Παρουσιαστηκε το «Μαυρο βιβλιο» του Γιωργου Γιαννοπουλου
Το βιβλίο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Γιώργου Γιαννόπουλου με τίτλο «Το μαύρο βιβλίο» παρουσιάστηκε το απόγευμα της Πέμπτης, στο Θρακικό Ωδείο Κομοτηνής, στα πλαίσια των «Ελευθερίων Θράκης 2004». Το βιβλίο παρουσίασαν ο δήμαρχος Κομοτηνής Τάσος Βαβατσικλής, ο διευθυντής της εφημερίδας «Αγγελιοφόρος» Τραϊανός Χατζηδημητρίου, ο δημοσιογράφος και πρώην διευθυντής της εφημερίδας «Θεσσαλονίκη» Λάζαρος Χατζηνάκος και ο σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας Ερμής Μουρατίδης.
Τα αποσπάσματα του βιβλίου διάβασαν με έξοχο τρόπο οι ηθοποιοί του ΔΗΠΕΘΕ Κομοτηνής Φιλοποίμην Ανδρεάδης και Μυρσίνη Λαντζουράκη, ενώ την παρουσίαση συντόνισε η δημοσιογράφος της εφημερίδας «Παρατηρητής της Θράκης» Μαρία Αμπατζή. Το βιβλίο παίρνει αφορμή από ιστορικά γεγονότα που περιλαμβάνουν τη Μικρασιατική Καταστροφή, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την επταετία. Οι ιστορίες πλέκονται μέσα από τον έρωτα δύο νέων ανθρώπων, της Μάρας και του Φοίβου, που αγαπούν ο ένας το σώμα, τη σκέψη και κύρια την ελευθερία του άλλου. Εχθροί της ελευθερίας τους οι γονείς τους, ευηπόληπτοι πολίτες, μπλεγμένοι στην πολιτική διαπλοκή στις δεκαετίες ΄70 και ΄80. Οι λέξεις – σύμβολα του Γιαννόπουλου είναι μια ευκαιρία να ξετυλίξει ο αναγνώστης της ελληνικής ιστορίας τον προσωπικό μύθο που κουβαλάει για κάποια γεγονότα – κλειδιά κι αν σε κάποια από αυτά εμπλέκεται να αντιμετωπίσει τις ενοχές του. Εχθρός της προόδου εξάλλου η βραχεία συνείδηση, δύναμη για δημιουργία η γνώση. Η γνώση την οποία παρουσιάζει μέσα από το δίπολο αφέντη – δούλου, σε κάποιο σημείο ο συγγραφέας τολμώντας ν’ αφήσει τα ίδια τα πρόσωπα να κινήσουν τα νήματα της ζωής τους. Πρόσωπα τρισδιάστα, εξ’ ου και υπαρκτά που επιτρέπουν σε ανθρώπους που έζησαν την ιστορία του Τύπου της Θεσσαλονίκης, μέσα από την οικογένεια Βελλίδη, να κάνουν αναγωγές. Πρόσωπο μυστήριο που κυριαρχεί στις εντυπώσεις των θεατών της βιβλιοπαρουσίασης η έξοχη Μάρα, κόρη του πανούργου Λύκου –δεξί χέρι του Βελλίδη- που ζει και βασιλεύει ακόμη, όπως και η Μάρα ζει και πρωταγωνιστεί στο χώρο της τηλεόρασης έστω και μακριά από το Φοίβο της.
Ο Τάσος Βαβατσικλής ανέλαβε να παρουσιάσει τα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα, αφού τόνισε ότι «πρόκειται για ένα αξιοπρόσεκτο βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί με ενδιαφέρον από τους πολίτες και από όλους τους εραστές της αλήθειας και της πραγματικότητας».
