς να φύγεις και να πας στην Ελλάδα». Η μητέρα μου επειδή της έλεγαν «τι θέλει η κόρη σου και σπουδάζει Πολιτικές Επιστήμες, αφού είναι τόσο μορφωμένη», απαντούσε ότι «η κόρη μου αγαπάει τα γράμματα, της αρέσει να σπουδάζει». Ο διοικητής μέσω μιας γειτόνισσάς μας με πίεζε να βγω μαζί του για φαγητό. Εγώ κάνοντας τη χαζή απαντούσα ότι «φαγητό έχουμε στο σπίτι μας». Έτσι λοιπόν κάποια μέρα που γύρισα σπίτι μου η μητέρα μου μού είπε, «καλύτερα με το χειρότερο Έλληνα, παρά με τον καλύτερο Τούρκο». Έτσι αναγκάστηκα και ήρθα στην Ελλάδα κι από τότε τελείωσα κι άλλα τμήματα της Παντείου, πήγα στη Γαλλία, είχα και τους συγγενείς, τους Ευθυμίου, που είναι κι εκείνη Κιακίδηδες, και τελείωσα Ανθρωπιστικές Επιστήμες στη Σορβόννη. Με την ολοκλήρωση των σπουδών μου επέστρεψα στην Ελλάδα, παρ’ όλο που οι συγγενείς ήθελαν να μείνω στην Γαλλία, γιατί αισθανόμουν καλύτερα εδώ, ήταν κοντά και στην Κωνσταντινούπολη και μπορούσα να πηγαίνω να επισκέπτομαι τη μητέρα μου και τον αδελφό μου που ζούσαν εκεί. Εργάστηκα για πολλά χρόνια στην Ελλάδα, σ’ ένα ιδιωτικό σχολείο στη Γλυφάδα, μετά στο Ίδρυμα Θεοτόκος, όπου έγινα και διευθύντρια για 14 χρόνια, λόγω του ότι έκανα και ειδικές σπουδές για παιδιά με ειδικές ανάγκες, και τώρα είμαι στο ΠΙΚΠΑ Καστέλας. Σε λίγο καιρό θα συνταξιοδοτηθώ.

Εδώ και εννέα χρόνια δουλεύω με προγράμματα ευρωπαϊκά μέσω του Socrates Commenious. Είχα κάνει πρόγραμμα το 1996 για την ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην κανονική εκπαίδευση, είχα πάει και στην Ευρώπη, παρακολούθησα 14 σχολεία στο Hearforshire έξω από το Λονδίνο με άλλους 11 εταίρους. Ήταν τα προγράμματα «Αρίων» και μετά ξεκίνησα τα προγράμματα Socrates Commenious που είναι πολύ καλά προγράμματα. Μέχρι τώρα εργάστηκα με πάρα πολλές χώρες, όλη την προηγούμενη χρονιά ήμουν συντονίστρια 12 περίπου χωρών σ’ ένα πρόγραμμα πολιτισμού και εκπαίδευσης, όπως της Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Γερμανίας, Ισπανίας, Μάλτας, Πορτογαλίας, Αγγλίας. Τελείωσα ένα πρόγραμμα με Κύπρο, που αφορούσε στον πολιτισμό και την εκπαίδευση για παιδιά σχολικής ηλικίας. Το πρώτο πρόγραμμα που πήραμε με τις χώρες, Βουλγαρία, Φινλανδία, Σκωτία, Ρουμανία και Ελλάδα, με συντονίστρια χώρα τη Βουλγαρία και υπεύθυνη συντονισμού τη Τσβετάνα Πλατικάνοβα, δραστήρια, διπλωμάτου κόρη με την οποία κάναμε τα «παραμύθια διαμέσου των ευρωπαϊκών χωρών». Διασκευάσαμε τα παραμύθι «Ο λαγός και η χελώνα», το παίξαμε θέατρο με τη βοήθεια του θιάσου της Ρουγγέρη, του Μακρίδη και κάποιων άλλων ηθοποιών και με τα κοστούμια που παρήγγειλα σε μια γνωστή μου δώσαμε παράσταση στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά. Τη δεύτερη χρονιά παίξαμε το «Βρωμοχώρι», γιατί ήταν έτος περιβάλλοντος, της Σοφίας Ζαραμπούκα. Εμείς το είπαμε το «Βρωμοχώρι που έγινε Καθαροχώρι». Το παίξαμε στο σχολείο, βέβαια ήρθαν και μας παρακολούθησαν πολλοί. Την τρίτη χρονιά του προγράμματος αυτού σειρά είχε ο«Θησέας και ο Μινώταυρος», γιατί προετοιμαζόμασταν για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και προτιμήσαμε ένα τέτοιο θέμα, από τη Μυθολογία και το ανεβάσαμε σε διπλανό σχολείο. Πάλι είχαμε κόσμο, και βουλευτές και εκπαιδευτικούς και μέλη διοίκησης του Υπουργείου Παιδείας. Το πρόγραμμα που κάναμε άλλα τρία χρόνια με Κύπρο, Πολωνία, Γερμανία αφορούσε σε θέματα Ολυμπιακής Παιδείας, Μουσείων, Πολιτισμού, χορού και τραγουδιού.

Εμείς αρχίσαμε με την Ολυμπιακή Παιδεία και κάναμε DVD, CD-ROM κλπ. Και όλα αυτά βέβαια με ανταλλαγή επισκέψεων στις άλλες χώρες. Προσωπικά πιστεύω ότι θα πρέπει να γίνεται ανταλλαγή επισκέψεων μέσω αυτών των προγραμμάτων, γιατί καταλαβαίνεις έτσι και την κουλτούρα των άλλων λαών και βλέπεις ποια μας ενώνουν, για να μην υπάρχει και ρατσισμός. Είναι πολλά αυτά που μας ενώνουν και μπορούμε να τα συγκρίνουμε και να αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είμαστε υποδεέστεροι των άλλων λαών. Οι Έλληνες νομίζουμε, ότι μαθαίνουμε από τους ξένους, όμως κι εμείς διδάσκουμε πάρα πολλά. Δεν είναι μόνο οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, είμαστε κι εμείς αξιόλογοι και συνεχιστές των προγόνων μας. Έτσι νομίζω, χωρίς βέβαια να καθησυχάζουμε γι’ αυτό που λέμε, κι αυτά τα προγράμματα σου δίνουν μια ώθηση για να ερευνάς και το δικό σου παρελθόν και το παρόν και να προσπαθείς για το μέλλον.

Α.Π.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.