Παρουσιαση του Λευκωματος Paschalis, «Λεξεις – Εικονες»

Μια υπέροχη βραδιά είχαν την τύχη ν’ απολαύσουν όσοι παραβρέθηκαν στο «Μικρό Καφέ» του ποιητή Γιώργου Σταυρίδη στην Αλεξανδρούπολη για να παρακολουθήσουν την παρουσίαση του νέου λευκώματος – καταλόγου του ζωγράφου Πασχάλη Αγγελίδη με τίτλο «Εικόνες – Λέξεις».

Στο υπερώο του «Μικρού Καφέ» με συντροφιά πίνακες του ζωγράφου και της κόρης του, επίσης ζωγράφου, Όλγας Μαρίας, διημείφθη μια ομολογουμένως σπουδαία σε ποιότητα βραδιά, ποιότητα που την εξέπεμπε τόσο ο χώρος και η εικαστικότητά του όσο και «οι φίλοι» που είχαν συγκεντρωθεί κι έμοιαζαν όλοι από χρόνια να έχουν γευθεί, να έχουν απολαύσει και να έχουν απολύτως γοητευθεί από το έργο του καλλιτέχνη.

Με διάχυτη στην ατμόσφαιρα την αίσθηση της αποδοχής και τα συναισθήματα, που γεννά η απόλαυση της τέχνης, και παρόντες φίλους, που βάδισαν παράλληλα με τον Αλεξανδρουπολίτη καλλιτέχνη όπως οι Γιώργος Σταυρίδης, Δημοσθένης Δούκας, Βασίλης Κάργας, Μιχάλης Πατέλης και νεότερους θιασώτες της τέχνης όπως οι Γιώτα Μπουρουλίτη, η Κυριακή Μπασκάκη, ο Γιώργος Πανταζίδης και πολλοί ακόμη άλλοι, η βραδιά επεφύλασσε μια ακόμη σπουδαία έκπληξη με το κείμενο που απηύθυνε προς το ζωγράφο ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Δημοσθένης Δούκας, σε μια ιδιαίτερα γόνιμη στιγμή συνομιλίας του με διανοητές, εικαστικούς και θεωρητικούς της τέχνης, με αφορμή το έργο του Πασχάλη Αγγελίδη. Μια συνομιλία που την απηύθυνε προσωπικά στον καλλιτέχνη, εν είδει η ίδια εσωτερικού μονολόγου ή σπαραγμάτων ημερολογίου, την οποία σήμερα και φιλοξενούμε.

Χαοτικές σκέψεις και αφορισμοί

«Οι μεγάλοι καλλιτέχνες δεν φοβούνται την υπερτροφία της φαντασίας τους, αλλά την υπερβολή της (Edgar Wind). Όπως επεσήμαναν οι Baudelaire και Goethe και, κυρίως, ο Πλάτωνας (Νόμοι), αυτό που εμψυχώνει την τέχνη είναι «ο θείος φόβος της Φαντασίας» δηλαδή η θεϊκή τρέλα της έμπνευσης. Χαρακτηριστικά που εκπέμπει η προσωπικότητα και το έργο του Π.Α.

Μάριο Ντε Μικέλι: Η ζωγραφική πρέπει να τείνει και σ’ ένα άλλο αποτέλεσμα: στη δημιουργία ενός κόσμου, όπου ο άνθρωπος θα βρει το ΘΑΥΜΑΣΤΟ. Ένα βασίλειο του πνεύματος, όπου αυτός θα απαλλαγεί από κάθε βάρος και κάθε απαγόρευση, από κάθε συμπέρασμα, αγγίζοντας μια πλαστή και χωρίς όρους ελευθερία. Αυτό το εικαστικό θαυμαστό του Π.Α. είναι το νέο και άγνωστο που έψαχνε στο ταξίδι του ο Baudelaire, για να ξεφύγει από την πλήξη μιας παράλογης και μίζερης κοινωνίας.

Ο Π.Α. με το προσωπικό του θαυμαστό εικαστικό σύμπαν προφέρει την προοπτική της συγχώνευσης του ονείρου με την πραγματικότητα ή της πραγματικότητας με το όνειρο.

Οι πίνακες του Π.Α. λειτουργούν απελευθερωτικά για τον άνθρωπο. Η φαντασία του ενός ενεργοποιεί την φαντασία του άλλου. Ο Π.Α. δίνει ζωή στην εικόνα, παραβιάζοντας τους νόμους της φυσικής και κοινωνικής τάξης. Υλοποιεί το σκοπό του πραγματικού καλλιτέχνη. Πλησιάζει δυο όρους της πραγματικότητας, που φαίνονται ασυμβίβαστοι και αρνούμενος έτσι την ανομοιότητά τους, προκαλεί στον θεατή έναν βιαιότατο σοκ που βάζει σε κίνηση τη φαντασία του μέσα από τα μουσικά και παράξενα μονοπάτια της έκστασης και του ονείρου.