«Ο Γιώργος Γιαννόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Έζησε στη Νέα Υόρκη, στις Βρυξέλλες και το Άμστερνταμ. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα ‘Μακεδονία’, όπου διατηρούσε στήλη με αρθρογραφία διεθνών θεμάτων. Παράλληλα συνεργάστηκε και με διάφορα περιοδικά ποικίλης ύλης (SL, Επιχειρείν, 8ΜΕ8, Publicus). Είναι ο εκδότης και διευθυντής του πολιτιστικού περιοδικού ‘ Ένεκεν’, το οποίο κυκλοφόρησε ένθετο στην εφημερίδα ‘Αγγελιοφόρος’. Έχει επιμεληθεί την έκδοση διαφόρων περιοδικών και βιβλίων, καθώς και των δύο τελευταίων τόμων της τετράτομης ‘Ιστορίας του Ποντιακού Θεάτρου’ του θεατρικού συγγραφέα και σκηνοθέτη Ερμή Μουρατίδη κ.α. Έχει μεταφράσει από τα γαλλικά το βιβλίο (ψυχαναλυτικό δοκίμιο) του διακεκριμένου Βέλγου ψυχίατρου-ψυχαναλυτή Mosse Maurice Krazman ‘La place de l’ amour dans psychanalyse’. Το 2000 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή ‘Διαδρομή’, θετικές κρίσεις για την οποία γράφτηκαν στα λογοτεχνικά περιοδικά ‘Οδός Πανός’, ‘Εντευκτήριο’, καθώς και σε τοπικά έντυπα. Βασισμένη στο έργο αυτό η πιανίστα Ζωή Σαμσαρέλου έχει συνθέσει μουσική για παράσταση. Άρθρα και συνεργασίες του Γιώργου Γιαννόπουλου έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα έντυπα. Το ‘Μαύρο βιβλίο’ είναι το πρώτο του μυθιστόρημα».
«Πνευματικό λειτουργό, ένα νέο και ως προς τη συγγραφική εμφάνιση και ως προς τη δημιουργική έκφραση, ο οποίος υπόσχεται πολλά, έξω από κυκλώματα και ίντριγκες στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική ζωή» χαρακτήρισε τον Γιώργο Γιαννόπουλο ο κ. Βαβατσικλής, αναφέροντας τις πρώτες κριτικές που διατυπώθηκαν για το βιβλίο του που όπως είπε και οι οποίες προϊδεάζουν για την εξέλιξη αυτή. «Έχει γραφτεί ότι στο «Μαύρο βιβλίο» η ζωή δυο νέων, της Μάρας και του Φοίβου, από τα εφηβικά τους χρόνια μέχρι και τη μέση ηλικία, αποτελεί το έναυσμα για ένα θαυμάσιο ευρηματικό, απολαυστικό και πρωτότυπο μυθιστορηματικό πανόραμα της ελληνικής κοινωνίας από το 1922 μέχρι και σήμερα.
Το ενδιαφέρον του συγγραφέα δεν είναι εστιασμένο στο στυγνό ιστορικό προσκήνιο μόνο, αλλά και στο κοινωνικό, κυρίως, αλλά και στο πολιτικό και στο οικονομικό παρασκήνιο, στον τομέα που αποτελεί την απέναντι, την σκοτεινή πλευρά των όσων συντελούνται στις πολιτικό-κοινωνικές εξελίξεις, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από πνευματικές ανατάσεις, με δραματικές μικρότητες, με φυσιολογικούς έρωτες, με σεξουαλικές διαστροφές και … στιγμές ονειροπόλησης. Τελικά, στο βιβλίο φουντώνει ελπίδα καθώς στα κεφάλαιά του αναβλύζουν τα αδικήματα της θυσίας της 20χρονης εργάτριας Σταματίας Κανελλοπούλου και του Κύπριου φοιτητή Ανδρέα Κουμή. Το Νοέμβριο του 1980 που έπεσαν νεκροί από την επίθεση των αστυνομικών κατά την πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου. Και ακόμη από την άλλη πλευρά, η συγκλονιστικότερη θυσία του φοιτητή Γιωργάκη που αυτοπυρπολήθηκε 1970 στη Ρώμη, αποδοκιμάζοντας και καταγγέλλοντας διεθνώς τη χούντα των … συνταγματαρχών».
Ο κ. Χατζηδημητρίου σχολίασε το βιβλίο του κ. Γιαννόπουλου ως μια κλασική ερωτική ιστορία δυο εφήβων σε ένα ιστορικό φόντο μιας ελληνικής μεγαλούπολης, της Θεσσαλονίκης. Διατρέχει 7 περίπου δεκαετίες μέσα στον 20ο αιώνα, δίνει πολλά ιστορικά στοιχεία και μια παθιασμένη ερωτική ιστορία. Μέσα από μια άψογη και πυκνή λογοτεχνική ανάγνωση του βιβλίου- που απέδειξε την παιδεία του στην ψυχολογία του βάθους – παραδέχτηκε ότι ήταν μια αφορμή για να θυμηθεί γεγονότα του Τύπου της συμπρωτεύουσας.
