πανελληνιως, ενας ξεχωριστος ανθρωπος και συγγραφεας
Το Σάββατο, στις 8 Ιούνη, το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. σε συνεργασία με το Δήμο Κομοτηνής, την εφημερίδα «Παρατηρητής της Θράκης» και το βιβλιοπωλείο «Εκλογή» διοργάνωσαν στην αίθουσα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής εκδήλωση τιμής-αφιέρωμα στο έργο του Κομοτηναίου σήμερα, συγγραφέα Χρήστου Χαρτοματσίδη, με αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημά του με τίτλο «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα».
Στην εκδήλωση για το σύνολο του έργου του Χρήστου Χαρτοματσίδη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του γνωρίσματα αναφέρθηκε ο ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας Χρίστος Παπαγεωργίου, θεωρώντας ότι αξίως το έργο του Χ.Χ. αποτέλεσε μια από τις αναγνωστικές μας επιλογές, εκτιμήθηκε και αγαπήθηκε όπως έπρεπε.
Ο ποιητής και εκδότης του περιοδικού «Μανδραγόρας» Κώστας Κρεμμύδας αναφέρθηκε στη συλλογή διηγημάτων του συγγραφέα, που φέρει τον τίτλο «Το παλιό κτίριο», θεωρώντας τη γραφή του ως «ώριμο προϊόν», και η φιλόλογος και συνεργάτης του «Παρατηρητή της Θράκης» Αναστασία Χατζηνικολάου αναφέρθηκε αναλυτικά στο περιεχόμενο και τις λογοτεχνικές αρετές του πρόσφατου μυθιστορήματος του συγγραφέα «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα» αναφέροντας ότι πρόκειται ουσιαστικά για ένα έργο, που ειλικρινά κάποιος δεν ξέρει πού να πρωτοαφιερώσει την προσοχή του: στις σπαρταριστές περιπέτειες του ήρωα Ιωσήφ Μπρέγκα ή στην ενδιαφέρουσα δομή του έργου.
Την εκδήλωση συντόνισε ο δημοσιογράφος Σταμάτης Σακελλίων, ενώ στην αναγκαιότητα να τιμήσει η πόλη τους συγγραφείς της αναφέρθηκε επισταμένως, εισάγοντας την εκδήλωση, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. και αντιδήμαρχος Οικονομικών κ. Αναστάσιος Βαβατσικλής, επισημαίνοντας ότι ο Χ.Χ. με το έργο του ήταν από τους πρώτους ή ο πρώτος, που έσπασαν τη σιωπή κι απελευθέρωσαν δημιουργικά, μέσω της γραφής τους, την πίκρα της ήττας του εμφυλίου.
Στην εκδήλωση παρών ήταν ο συγγραφέας Χρήστος Χαρτοματσίδης και η οικογένειά του, ενώ η πόλη, δίνοντας το παρόν στην εκδήλωση του αντιδώρησε τα πρέποντα. Τιμή.
Σήμερα ο «Παρατηρητής της Θράκης» έχει όμως τη δυνατότητα να φιλοξενεί τις εισηγήσεις των ομιλητών στη σημαντική αυτή εκδήλωση, που κατέδειξε, μέσω πανελληνίως καταξιωμένων κριτικών της λογοτεχνίας, πόσο μεγάλη τιμή είναι για μια πόλη και τον πολιτισμό του παρόντος να παρέχει στέγη κι ουρανό σ’ ανθρώπους, που έργο ζωής είναι η ακριβή τέχνη του λόγου.
Ακριβή, γιατί «παραδίδεται» κι ανθίζει σε χέρια ελαχίστων, όσων με τιμιότητα την υπηρετούν.
Ποτέ η τέχνη δεν ήταν εξάλλου εύκολη υπόθεση, κι ας διατείνεται η εποχή μας άλλα.
Τ.Β.
Τάσος Βαβατσικλής, Πρόεδρος ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Κομοτηνής:
«Χρήστος Χαρτοματσίδης, από τους πρώτους που έσπασαν
την σιωπή και απελευθέρωσαν τη σκέψη από την πίκρα της ήττας»
Συνεχίζοντας την υλοποίηση της πρωτοβουλίας που επωμίσθηκε το Δη-
μοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κομοτηνής, σε συνεργασία με τη Δημο-
τική Αρχή της πόλης, την τοπική καθημερινή εφημερίδα «Παρατηρητής», και το βιβλιοπωλείο «Εκλογή», να συνδέσει το πνευματικό κοινό και όλους τους προοδευτικούς Δημότες και πολίτες της περιοχής μας, με λογοτεχνικά έργα νέων πνευματικών εργατών, που έχουν σχέση με οδυνηρά γεγονότα της νεότερης ιστορίας μας, όπως η εμφύλια σύγκρουση και οι επιπτώσεις της στην ζωή χιλιάδων αγωνιστών που υποχρεώθηκαν σε αναγκαστική καταφυγή στην αυτοεξορία σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, και επαναπατρίστηκαν πριν και μετά την μεταπολίτευση στην πατρίδα, παρουσιάζουμε σήμερα, με ένα αίσθημα τοπικής υπερηφάνειας, την μορφή και το μέχρι τώρα λογοτεχνικό έργο ενός δικού μας δυναμικού ανθρώπου: Του συμπολίτη μας γιατρού Χρήστου Χαρτοματσίδη.
Πρόκειται για ένα πνευματικό άνθρωπο με οικογενειακές καταβολές στην εθνική αντίσταση 1941-44 αλλά και στον σπαραγμό της εμφύλιας σύγκρουσης.
Η τετράχρονη σκλαβιά, ο ηρωικός αγώνας των πατριωτών που ανέβηκαν στο βουνό για να χτυπήσουν τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βουλγάρους φασίστες κατακτητές, έδωσαν το υπόστρωμα για την δημιουργία της Τέχνης της αντίστασης.