Ortega y Gasset [«Η αντιδημοτικότητα της νέας τέχνης»]. Μας προτρέπει να δεχθούμε τη «Θεία Ευχαριστία της Τέχνης», να μην είμαστε τυφλοί και κουφοί απέναντι στην αληθινή ομορφιά. Τη θεωρεί στοιχείο απαραίτητο για τη σωτηρία του σύγχρονου πολιτισμού. «Η ζωή είναι ένα πράγμα, η τέχνη είναι ένα άλλο.

Ο καλλιτέχνης αρχίζει εκεί που τελειώνει το άτομο»

Ο Π.Α. είναι συγγενής του Μπαλτύς: «απόπειρα να ενσαρκώσει τη ζωγραφική», Π.Α.: απόπειρα για ενσαρκωμένη ιστορία και αλήθεια του ανθρώπου.

Οι πίνακές του έχουν μια οπτική ποιότητα που χαρακτηρίζει μια συνεχής έκκληση στην αίσθηση της αφής. Μας μεταδίδουν τη φρέσκια μυρωδιά του έρωτα και του ανθρώπου.

Η εικαστική σκέψη του Π.Α. και η συγκινησιακή δύναμη των έργων του, βαπτίζονται στις προτροπές του Μπλέικ: η σκέψη σε πίνακες να κυριαρχείται από εκδηλώσεις του ασυνείδητου, του ονείρου, από παραισθησιακές καταστάσεις και ψυχώσεις.

Οι πίνακες του Π.Α. παράγουν την αίσθηση που ο Α. Καίσλερ ονόμασε «ωκεάνειο δέος» ήτοι την εξυψωμένη έκφραση των αυτοϋπερβατικών συγκινήσεων, που βρίσκεται στη ρίζα της αναζήτησης των ύστατων αληθειών του ανθρώπου.

Παράγουν επίσης το συναίσθημα της «θαυμαστής διαύγειας» που είναι ανάλογο με αυτό που είχε συναρπάσει τον Κέπλερ, όταν ανακάλυψε το δεύτερο νόμο του. Αυτό το αίσθημα μοιράζεται ένας δημιουργός, όταν ξεδιπλώνεται μια ευτυχής εικόνα μέσα στο νου του, και είναι ο μόνος που μπορεί να εκφράσει με σύμβολα και χρώμα το ορθολογιστικά ανεξήγητο, δηλαδή να απεικονίσει το ανέκφραστο. Οι πίνακές του είναι συντεταγμένες του απείρου, του ακτίστου. Έρχονται από το τραγικό παρελθόν, νοηματοδοτούν το παρόν και προσομοιώνουν το θαυμαστό μέλλον της μνήμης και της συνείδησης του ανθρώπου. Ο Π.Α. θα ήταν, αν ζούσε στην αρχαία Ελλάδα συνεργάτης, σκηνογράφος του Ευριπίδη. Κυρίως στις «Βάκχες». Οι πίνακες του εκφράζουν το πνεύμα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Θάνατος και ανάσταση. Σπαραγμός και ωμοφαγία. Διαμελισμοί και ορφικο-διονυσιακά μυστήρια. Εκστατική μανία και παραληρηματική κατάληψη. Μυητικές τελετές και ανθρώπινα θεία πάθη. Μεταληπτική τραγικότητα.

Ο Π.Α. θα ήταν συγγενής του Καραβάτζιο στον τρόπο που ανατρέπει τη χρήση των προσώπων. Είναι απόγονος του πνεύματος των ιερών σύγχρονων τεράτων. Του Φράνσις Μπέικον και του Λούσιαν Φρόιντ. Όπως κι αυτοί προσφέρει την εικαστική τέχνη ως ένα σχολείο αυτοϋπέρβασης, ως συγκινησιακή κάθαρση, ως ουσία αισθητικής εμπειρίας της ομορφιάς – ομορφιά του καλλιτέχνη, αλήθεια του επιστήμονα.

Αϊνστάιν: Η ομορφιά είναι η πρώτη βάσανος. Ο κόσμος δεν παραχωρεί μόνιμη θέση σε άσχημα μαθηματικά.

Η ζωγραφική του Π.Α. είναι ποιοτική και ανοικτή σε πολλαπλές προσεγγίσεις. Όταν ο Ρέμπραντ τόλμησε να ζωγραφίσει το κουφάρι ενός σφαγμένου βοδιού δίδαξε το κοινό του να δει και να δεχθεί πίσω από το απωθητικό συγκεκριμένο αντικείμενο τα αιώνια σχήματα του φωτός, της σκιάς και του χρώματος.