Πρόταση για ανάγνωση του «Μαύρου βιβλίου»
Ο κ. Μουρατίδης θέτει ερώτημα «Τι είναι «Το Μαύρο Βιβλίο»; και δίνει ο ίδιος απάντηση:
«Είναι το μυστικό βιβλίο που κρατάει ο μεγαλοεκδότης εφημερίδων, ο Αετός. Στο «Μαύρο Βιβλίο» ο Αετός, προσέξτε όνομα, καταγράφει τις κρυφές σκέψεις πράξεις του, και την συμμετοχή του στα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά καθέκαστα, αλλά και τις πράξεις και τις απογοητεύσεις του. Καταγράφει τα μυστικά σχέδια του και τους εκβιασμούς του.
Ο Αετός είναι στυλοβάτης του καθεστώτος, που προβάλλει μέσα από τις εφημερίδες του την ιδεολογία του καθεστώτος, την ιδεολογία της άρχουσας νικήτριας τάξης, μετά το 1948.
Είναι γνωστός μεγαλοεκδότης εφημερίδων της Μακεδονίας, που οι πολιτικοί κανακεύουν. Ο άνθρωπος αυτός στήριζε ή έριχνε κυβερνήσεις. Την εποχή εκείνη, μετά τον Εμφύλιο, οι εκδότες κατεύθυναν την κοινή γνώμη. Κάτι που συνεχίζεται και σήμερα.
Ο Αετός με τις δύο εφημερίδες του την «Βεβαιότητα» και την «Νέα Βεβαιότητα» (χαρακτηριστικοί οι τίτλοι που δίνει ο συγγραφέας. Συμπληρώστε εσείς «Μακεδονία», «Θεσσαλονίκη» ή «Βήμα» και «Νέα») διαμόρφωνε και οδηγούσε το κοινό, τους αναγνώστες, στην υπακοή και την πειθαρχία της ιδεολογίας της άρχουσας νικήτριας τάξης.
Ο Αετός έχει και το παράσιτο του, τον κολλητό, τον υποτακτικό του, το συμπληρωματικό άλλο εγώ του, τον Λύκο, δηλωτικό όνομα της ποιότητας. Ο Λύκος είναι το πιστό σκυλί που κάνει όλες τις δουλειές. Είναι χαρακτηριστικό πως ο Λύκος είναι δηλωσίας, εξωμότης κομμουνιστής. Τέτοιοι υπήρξαν αρκετοί, που δεν ήταν αληθινοί κομμουνιστές, και γίνονται τα αιμοβόρα σκυλιά στην υπηρεσία του καθεστώτος. Αυτό το είδος Λύκου υπάρχει και σήμερα. Να πω ονόματα;
Στο «Μαύρο Βιβλίο» ο συγγραφέας Γιώργος Γιαννόπουλος, ερευνά το ρόλο του τύπου, των εφημερίδων, αλλά και το ψυχοπνευματικό ποιόν των στυλοβατών του καθεστώτος και του περιβάλλοντος των.
Έτσι το «Μαύρο Βιβλίο» είναι ένα ντοκουμέντο της εποχής και πιο ειδικά της Θεσσαλονίκης και της ευρύτερης περιοχής.
Απ΄ ό,τι ξέρω, λίγοι συγγραφείς ερεύνησαν και κατέγραψαν και έκαναν μυθιστόρημα τα γεγονότα μετά τον Εμφύλιο. Αναφέρω τον δημοσιογράφο μυθιστοριογράφο, τον φίλο μου Νίκο Μπακόλα, που δεν ζει, δυστυχώς, στο μεγαλόπνοο μυθιστόρημα του «Η Μεγάλη Πλατεία».
Πολλοί λογοτέχνες, μυθιστοριογράφοι, ποιητές της Θεσσαλονίκης, της Σχολής Θεσσαλονίκης, απέφυγαν να θίξουν έστω την περίοδο αυτή. Φοβούνται και δεν τολμούν. Η περιοχή είναι απαγορευμένη με νόμους, από το καθεστώς που κυβερνά. Το καθεστώς επιτρέπει ό,τι το συμφέρει, ό,τι δεν το αμφισβητεί ή δεν οδηγάει στην ανατροπή του.
Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στο λεγόμενο Παλιό Ελληνικό Κινηματογράφο, που προβάλλει ορισμένους μύθους και ιστορίες ανώδυνες για το καθεστώς και ταυτόχρονα δίνει στο λαό την «φυγή», το «όνειρο», την «λησμονιά». Ο Παλιός Ελληνικός Κινηματογράφος αποφεύγει σκοπίμως την έρευνα των αιτίων, την καταγραφή των ριζών, της φυσιογνωμίας, της ταυτότητας του ελληνικού λαού, σε συνεργασία με τον έντυπο τύπο, τις εφημερίδες. Δεν πρέπει να θίγονται θέματα που εξάπτουν το κοινό, και αμφισβητούν το καθεστώς και μπορούν να το οδηγήσουν σε πράξεις ανατροπής. Όπως τότε ο Παλιός Ελληνικός Κινηματογράφος έτσι και οι εφημερίδες καλλιεργούσαν την χαύνωση, την ύπνωση, την αποβλάκωση και την πειθαρχία. Δεν σας προβληματίζει το γεγονός ότι οι ταινίες του ΠΕΚ παίζονται από την σημερινή τηλεόραση κατά κόρον; Για τους ίδιους λόγους. Τον ίδιο ρόλο παίζει και η παγκοσμιοποίηση.
Ο συγγραφέας του «Μαύρου Βιβλίου» τολμάει να μιλήσει και για την άλλη πλευρά, την ηττημένη, την κομμουνιστική, την κυνηγημένη και απαγορευμένη. Τολμάει να γράφει για τις εκτελέσεις των αντιπάλων της νικήτριας παράταξης. Για τις εκτελέσεις των κομμουνιστών στο Επταπύργιο. Για την θαρραλέα κοπέλα, την Ευθυμία Πατσά, μόλις 20 χρόνων που αντιμετωπίζει τον θάνατο, το εκτελεστικό απόσπασμα, τραγουδώντας και σέρνοντας το χορό με τους άλλους 23 καταδικασμένους σε θάνατο με την απόφαση του έκτακτου Στρατοδικείου του 1947, και οι καθεστωτικές εφημερίδες θα γράψουν με μίσος για την λεβεντιά: «Ήταν πορωμένη σε τέτοιο σημείο που να μη σέβεται την παρουσία ούτε αυτού του αναμφισβήτητου κυριάρχου του σύμπαντος θανάτου η Ευθυμία Πατσά; Προσεβλήθη από παράκρουσιν; Αυτή γελούσε, αυτή έκανε καλαμπούρια, αυτή άρχιζε τα τραγούδια, αυτή έσυρε τον μακάβριο χορό που στήθηκε στο προαύλιο της φυλακής στον οποίο ακολούθησαν, σέρνοντας τα βήματα τους, οι άρρενες στυγνοί συνεργάτες της άλλοτε και τραγικοί ομότυχοι της σήμερον».
Λίγα λόγια για την μορφή του κλασικού αφηγηματικού μυθιστορήματος. Έχει τη μορφή κινηματογραφικού σεναρίου. Τον αποδεικτικό τρόπο – μορφή κινηματογραφικού ντοκουμέντου, της δημιουργικής εκμετάλλευσης της πραγματικότητας.
Χειρουργεί και παρακολουθεί σαν γιατρός τον ασθενή του. Χαρακτηριστική η εισαγωγική σκηνή του μυθιστορήματος με την ηρωίδα του Μάρα. Αποκαλύπτει αυτή τη γυναίκα, γνήσιο κορίτσι της εποχής εκείνης, και της εποχής μας. Άλλαξε τίποτε; Ο φακός του την παρακολουθεί για ν΄ αποκεφαλήσει την ιστορία και όλα τα μυστικά της.
Λίγοι συγγραφείς επηρεάστηκαν από τον κινηματογράφο μορφικά. Αυτό δεν είναι κακό, ίσα- ίσα. Στην Γαλλία υπήρξε η Μαργκερίτ Ντυράς και ο Ραϊμόν Κενό.
Η Μάρα πορεύεται μέσα σε συνταρακτικές σκηνές: το κυνήγι των εβραίων, των προσφύγων κυρίως των ποντίων, το κυνήγι των κομμουνιστών και των αριστερών, σ΄ αντίθεση με την χλιδάτη ζωή των στυλοβατών του καθεστώτος και του περιβάλλοντός της.
Γεγονότα που δεν τόλμησαν ή απέφυγαν να θίξουν άλλοι μυθιστοριογράφοι τη Θεσσαλονίκης. Από φόβο ή γιατί συντάχθηκαν με το καθεστώς για θέσεις, μισθούς και καλοπέραση.