Δεν είναι μόνο οι πεζογράφοι και οι ποιητές, αλλά και ζωγράφοι, γλύπτες, μουσικοί που εμπνεύσθηκαν από το πνεύμα και το μεγαλείο της Αντίστασης.
Ό,τι έγινε το εικοσιένα, έγινε και στα χρόνια της κατοχής. Ο εθνοκοαπελευθερωτικός αγώνας με όλα τα επακόλουθά του, αντικαθρεφτίζει την αντιστασιακή λογοτεχνία. Και όμως, όλοι οι συντελεστές της πνευματικής αυτής έξαρσης αγνοήθηκαν, παραγκωνίσθηκαν και παραμερίστηκαν, καθώς οι αντιδραστικές δυνάμεις που επικράτησαν στην εμφύλια σύγκρουση φόρεσαν φίμωτρο στην αντιστασιακή λογοτεχνία.
Ο δικός μας, ο συμπολίτης μας λογοτέχνης, ο Χρήστος Χαρτοματσίδης, δεν είχε από γεννησιμιού του, αυτή την εμπειρία. Δεν ήταν ακόμη γεννημένος όταν συνέβαιναν όλα εκείνα τα τρομερά και ανόσια. Όταν λειτουργούσαν τα Στρατοδικεία, όταν μεσουρανούσαν οι εξορίες, οι φυλακίσεις, οι διωγμοί, όταν αμαύρωναν την ελεύθερη ζωή, τα εκτελεστικά αποσπάσματα.
Η δική του εμπειρία στηρίζεται στα όνειρα και στην διάψευσή τους, που έζησε κατ’ αρχήν η πατρική του οικογένεια. Αλλά και οι δεκάδες χιλιάδες των αγωνιστών που αναγκαστικά εκπατρίσθηκαν.
Μέσα από τις σελίδες των λογοτεχνημάτων του, προβάλλει πότε αμυδρά υποφώσκοντας και ποτέ έντονα εκφρασμένη η αίσθηση από το άδειασμα της ψυχής και των ονείρων όλων εκείνων που πίστευαν ότι προσφεύγοντας, έστω και αναγκαστικά, στις χώρες του Ανατολικού μπλοκ, θα συναντούσαν την θριαμβευτική γεύση της ζωής της πανανθρώπινης λευτεριάς, της ανατολής μιας νέας κοινωνίας, αλλά διαψεύσθηκαν.
Αυτός ο κόσμος των πολιτικών προσφύγων βρήκε έκφραση στα κείμενα του Χρήστου Χαρτοματσίδη. Είναι από τους πρώτους, για μην πω ο πρώτος, που κεντρίσθηκαν και καταπιάστηκαν με το όραμα αυτού του κόσμου. Από τους πρώτους που έσπασαν την σιωπή, που απελευθέρωσαν την σκέψη από το φρικαλέο βασανισμό της πίκρας για την μεγάλη ήττα της ελληνικής αριστεράς στον εμφύλιο, για τα λάθη της ηγεσίας, για το γκρέμισμα των ονείρων και των ελπίδων πως ίσως να ήταν καλύτερος ο εκπατρισμός, ακόμη και με την μορφή της αναγκαστικής καταφυγής, αφού, όπως τους έλεγαν, θα βίωναν πλέον όλα εκείνα, ή τα περισσότερα από εκείνα για τα οποία πρόσφεραν χρόνια ζωής, χρόνια αγώνων, χρόνια θυσίας, χρόνια θανάτου. Και που φυσικά έμειναν μετέωροι, καθώς για άλλα τους διαβεβαίωναν και άλλα έβλεπαν και συναντούσαν, στον ονειρεμένο κόσμο των καθεστώτων που φάνταζαν στο ιδεολογικό τους «πιστεύω» σαν λυτρωτική προσμονή και σαν καταξίωση της ζωής.
Αλλά και ένα άλλο όραμα εκφράζεται μέσα από τα κείμενα του Χρήστου Χαρτοματσίδη. Η πίκρα ή η έκπληξη, που δοκίμαζαν οι επαναπατριζόμενοι όταν φτάνοντας κι παραμένοντας, πλέον, στην Πατρίδα, συναντούν την γλίσχρα και πενιχρή υποδοχή τόσο των οικείων όσο και των φίλων, αλλά και του επίσημου συντροφικού τους κομματικού μηχανισμού, που βρίσκεται πια διασπασμένος, χωρισμένος.
Και μέσα από το δράμα και την τραγικότητα των διαψεύσεων όλων αυτών. Να σου! Εμφανίζεται και η ειρωνεία για το ξεγλίστρισμα της αναμονής, για κάποια μητρική και φιλόξενη ελληνική κοινωνία. Όπου ένας έφηβος διαπαιδαγωγημένος σε μια ξένη χώρα με τα επαναστατικά σοσιαλιστικά ιδεώδη, ενυπνιάζεται την επιστροφή στην Ελλάδα σαν ένα επαναστατικό τραγούδι που καταλήγει ειρωνικά στον αυτοσαρκασμό. «… μετά βέβαια θα βάλει τις βάσεις της πανανθρώπινης ευτυχίας».
Όλα αυτά λοιπόν, για την λογοτεχνική γραφή του Χρήστου Χαρτοματσίδη, που η παρουσία του, οι συμπεριφορές και η διαβίωσή του στην Κομοτηνή, αποτελούν τιμή για την πόλη μας.