Την ίδια διδαχή παραθέτει σήμερα και ο Π.Α..Οι πίνακές του διαθέτουν το μεγαλείο και τη δύναμη μιας διαρκούς αποκάλυψης. Όπως λέει και ο Χάιντεγκερ τα παπούτσια του αγρότη στον πίνακα του Βαν Γκογκ δεν είναι προϊόν μιας απλής αναπαράστασης, αλλά καθίστανται το φανέρωμα/αποκάλυψη ενός ολόκληρου κόσμου που περικλείει τόσο αυτά που βλέπουμε σ’ ένα πίνακα όσο και εκείνα που δυνάμει θα μπορούσε να ειπωθούν.

Ελληνικότητα στο έργο του Π.Α. – «Φτηνή προγονοπληξία» (Γ. Τσαρούχης)- Αντιδραστική λατρεία του παρελθόντος (Μαrx)

Για τον Π.Α. ο αρχαιοελληνικός κόσμος, όπως λέει ο Μερλώ – Ποντύ αποτελεί ένα υφάδι διαρκών παραπομπών και ανατροπών που υποδηλώνουν ότι μέσα από τη ζωγραφική, ο ζωγράφος δε βλέπει τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, αλλά «περισσότερο οράται από αυτόν». Η ελληνικότητα του Π.Α. είναι αισθητήριες μήτρες, μυθολογικών (παρελθόντων) και μελλοντολογικών (μελλουσών) αισθητικών γεύσεων…»

Στη συνέχεια, το λόγο πήρε η εκδότρια Τζένη Κατσαρή – Βαφειάδη, η οποία από άλλους δρόμους, αυτούς της άμεσης πρόσληψης του έργου και με οδηγό τη συγκίνηση, που αυτό γεννά κατέθεσε τι αποκομίζει από το ζωγραφικό έργο τού Πασχάλη Αγγελίδη, μετά από 25 χρόνια συνομιλίας μαζί του, στον τόπο της αφετηρίας του, τη Θράκη.

Βαθύτατα υπαρξιακός καλλιτέχνης

«Εικόνες και λέξεις…

Λέξεις…Όχι οι δικές του ούτε των άλλων αλλά μόνον οι δικές του όταν τιτλοφορούν τα έργα του.

Λόγος περί… 25 χρόνια μετά… Αν και οι τεχνοκριτικοί κι οι ιστορικοί της τέχνης εσχάτως απεφάνθησαν ότι ένα καλλιτέχνης πουλάει, με στατιστικά δεδομένα, στην αρχή του βίου του ή στο τέλος.

Ο Πασχάλης πάντως έτσι ήταν στην αρχή, έτσι είναι και στο τέλος. Στους πίνακες του έκρυβε πάντα πληθώρα λέξεων, στην αρχή τις έδειχνε κιόλας. Ανίχνευε γραφές στη λινάτσα, στον καμβά ή κακοποιημένες γραφές σε συμπιεσμένα χαρτιά εφημερίδας, που παρέμειναν όμως γραφές. Γραφές, γράμματα, σήματα πολιτισμού, που ανέκαθεν τον απασχολούσε, ήταν κομβικό σημείο στη ζωή του καλλιτέχνη.

Ο Πασχάλης Αγγελίδης είναι εξάλλου βαθύτατα υπαρξιακός καλλιτέχνης. Για να δημιουργήσει έπρεπε να δώσει απαντήσεις στο ένδον του πρόβλημα.

Γιατί και το πώς ο άνθρωπος, γιατί και πώς η τέχνη, πού και τι ο καλλιτέχνης. Όταν περνούσε έτσι από τα αριστερά βιώματά του της άμεσης καταγγελίας και του φωτογραφικού ρεαλισμού, στον ιμπρεσιονισμό, τον εξπρεσιονισμό και αργότερα όπως είπαν στη διακοσμητική [ή αναπαραστατική(;)] τέχνη το τι και το πώς του καλλιτέχνη και της ζωής του, έψαχνε.

Οι λέξεις δεν ήταν εμφανώς ποτέ το γήπεδο, που διάλεξε να παίξει.

Κι ό,τι έγραψε δίνοντάς το στίγμα του, από περίοδο σε περίοδο, εξαντλούνταν σε στίχους τεσσάρων γραμμών, μέσα από τις οποίες τα έλεγε σχεδόν όλα σε σχέση πάντοτε με τον κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο, κλείνοντας το μάτι στους «αναγνώστες» των έργων του. Ο καλλιτέχνης θέλοντας και μη, και κατά τον Αuden, είναι η εποχή του.

Ο Π.Α. είχε επιλέξει από νωρίς το γήπεδό του… Οι λέξεις ανήκαν πάντοτε στους πολιτικούς, στους δημοσιογράφους, στους φιλόλογους.