Σκηνές σκληρότητας, σχεδόν βαρβαρότητας. Ο συγγραφέας πιστεύει, όπως και ο δημιουργός του «θεάτρου σκληρότητας» ο Αντονέν Αρτώ, ότι η υπόθεση πρέπει να δίνεται, όπως στο θέατρο, με σκληρές, βίαιες σκηνές – εικόνες, που να σοκάρουν τον θεατή, τον αναγνώστη και να του δημιουργούν την ανάγκη, την αξία της γαλήνης, της ειρήνης.
Όμως, τις σκηνές σκληρότητας διαδέχονται σκηνές λυρικές, τρυφερές, γαλήνης, ποιητικές σκηνές.
Ο συγγραφέας δεν είναι καθόλου σκληρός, απεναντίας είναι ήσυχος άνθρωπος. Αλλά σαν αληθινός μαρξιστής, δίκαιος άνθρωπος δηλαδή, και ιστορικός, δεν μπορεί να μην επαναστατεί για την αλήθεια κόντρα στην διαστρέβλωση και το ψέμα και τις αδικίες εκείνης της εποχής και την ανωμαλία που μας κληροδότησε.
Την μία σκληρή σκηνή ακολουθεί ένα αντάτζιο, μια σκηνή πιανίσιμο.
Στο «Μαύρο βιβλίο» καταγράφεται η απουσία και η ανάγκη του Άλλου. Γιατί υπάρχει το σαρκικό σεξ μόνο, πολλές φορές ψυχρό, ελάχιστης διάρκειας, στους χλιδάτους της άρχουσας τάξης. Και η Μάρα ακόμη δίνεται συνεχώς για να αυτοβεβαιωθεί. Είναι χαρακτηριστικό και των ημερών μας.
Δύο λόγια για την γλώσσα του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας γράφει, χρησιμοποιεί, σωστά ελληνικά, σε μια εποχή που οι νεοέλληνες σολοικίζουν. Εφημερίδες και κυρίως η τηλεόραση καταστρέφουν την ελληνική. Που η κάθε φράση των νέων μας αρχίζει και τελειώνει με το μαλάκας.
Ο συγγραφέας φροντίζει την ηχητική μπάντα της φράσης με τις λέξεις που την αποτελούν. Φροντίζει το μήκος της πρότασης ανάλογα με τον χαρακτήρα. Οι φράσεις του είναι μικρές ή μεγάλες αναπνοές. Κάτι που ξέρουν πολλοί καλά οι πραγματικοί θεατρικοί συγγραφείς και οι ηθοποιοί που καλούνται να ερμηνέψουν το κείμενο. Το μήκος της φράσης καθορίζει τον ψυχολογικό χρόνο και βοηθάει τον αναγνώστη ή τον θεατή. Λίγοι συγγραφείς γνωρίζουν τους μηχανισμούς αντιληπτικότητας του αναγνώστη ή του θεατή.
Δεν αρκεί ο καλλιτέχνης να καταγραφεί ή ν’ αποτυπώνει την πραγματικότητα. Δεν αρκεί να την αναλύει και να την ερμηνεύει. Πρέπει να πηγαίνει και πιο πέρα: να προτείνει τη δική του πρόταση, την δική του λύση για το κοινωνικό ζήτημα. Πώς θα έπρεπε να είναι κατά τη γνώμη του, που μπορεί να είναι αποδεκτή ή όχι. Είναι μεγάλος ο Τολστόι, ο Ντοστογιέφσκι, είναι μεγάλος ο Σαίξπιρ, ο Μαγιακόφσκι, ο Τσέχωφ, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, γιατί προτείνουν.
Ο συγγραφέας του «Μαύρου βιβλίου» λέει την γνώμη του, προτείνει εμμέσως, με τον διαλεκτικό τρόπο που συνθέτει το υλικό του. Δεν χειρουργεί μόνο αλλά θεραπεύει κιόλας.
Από το «Μαύρο βιβλίο» του Γιαννόπουλου θα ενοχληθούν οι μεγιστάνες, οι Αετοί και οι Λύκοι τους, των μαζικών μέσων αποβλάκωσης. Θα ενοχληθεί το λογοτεχνικό ιερατείο της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας-ενοχλήθηκαν ήδη «ποιος είναι αυτός ο επαρχιώτης»; Θα ενοχληθούν εκείνοι που έλεγαν ότι δεν μπορεί να γραφεί μυθιστόρημα για την Θεσσαλονίκη».