Χρίστος Παπαγεωργίου, ποιητής – κριτικός λογοτεχνίας:
«Απ’ την προσφυγιά και τη Σόφια του ’70 στην καθολικά ανορθόδοξη ελληνική εμπειρία»
Πρέπει εξαρχής να διευκρινίσω ορισμένα πράγματα, που έχουν σχέση
και με την επαφή μου με το συνολικό έργο του Χαρτοματσίδη και με την κριτική, εκ μέρους μου, αντιμετώπισή του, η οποία οφείλω να ομολογήσω, υπήρξε τίμια και ειλικρινής: Όχι μόνο λοιπόν δεν είναι η πρώτη φορά (το αντίθετο είναι η τέταρτη ή η πέμπτη) που γράφω κείμενο, είτε για δημοσίευση σε εφημερίδα ή περιοδικό, είτε για παρουσίαση, όπως εδώ, σε κοινό, γι’ αυτό το λόγο ίσως κάποιοι από εσάς που παρακολουθείτε τη λογοτεχνική παραγωγή, τα πεπραγμένα και τα πέριξ αυτής, κάτι να έχετε διαβάσει.
Παρόλα αυτά, απόψε εδώ στην όμορφη Κομοτηνή, που την επισκέπτομαι για πρώτη φορά και μάλιστα για τέτοιο σκοπό, χωρίς να κουβαλάω τίποτα απολύτως απ’ τη μιζέρια και την αποπνικτική ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας στο χώρο των ιδεών, θα προσπαθήσω, αναλύοντας ένα έργο ιδιαζόντως ποιοτικό, όπως αυτό του Χαρτοματσίδη, να αναδείξω περισσότερο τα υλικά εκείνα, που μένουν απ’ έξω σε κάποια, όσο κι αν γράφονται με την ψυχή, κριτικά δείγματα. Και τα οποία υλικά όντως λεπτομερειακά, τρυφερά, ουσιώδη, σατιρικά, ερωτικά, παρατηρητικά, ανατρεπτικά άρα και επαναστατικά κ.λ.π. το καθορίζουν, μέχρι του σημείου να μιλάμε σήμερα, μετά από έναν τόμο διηγημάτων, δύο θεατρικά μονόπρακτα, δύο ποιητικές συλλογές και δύο μυθιστορήματα, για μια ολοκληρωμένη ενότητα, που μπορεί να οδηγήσει σε σκέψεις, μνήμες ή συνειρμούς καθαρά ιστοριοδιεγερτικές. Γιατί πράγματι, ο Χαρτοματσίδης με τη διπλή ή μηδενική ιθαγένεια και υπηκοότητα, με το βάρος της προσφυγιάς στους ώμους του, όσο κι αν αυτό το γεγονός λειτουργεί και επενεργεί θετικά στην ψυχοσύνθεσή του, με τη διακριτική στάση του απέναντι στην κατάρρευση των σοσιαλιστικών καθεστώτων, όταν πολλοί εγχώριοι έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση, μη αντιλαμβανόμενοι ότι, παρά τα σφάλματα και τα εγκλήματα, οι χώρες αυτές αποτελούσαν το αντίπαλο δέος στην παγκοσμιοποίηση, με τις σπουδές του εκεί, με τις γνωριμίες, τις φιλίες και τους έρωτές του, με την παθιασμένη του αγάπη για τη μουσική και στη συνέχεια με τον επαναπατρισμό του, τις δυσκολίες προσαρμογής στα νέα δεδομένα και μέχρι την πλήρη του αποδοχή, όχι μόνο στα στενά επαρχιακά πλαίσια αλλά και πανελληνίως, διαγράφει μια τροχιά ενός ξεχωριστού ανθρώπου και συγγραφέα, που ήταν αδύνατον να μην βρεθεί στις αναγνωστικές μας επιλογές, ώστε ν’ αγαπηθεί και να μελετηθεί πρωτίστως σοβαρά.
Αυτά τα σημεία λοιπόν, ίσως δευτερεύοντα θα πουν κάποιοι, ίσως όχι τόσο συντριπτικά, θα περιδιαβούμε σ’ αυτήν την ομιλία, η οποία γράφτηκε ειδικά γι’ αυτήν την εκδήλωση. Ας τα πάρουμε, λοιπόν, με τη σειρά, χρησιμοποιώντας τα σαν κλειδιά, που θα μας ανοίξουν όλες τις πόρτες της ψυχής και του μυαλού του σεμνότατου συγγραφέα για το δημιουργικό μόχθο του οποίου σήμερα συζητάμε.
α) Επειδή όσοι βρισκόμαστε σήμερα εδώ, σ’ αυτή την αίθουσα, είναι σίγουρο ότι έχουμε προσαρμοστεί, αν όχι ολοκληρωτικά, τουλάχιστον στα βασικά θεμέλια της δουλειάς του Χαρτοματσίδη, ασφαλώς το πρώτο απ’ αυτά που έρχεται στο νου μας είναι η συμπάθειά του -δεν ξέρω αν είναι η καταλληλότερη λέξη, ο αλτρουϊσμός του εν τέλει-, προς κάθε ταπεινό και ανήμπορο, προς κάθε ταλαιπωρημένο απ’ τη ζωή, αληθινό προλετάριο ή τσιγγάνο λαθρέμπορα, όπως πολύ περισσότερο λόγω της βιωματικής και οικογενειακής του ιστορίας και δομής, προς τους πολιτικούς πρόσφυγες. Όλα αυτά τα συναντάμε κυρίως στο «Παλιό κτίριο» σποραδικά όμως και με μεγαλύτερη σαφήνεια, όταν η θεματική το απαιτεί, σ’ ολόκληρο το έργο. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις που ο Χαρτοματσίδης αφήνει την πένα του να πλανηθεί και ν’ απλωθεί σαν φύλακας άγγελος πάνω απ’ τα κεφάλια αυτών των κατατρεγμένων – οι οποίοι βγαίνουν από ένα διήγημα για να μπουν σ’ ένα θεατρικό ή σ’ ένα μυθιστόρημα-, καθώς κατατρύχεται από τύψεις αν τους εγκαταλείψει άστεγους στη μοίρα τους, προσομοιάζει συγγραφικά μια που η θλίψη είναι έντονη και αληθινή και όχι μελοδραματική, με τους Ρώσους κλασικούς και ιδιαίτερα τον Τσέχωφ, οι οποίοι σίγουρα υπήρξαν οι μεγάλοι του δάσκαλοι στη μέχρι τώρα συγγραφική του πορεία. Όσον αφορά δε το τεράστιο πρόβλημα των πολιτικών προσφύγων, που μετά τον εμφύλιο βρήκαν στέγη, δουλειά και μόρφωση στα ανατολικά κράτη, τόσο το δεύτερο μισό του «Παλιού κτιρίου», όσο και σ’ ολόκληρη την ιστορία του «Μπρέγκα», παρά το διχασμό του, παρά τη διπλή –πραγματική και εικονική-, πραγματικότητα που βιώνει, παρά τέλος τη μελαγχολία, που η ίδια η ζωή, κάτω από οποιοδήποτε καθεστώς, εμπεριέχει, ο Χαρτοματσίδης είναι βέβαιος και αποφασισμένος: ουδέποτε μπήκε στο στόχαστρο της κριτικής του η ιδεολογική ταυτότητα των γονιών του.. ουδέποτε δυσαρεστήθηκε για τις πράξεις τους, το αντίθετο υπερασπίζεται με κάθε τρόπο τον αγώνα τους.. ουδέποτε δυσανασχέτησε με το συντηρητισμό τους.. ουδέποτε είδε την ολοζώντανη ελληνική προσφυγική κοινότητα ως όμιλο ηττημένων.. ουδέποτε, φυσικά,τους είδε με μάτια ενός παιδιού, εφήβου ή νέου που έχει μπροστά του κάποιους αποτυχημένους, το αντίθετο ρουφάει τα τσιτάτα τους όσο και τις αναλύσεις τους όπως η διψασμένη γη τη βροχή. Αυτή η κάπως αναμενόμενη έλξη τόσο προς τους περιφρονημένους, όσο και προς τους διωχθέντες, ανεβάζει στη συνείδησή μας πολύ τη δυναμική και το ρόλο, που η πεζογραφία του Χαρτοματσίδη μπορεί να διαδραματίσει στις σύγχρονες και μετά – σοσιαλιστικές ιδέες, γι’ αυτό το λόγο –εμείς προσωπικά-, την τοποθετούμε ως κεφαλή της δημιουργίας του.
β) Ένα άλλο όπλο με το οποίο ο Χρήστος Χαρτοματσίδης πετυχαίνει το στόχο του, χωρίς να υποβιβάζει την τεχνική του σε μανιέρα στο συγκεκριμένο τομέα, είναι, θα έλεγα, η άνευ ορίων αγάπη του προς τη μουσική. Εδώ κυριολεκτικώς τα πράγματα δυσκολεύουν όχι μόνο για τους αναγνώστες αλλά και για την κριτική μεθόδευση. Καθώς, τόσο ο «Κιθαρίστας» -μυθιστόρημα που στηρίζεται εξ’ ολοκλήρου στη μουσική, παρά την παραπλανητική του χροιά, που σπεύδει ερωτικά-, όσο και ο «Μπρέγκας» -μυθιστόρημα που συνδέει την όποια συναισθηματική απόχρωση με ό,τι τραγουδιέται ή σιγοντάρεται-, αναδεικνύουν –δεν μπορώ να πω μετά βεβαιότητας τις τεράστιες ή απλώς τις γνώσεις τις μουσικές του συγγραφέα-, ένα είδος γραφής σχεδόν άγνωστο σήμερα στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, αν εξαιρέσει κανείς τις αυτοβιογραφίες, τις βιογραφίες και τις μονογραφίες των διάσημων σταρ. Τραγούδια απ’ τη δεύτερη πατρίδα του, άλλα απ’ τη μεγάλη μητέρα της περιόδου, αντάρτικοι ύμνοι, κλασσικά φολκλορικά, δημοτικά, λαϊκά, επαναστατικά, δυτικά, που εμείς φυσικά δεν τα γνωρίζουμε ή τα έχουμε απλώς, ιδίως τα δυτικά ακούσει, παίρνουν διαστάσεις «μελοποίησης» -ο όρος δεν είναι καταχρηστικός-, πεζών κειμένων, όπως οι νότες εφαρμόζουν στο στίχο και ενίοτε τον κάνουν σύνθημα. Αλλά πέρα από τις τεχνικές γνώσεις γύρω από διάφορα όργανα κυρίως όμως της κιθάρας, από την ισχύ των μηχανημάτων, από διέσεις και υφέσεις, από σπασίματα ή εντάσεις κ.ο.κ. δεν δρομολογούνται ορισμένα κομμάτια που διακρίνοται για τη μουσικότητά τους, όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά το αντίθετο, αυτά τα ίδια ντύνονται μουσικά, έτσι ώστε η συνύπαρξη λόγου και μουσικής να συνάδει με την πρόθεση του συγγραφέα. Η αταλάντευτη λοιπόν αγάπη του Χαρτοματσίδη για τη μουσική, πράγμα το οποίο δεν έχουμε συζητήσει κατ’ ιδίαν, παρά το δεδομένο του χαρακτήρα του, αποπειράται να συνδέσει, έστω κι αν απ’ το μέσο που λέγεται βιβλίο δεν βγαίνει κανένας ήχος, παρότι μερικοί ισχυρίζονται πως ακούν ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα, δύο διαμετρικά αντίθετες τέχνες, ενώ το αποτέλεσμα συγκινεί κι εκπλήσσει με την πρωτοτυπία του. Άλλωστε είναι ευρέως γνωστό πως, στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, το τραγούδι, απ’ το δημοτικό μέχρι την όπερα, ήταν αναπόσπαστο στοιχείο καλλιέργειας και παιδείας. Πώς θα μπορούσε λοιπόν ένας συγγραφέας να μην αφουγκραστεί αυτή την αδήριτη ανάγκη…