Ποτέ στον Πασχάλη. Απλώς «έπαιζε» κι αυτός μ’ ό,τι είθισται να «παίζουν» οι λέξεις και μ’ όποιο σκοπό είθισται «να παίζουν» οι λέξεις, ρίχνοντας την μπάλα αλλού, έξω από το γήπεδο, που ο ίδιος είχε ορίσει.

Ο Πασχάλης είναι υπαρξιακός καλλιτέχνης. Το θέμα της πορείας του ατόμου, αλλά και του ατόμου ως καλλιτέχνη είναι το καίριο στη ζωγραφική του.

Του καλλιτέχνη που κάνει τι; Επιλέγει το ωραίο(την τέχνη), είτε αυτό είναι μορφές αγαλμάτων, είτε μάσκα, είτε χαλί για να διηγηθεί ουσιαστικά την ιστορία του ανθρώπου, την περιπέτεια του ανθρώπου στο χρόνο, ένα ταξίδι, που ό,τι μένει είναι ακριβώς αυτή η ωραιότητα(η τέχνη), δημιούργημα του ανθρώπου, που περνά από γενιά σε γενιά αλλά διασώζεται…

Διασώζεται και καταγράφει τον ίσκιο του ανθρώπου όπως οι κεκοσμημένες μάσκες που παραπέμπουν στον Διόνυσο, οι εξέχουσας ωραιότητας γυμνές από σάρκα προσωπίδες του Αντιγόνου, τα άδεια από περιεχόμενο χαλιά, που όμως κρατάνε τη μορφή του αγέρα, τη μορφή του ανθρώπου…

Βαθύτατα υπαρξιακός καλλιτέχνης ο Πασχάλης Αγγελίδης αναμοχλεύει τους ίσκιους μας, τους ίσκιους των ανθρώπων, που συνέστησαν το παρελθόν μας και μας άφησαν κατ’ αρχήν αξεπέραστα υπαρξιακά, οντολογικά κείμενα ως οι τραγωδίες.

Αναμοχλεύει ίσκιους του παρελθόντος μας, από την αρχαία ελληνική γλυπτική αντλώντας, την αρχαία μυθολογία, τη μυθολογία του απέραντου γαλάζιου του Αιγαίου, τους πολιτισμούς της Μεσογείου και της Ανατολής, αναμοχλεύει εν επιγνώσει ίσκιους που κατέλειπαν τέχνη σ’ αυτή τη μικρή χώρα και στον κόσμο όλον κάνοντας κέντρο της ζωής τους, τον άνθρωπο.

Τον άνθρωπο ταξιδιώτη, νοσταλγό, περιπατητή, μοναχό, συντροφευμένο, αλλού με μόνο κατάλοιπό του το σχήμα το κορμιού του στο χαλί, τη γαλάζια κορδέλα που ανεμίζει από την καλοσχηματισμένη γυμνή κόχη του ματιού και δεν έχει αρχή και τέλος.

Γιατί όλος και κάποιος άλλος στη συνέχεια, θα παραλάβει το νήμα για να ψιθυρίσει όπως ο Καρυωτάκης «η τέχνη είναι το καταφύγιο που ποθούμε…»

Καταλήγοντας από άλλους δρόμους της και άλλες τροπές των λέξεων στο ίδιο συμπέρασμα με τον προλαλήσαντα, ότι το έργο του Πασχάλη Αγγελίδη είναι βαθύτατα οντολογικό.

Παρών στη βραδιά παρουσίασης του Λευκώματος και ο ζωγράφος, που δήλωσε ότι η Αλεξανδρούπολη είναι η πόλη – μήτρα στην οποία συχνά επιστρέφει, που δεν παρέλειψε ν’ αναφερθεί στους συντελεστές του Λευκώματος, «είναι έκδοση του Παρατηρητή της Θράκης και δημιούργημα γραφιστικό και εκδοτικό της εκτυπωτικής εταιρείας «Επικοινωνία ΑΕ»», αναφερόμενος συγχρόνως στους τεχνοκριτικούς και ιστορικούς τέχνης, που γράφουν σ’ αυτό και είναι οι: Γιάννης Κολοκοτρώνης, Βέρα Βασαρδάνη, Δημήτρης Παντελίδης, Marion Woberg Weiss και Yolanda Van de Krol.


Σημειωτέον, ότι το Λεύκωμα «Paschalis, Εικόνες – Λέξεις» είναι δίγλωσσο, στην ελληνική και αγγλική γλώσσα και περιλαμβάνει 50 ανέκδοτα έργα του καλλιτέχνη, όπως και ανέκδοτα μέχρι τώρα κείμενά του.

Εν κατακλείδι, μια υπέροχη βραδιά, στη στολισμένη χριστουγεννιάτικα Αλεξανδρούπολη, που εξακολουθεί να μας επιφυλάσσει ακόμη υπέροχες, γόνιμες πνευματικά, εκπλήξεις.

Τ.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.