Η επιλογή της σιωπής
Ο κ. Χατζηνάκος σχολίασε όχι τόσο τα του βιβλίου αλλά τα πέριξ εκείνης της περιόδου. «Είναι μια αποτύπωση του πώς αντιλαμβανόταν τον έρωτα η γενιά των σημερινών σαραντάρηδων, πενηντάρηδων, μ’ ένα τρόπο μοναδικό, καθώς και το πώς προβάλλει ο συγγραφέας την αίσθηση του άλλου, την αίσθηση του έρωτα. Θα έλεγα, δεν χαρακτηρίζει ούτε τις μεγαλύτερες γενιές ούτε τις νεότερες. Αυτά βέβαια σ’ ένα φόντο που είναι επηρεασμένο από μια έντονη εποχή και ειδικά στη Θεσσαλονίκη και ο συγγραφέας εκεί δείχνει κι έναν ερωτισμό για την ίδια την πόλη, για τις εξελίξεις στο χώρο των εφημερίδων που ήταν πράγματι πολύ σημαντικές και για την πόλη, αλλά και για την ίδια τη χώρα, ενώ παράλληλα φυτεύει μέσα σ’ αυτό το έργο ιστορικά στοιχεία που ξεκινούν από τον Εμφύλιο, παίρνουν γεγονότα ακόμα και από την Ρώσικη επανάσταση του 1917 και παράλληλα δίνει δικό του χρώμα σε μια σειρά από σημαντικά άλλα γεγονότα. Μ’ όλα αυτά το αποτέλεσμα πράγματι προκύπτει από τη μια ερωτικό, απ’ την άλλη πλευρά όμως θα έλεγα ότι οι σημερινοί 25άρηδες θα μπορούσαν να δουν μια οπτική που πιστεύω ότι λείπει σήμερα, καθώς δεν υπάρχουν ίδιοι στοχασμοί, τα ίδια προβλήματα που είχε η χώρα σ’ όλες αυτές τις περιόδους». Αν και ο κ. Χατζηνάκος ήταν το πρόσωπο κλειδί λόγω της μακράς παρουσίας του στο συγκρότημα Βελλίδη και μάλιστα σε θέση διευθυντική μόλις στα 35 του χρόνια απέφυγε να καταθέσει προσωπικά γεγονότα, προτίμησε περισσότερο να περιπλανηθεί στις πόλεις της Ελλάδας και στους ανθρώπους της.
Γ. Γιαννόπουλος: «Ο αναγνώστης να λειτουργεί με όλες του τις αισθήσεις»
Ο συγγραφέας ανέλαβε να αποκαταστήσει τα κενά που άφησε η διήγηση Χατζηνάκου να πλανώνται στο ακροατήριο δίνοντας τις συντεταγμένες του βιβλίου. «Είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα, ασχολείται με την ιστορία του Τύπου. Νομίζω όσοι το διαβάσουν θα αποζημιωθούν. Έχει στοιχεία ιστορικά που θα βοηθήσουν τους αναγνώστες να καταλάβουν πολλά πράγματα για το ρόλο που έπαιξε ο Τύπος κι αυτόν που παίζει σήμερα. Βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα και έχει ως φόντο τις εκδόσεις, ειδικότερα στη Βόρεια Ελλάδα, το ρόλο που έπαιξε ο Τύπος σε κρίσιμες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, είτε πρόκειται για τη δεκαετία του ΄20 είτε για τον Εμφύλιο και το μετεμφυλιακό κράτος και στη συνέχεια στη μεταπολίτευση. Δηλαδή, δείχνει πως κινήθηκε ο Τύπος όλα αυτά τα χρόνια.
«Μαύρο βιβλίο». Είναι λίγο περίεργος ο τίτλος, θέλει να κινήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και να του δείξει ότι πρέπει να λειτουργεί με όλες τους τις αισθήσεις, όχι μόνο με μια, αλλά προπάντων με την κρίση του. Νομίζω ότι η δημοσιογραφία χρειάζεται αναγνώστες με κρίση και με κριτική άποψη”.
Μαρία Παπαδοπούλου – Μαρία Αμπατζή
* Η άπνοια είναι μια λέξη οικεία στους γνώστες του βυθού
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