γ) Ιδιαίτερη αξία προσλαμβάνει η πεζογραφία του Χαρτοματσίδη απ’ την σατιρική, σαρκαστική, περιπαιχτική, ειρωνική και χιουμοριστική διάθεση, η οποία την χαρακτηρίζει, μεταφραζόμενη σε κύριο συστατικό και μέλημά της, στην υλοποίηση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει, τόσο απέναντι στο θέμα, όσο και απέναντι στους αναγνώστες. οι οποίοι οφείλουν να συμπαραταχθούν, όχι τόσο για να γελάσουν ξεκαρδιστικά από κάτι το κωμικό και γελοίο, όσο για να αντιληφθούν το μέγεθος της αυταρέσκειας, μέσα στο οποίο ζούσαν οι άνθρωποι κατά την περίοδο της σοσιαλιστικής ευδαιμονίας στη γείτονα χώρα αλλά και σ’ ολόκληρο τον ανατολικό συνασπισμό. Πράγματι, ο Χαρτοματσίδης σ’ αυτόν τον τομέα αποδεικνύεται σωστός μάστορας. Μετά την τραγική ηρεμία και το μελαγχολικό status των διηγημάτων του «Παλιού κτιρίου», αλλάζοντας εντελώς ρότα, τόσο στον «Κιθαρίστα», όσο και στον «Μπρέγκα», φανερώνει έναν άλλο εαυτό, ο οποίος μας γίνεται αμέσως οικείος και αποδεκτός. Μέσα από το χιούμορ και την ανάλαφρη ρεαλιστική παράθεση πετυχαίνει –καθώς αυτός ο τρόπος εκφοράς γίνεται η δημιουργική του πατέντα-, να απογυμνώσει ανθρώπους και καταστάσεις.. σπάει τα όρια του καθωσπρεπισμού και της μικροαστικότητας. κριτικάρει μέσα απ’ το απέραντο παρατηρητήριό του τα κακώς κείμενα. πέρα από κάθε περίπτωση συμβουλευτικής ή παιδευτικής –με εξαίρεση εκείνη της ψυχαγωγικής επίδρασης της τέχνης-, πρόθεσης, παρακάμπτει εμπόδια συμβατικής συμπεριφοράς και κινείται προς την απόλυτη ελευθερία. Μόνο προς το τέλος του «Μπρέγκα», αφού ο «Κιθαρίστας» είναι ίσως εξόχως μοναδικός για τις πράξεις του, που τείνουν προς το απρόβλεπτο, ο συγγραφέας και μετά την πτώση του καθεστώτος σοβαρεύει απότομα, βάζει από τη μία τα όσα έζησε εκεί, ίσως όχι εντελώς παραμυθένια, πάντως αξιοπρεπή κι απ’ την άλλη όσα μαθαίνει απ’ τις τηλεοράσεις για εγκλήματα, βασανιστήρια, θανάτους αντεπαναστατών, που πολεμούσαν για αξίες, οι οποίες δεν ξέρω σήμερα, δέκα και πλέον έτη μετά, αν έγιναν πραγματικότητα. Όπως και νάχει ο Χαρτοματσίδης είναι κάτοχος ιδιοτήτων σαφέστατα πολύτιμων για το είδος της πεζογραφίας που ασκεί, είναι διακριτικά αιχμηρός, σωστός ιστορητής, φαντασιόπληκτος όταν αυτό είναι επιβεβλημένο, ενώ τοποθετεί το βιωματικό του υπόστρωμα όταν το κρίνει απαραίτητο.
δ) Τον Ιούνιο του 1997, σ’ ένα κείμενό μου για το βιβλίο «Κιθαρίστας σε ταβέρνα» του Χρήστου Χαρτοματσίδη, στο περιοδικό «Διαβάζω» και με τίτλο «Ηθική και ανηθικότητα», ανέλυα την τεράστια συμβολή του συγγραφέα αλλά και τον αγώνα του, ώστε να διαχωρίσει μέσα στην καθημερινή, εργασιακή, οικογενειακή, ερωτική και κομματική διαπάλη, τους «ηθικούς» από τους «ανήθικους», όχι τόσο βάζοντας διαχωριστικές γραμμές ή αλιεύοντας την τακτική των αμερικάνικων φιλμ περί καλών και κακών, αλλά αμφισβητώντας αυτό που οι πολλοί θεωρούν δεδομένο, άρα μη επιδεχόμενο κριτική και κείνο που οι πολλοί θεωρούν υποδεέστερο, άρα πρέπει συνεχώς να βρίσκεται στο στόχαστρο της κοινωνίας. Ο Χαρτοματσίδης, λοιπόν, σ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο, που κάθε ανθρώπινη κοινότητα, σ’ οποιοδήποτε καθεστώς και μ’ οποιεσδήποτε συνθήκες, ωσάν αράχνη απλώνει τα δίχτυα της παντού, χρησιμοποιώντας μικρά, ακαριαία χτυπήματα κάνει τις επιλογές του. και καθώς ο ήρωάς του ο Κρίστιο είναι μόλις είκοσι χρονών, άρτι απολυθείς απ’ το στρατό, κερδίζει όλες τις παραμέτρους και της ηθικής και της ελευθερίας, παρότι τα φαινόμενα ίσως απατούν. Ο Κρίστιο είναι φανερά ερωτευμένος, εργάζεται, ζει όπως όλοι οι νέοι της δεκαετίας του ’70, αντιστρατεύεται το συντηρητισμό των γονιών του και μισεί το κομματικό στέλεχος, που ως δια μαγείας, ως χοντρό μέσο θα λέγαμε εμείς εδώ, λύνει όλα του τα προβλήματα. Δεν είναι υπερβολή αν σημειώναμε το εξής: όλοι όσοι έρχονται φυσικά, φυσιολογικά, εχθρικά ή επιθετικά σ’ επαφή με τον Κρίστιο, είναι σαφέστατα το ανήθικο κομμάτι της σοσιαλιστικής επινόησης, ενώ ο ήρωας διακρίνεται απ’ την καθαρότητα της ηλικίας του, χωρίς να ξεπέφτει, καθώς είναι πανέξυπνος, σε λάθη επικοινωνιακά, ακόμη κι αν στο γάμο του, που προγραμματισμένος μ’ όλη τη μεγαλοπρέπεια που ταιριάζει στο γιο ενός μεγάλου στελέχους της εκπαίδευσης, δραπετεύει. Όσον αφορά τον «Μπρέγκα», αναλυόμενο σε παρόμοιες συνθήκες κοινωνιολογικές, το συμπέρασμα είναι πως εδώ η ανηθικότητα, κατευθυνόμενη από παντού, προσβάλλει μια προσωπικότητα, καθώς ακόμη κι αν δεν διέθετε όλα αυτά τα προσόντα, με τα οποία ίσως υπερβολικά τον στολίζει ο συγγραφέας, η ουσία είναι πως γεύεται τον υποκριτικό θαυμασμό, κάτι σαν καινούργιο μοντέλο αυτοκινήτου, που πρέπει να εξαχθεί για λόγους εντυπωσιασμού στη Δύση ή σαν ένα πάνσοφο παιδί, που μόνο η σοσιαλιστική στρατηγική μπορούσε να κατασκευάσει. Θα κλείσω αυτή την παράγραφο λέγοντας πως ο «Μπρέγκας» επαναπατριζόμενος δέχεται στο πετσί του την ανηθικότητα της γραφειοκρατίας, του κόμματος, των πεθερικών του, των συγγενών των γονιών του, της γυναίκας του, των υπηρεσιών, των προϊσταμένων αλλά και την μέχρι εκείνη τη στιγμή ιδέα του για την χώρα που τον φιλοξένησε. έτσι το σίγουρο είναι πως από δω και πέρα θα ζει μπερδεμένος, αναζητώντας νέες διεξόδους.
ε) Σ’ ένα άλλο κείμενό μου στην εφημερίδα «Αυγή» για το βιβλίο του Χαρτοματσίδη «Οι περιπέτειες του Μπρέγκα» αδίκησα το συγγραφέα –παρότι η στάση μου απέναντι στο έργο του ήταν σαφέστατα θετική-, στο σημείο της γλωσσικής εκφοράς, καθώς υποστήριξα, πάνω – κάτω, πως αν έλειπε το χιούμορ, θα είχαμε ένα τυπικό δείγμα «σοσιαλιστικού ρεαλισμού», εφόσον αναμειγνύεται η δημοτική δύο γλωσσών –δεν είμαι ειδικός-, πάντως, νομίζω, εντελώς άσχετων μεταξύ τους, παρά τις όποιες προσμείξεις ή δάνεια η κάθε μια απ’ αυτές μπορεί να εμφανίζει. Το σωστό είναι πως ενώ στον «Κιθαρίστα» ο λόγος κυλάει αβίαστα, τα ελληνικά του συγγραφέα είναι άψογα, κανείς, αν δεν διαβάσει το βιογραφικό δεν υποπτεύεται πως μέχρι τα εικοσιέξι του ζούσε σε ξένη χώρα, οι ομοιότητες με την ελληνική εκδοχή ήταν πολλές και τελικά παρά το γεγονός ότι περιδιαβαίνουμε τη Σόφια, τους δρόμους, τα κτίρια, τα μπαρ, τα πάρκα, τις ταβέρνες, τη νοοτροπία των κατοίκων, όλα μοιάζουν φυσιολογικά και καθόλου φανταστικά, ο ρεαλισμός κινείται στα πλαίσια του λογοτεχνικού ψεύδους και στην παραμυθία των κανόνων γραφής ενός μυθιστορήματος. Αντίθετα στον «Μπρέγκα» υπάρχει μια γλωσσική, ας μου επιτραπεί, δυσκαμψία, η οποία ίσως δεν δικαιολογείται αφού το έργο ακολούθησε και η οποία ίσως οφείλεται σε μια φαινομενική σαφήνεια, που έπρεπε το έργο να προσλάβει, προκειμένου η αντίστιξη να λειτουργήσει θετικά ή αρνητικά. Το συμπέρασμα είναι πως θέμα γλωσσικό στο Χαρτοματσίδη, όπως είπαν κάποιοι, όχι απλώς δεν εγείρεται αλλά πολύ περισσότερο δεν υφίσταται καν. Το αντίθετο θα έλεγα πως η ανάμειξη ελληνικών και βουλγαρικών λέξεων με την κατάλληλη επεξήγηση στο κάτω μέρος της σελίδας προσφέρει ένα έξοχο, παραδοσιακό, βαλκανικό προφίλ στο έργο του Χαρτοματσίδη, κάτι που εμείς ως κριτικοί, με συστηματική διαστροφή παρακολουθούμε, σ’ όλους τους βορειοελλαδίτες συγγραφείς και κυρίως στους διηγηματογράφους.
Και στ) Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οπτική γωνία απ’ την οποία αντλεί τη σχέση του με το γυναικείο φύλο, ο συγγραφέας Χρήστος Χαρτοματσίδης μέσω των πρωταγωνιστών του. Τι θέλω να πω; Πως τόσο η ερωτική πλευρά των ηρώων του με το γυναικόκοσμο, όσο και η συγγενική ή φιλική επαφή, γίνεται κάτω από τις πιο ομαλές, ασφαλείς ως προς το περιεχόμενο και ανιδιοτελείς, απ’ τη μεριά τους τουλάχιστον, όχι όμως και από κείνη των γυναικών, αντιδράσεις. Καταρχάς η Ιουλία, στη συνέχεια το Ζώιτσε και πιο μετά η Καμέλια, όπως και η μητέρα Λένα. Η άλλη μάνα, η συντρόφισσα Βούλα, η Ρώση Μπαρακούδα, η Ρωσίδα Άννα Ιππολύτοβνα και η Νταϊάνα. Όλες γυναίκες συνήθως μεγαλύτερες σε ηλικία, με εμπειρία στα ερωτικά, με παιδιά από ατυχείς γάμους, που βρίσκουν στο πρόσωπο του Κρίστιο και του Μπρέγκα τον ιδανικό εραστή, που θέλουν άλλοτε να τους ξεγελάσουν για να κερδίσουν μικρά ή μεγαλύτερα συμφέροντα και άλλοτε να τους ιδιοποιηθούν αποφέροντας τα αντίθετα αποτελέσματα απ’ τα αναμενόμενα, καθώς οι μανάδες καιροφυλακτούν να τους προστατέψουν, όσο κι αν στο φινάλε και οι ίδιες θορυβούνται από τις πράξεις τους. Ο Χαρτοματσίδης αγαπά τις γυναίκες, γνωρίζοντας πολύ καλά πως, όταν κάποτε παρασυρόμενος γράφει μόνο για άντρες, στην ουσία τίποτε δεν θα μπορούσε να περάσει χωρίς τη συμμετοχή τους.
Και τελειώνω: Θέλω να πιστεύω πως με τις τόσες λεπτομέρειες που παρέθεσα, γύρω απ’ την καθαρά πεζογραφική αποστολή του συγγραφέα, σίγουρα δεν σας κούρασα,, μια που κι εγώ, ως λάτρης των έργων του Χαρτοματσίδη και εσείς ως συμπολίτες του, ως σχεδόν υπόχρεοι στη δημιουργία του, του οφείλαμε μια τέτοια βραδιά. Άλλωστε η Κομοτηνή, φαίνεται ότι ξέρει να επιβραβεύει τα πονήματα των σύγχρονων παιδιών της, Αναστάση Βιστωνίτη, Μισέλ Φάις και Χρήστου Χαρτοματσίδη, που με τη σειρά τους φέρνουν στην επιφάνεια το μέγεθος της πολιτισμικής κληρονομιάς και εικόνας της πόλης.
Κώστας Κρεμμύδας, ποιητής- εκδότης:
Η τέχνη είναι πανικός μπρος στην πραγματικότητα
Θέλω εξ αρχής να παρατηρήσω πως το αφηγηματικό νήμα του Χ.Χ. διατρέχει τη φόρμα και την ουσία των κειμένων του, ακολουθώντας την εξέλιξή τους όχι μονάχα θεματικά (όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τους ήρωες από «Το παλιό κτίριο» μέχρι τον «Μπρέγκα») αλλά και αισθητικά με το γνωστό υπόγειο – συνωμοτικό γράψιμό του, τη χαμηλότονη ειρωνική αφήγησή του και το ανεπαίσθητο μειδίαμα που εξελίσσεται σε γέλιο.
«Αν η κακή διατροφή είναι ένδειξη για το πόσο ισχυρό είναι ένα στράτευμα, τότε σίγουρα η κατάσταση των αφοδευτηρίων αποκαλύπτει το φρόνημα των φαντάρων. Ένας συνηθισμένος στα βρώμικα αποχωρητήρια στρατιώτης δεν έχει να φοβηθεί τίποτα.»
(Χ.Χ., «Για την Καλλιόπη», περ. «Η λέξη», τεύχος 168, σελ. 231-233)
«… παντού ακουγόταν το ποδοβολητό απ’ το μέτρημα του ρυθμού, ίσως επειδή τα μικρόφωνα ήταν πολύ κοντά. Και στο θόρυβό του χτυπούσαν καρδιές, βροντούσαν τα συντρίμμια των ξεχασμένων και σακάτικων αγαλμάτων. Εκείνα κοιτούσαν τρελά με τα θολά τους μάτια. Τα στήθια των γυναικών κουνιόνταν φουρτουνιασμένα. Ο εφιάλτης τους δεν έλεγε να τελειώσει…
(… Κάπως έτσι, σαν ένα επαναστατικό τραγούδι φανταζόμασταν τότε –το 1968…- την επιστροφή μας στην Ελλάδα. Μετά βέβαια θα βάζαμε τις βάσεις της πανανθρώπινης ευτυχίας…)»
(Χ.Χ., Η μικρή μας ορχήστρα, σελ. 61, από τη συλλογή διηγημάτων «Το παλιό κτίριο», Νεφέλη 1991)
![]() |
Δε φαίνεται εκ πρώτης όψεως να σχετίζεται ο στίχος του Βύρωνα Λεοντάρη*1 με την ουσία του έργου του Χρήστου Χαρτοματσίδη. Δε σημαίνει βέβαια πως ο συγγραφέας δεν φιλοδοξεί (κι εντέλει επιτυγχάνει) να κάνει τέχνη.. δε σημαίνει πως η γενεσιουργός αιτία της ενασχόλησής του δεν ήταν και δεν παραμένει για την ώρα τουλάχιστον, το περιβάλλον του στη Βουλγαρία, οι μνήμες και οι αναφορές των οικείων του διπλά φορτισμένες: όχι μονάχα από τις πολιτικές συγκυρίες, την προσφυγιά, την επιβίωση σε τόπο ξένο, αλλά επιβαρημένες και από την πίστη σε μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική ανατροπή, την ιδεολογία, το σοσιαλιστικό όραμα, έστω και ως ουτοπία. Μια πορεία (και μια πραγματικότητα), που ενώ διακρίνεται για την τραγικότητά της (ως ιστορία ή ως φάρσα) εν τούτοις δεν επιφέρει τον πανικό κι επομένως δεν αποζητά την Τέχνη ως καταφύγιο. Αντίθετα, ο ήπιος λόγος του συγγραφέα, η ψύχραιμη θέαση, η νηφάλια τοποθέτηση, η έγκαιρη και εις βάθος αποστασιοποίησή του απ’ όσα περίπλοκα και ταυτοχρόνως απλοϊκά ζει, σε μια κοινότητα όπου το θυμικό και το παρ-άλογο ορίζουν τις αυταπάτες και ωθούν τους πολίτες – πρωταγωνιστές – ήρωες σε απλουστεύσεις και μονομερείς εκτιμήσεις –η μικρομεσαία νομενκλατούρα του Μπρέγκα*2 για παράδειγμα- , τα κείμενα του Χ. παραπέμπουν περισσότερο σε μια ώριμη γραφή, παρά σε ένα έργο προϊόν πανικού. Με τον όρο «ώριμο» -μια και ο Χ. πεζογράφος της εν εξελίξει γενιάς του ’80 βρίσκεται ακριβώς στην εκκίνηση- εννοούμε περισσότερο μια πρόωρη ενηλικίωσή του, μέσω ενός αφηγηματικού μινιμαλισμού. μια απέριττη μορφικά τεχνική, που δεν αποτελεί τόσο κατάκτηση όσο ανάγκη άμυνάς του. Απλώς έτσι εκφράζεται στον Χ. ο «πανικός μπροστά στην πραγματικότητα». Με μια «ανεξίκακη ειρωνική διάθεση, δίχως να εξωραΐζει καταστάσεις κι ανθρώπους», όπως σημείωνε στην «ΕΠΟΧΗ» (10.5.1992) η Μάρη Θεοδοσοπούλου. Μια ρεαλιστική αναπαράσταση ενός κόσμου καθημερινού περισσότερο νικημένου παρά νικητή. Ένα παιχνίδι, όπως είναι άλλωστε και η Τέχνη, ένα στοχαστικό παιχνίδι γεμάτο υπαρξιακές αγωνίες και ερωτήματα. με τη σκέψη και τη γραφή ν’ αποτυπώνεται με άνεση στο χώρο και το χρόνο που επιμένει να κινείται και ταυτοχρόνως να μένει ακίνητος, να ακμάζει και να παρακμάζει, να αγωνιά, να λυπάται, να πέφτει αλλά και να καταφέρνει να σταθεί στα πόδια του, όπως ο άνθρωπος.
Χαρακτηριστικά τα τρία μικρά αποσπάσματα που ακολουθούν από τη συλλογή διηγημάτων «Το παλιό κτίριο»:
«Γεμίσανε τα ποτήρια με μαστίχα κι ο θείος ήπιε το δικό του μονορούφι. Έκανε ένα «ουχ!» και μύρισε το μανίκι απ’ το σακάκι του. Έπειτα μας εξήγησε: «Οι σκληροί πότες δεν παίρνουν μεζέ. Μυρίζουν μόνο τη λίγδα απ’ το μανίκι». Στο σημείο αυτό αλληλοκοιταχτήκαμε όλοι με νόημα. Η Ξένια είπε κάτι στα ρώσικα. Ο θείος ντράπηκε και βιάστηκε να επανορθώσει. «Γι’ αστείο το είπα». Έβγαλε αμήχανα το σακάκι του και σήκωσε τα μανίκια, κι αυτό ήταν άλλη μια γκάφα, αφού όλοι είδαμε τα τατουάζ στα χέρια. Στο δεξί ήταν άγκυρα με άστρο και σφυροδρέπανο –το σήμα του Κοκκινολάβαρου Πολεμικού Ναυτικού. Ενώ στ’ αριστερό υπήρχε μια εντελώς γυμνή γυναίκα, ένα σπαθί κι ένα φίδι…
Έτσι πέρασε το καλοκαίρι και το φθινόπωρο, και ήρθε ο χειμώνας, μα η σ. Πέπα δεν τον φοβότανε. Ο ντροπαλός γαμπρός είχε φέρει δύο κάρα παλιά τηλεγραφόξυλα. Τα έκοψε ψιλά ψιλά και αυτά όπως ήταν λαδωμένα κοκκίνιζαν στη σόμπα. Ο γέρος παζάρεψε τέσσερα κάρα εκλεκτά κάρβουνα, ενώ ο συνταγματάρχης εξασφάλισε ολόκληρο τενεκέ μαύρη μπογιά για τα παπούτσια.
Κάποτε πρέπει να εξεταστεί ο ρόλος των πολιτικών προσφύγων στη διακίνηση της τσίχλας στη Βουλγαρία. Αν και το επίσημο κράτος θεωρούσε το μάσημά της κάτι το κακό που συνδεόταν με τον ξενόφερτο τρόπο ζωής, ωστόσο υπήρχε τεράστιο ενδιαφέρον από το κοινό. Σε πανηγύρια, λούνα παρκ και σκοπευτήρια, εκατοντάδες ανώνυμοι λαθρέμποροι πουλούσαν τσίχλα κρυφά. Η σεμνή ντόπια παραγωγή χαλνούσε γρήγορα. Έτσι, έμεινε ελεύθερος μεγάλος χώρος για τους δραστήριους και τους τολμηρούς. Εδώ τη δύσκολη δουλειά την αναλάμβαναν κάποιοι καπάτσοι πολιτικοί πρόσφυγες απ’ την Ελλάδα. Έτσι έφτανε στην αγορά η περίφημη μαστίχα Χίου, όπως και οι τσίχλες με γεύση φρούτων, μέντας κλπ. Πουλούσαν κι άλλα είδη, ξυραφάκια Astor, πολύχρωμα στυλό, νάιλον κάλτσες, οι οποίες ήταν συσκευασμένες τρεις – τρεις στο κουτί κι οι ασυνείδητοι λαθρέμποροι βγάζαν την επιπλέον κάλτσα για να κάνουν καινούργια ζευγάρια. Φέρναν ακόμα τζην, γυναικεία κυλοτάκια και προφυλακτικά. Δυστυχώς στην παραγωγή των τελευταίων η σοσιαλιστική βιομηχανία υστερούσε».
Οι ήρωες του Χ., άλλοτε ανώνυμοι, στο περιθώριο διακριτικά –κάποτε κι αμήχανοι, κι άλλοτε επώνυμοι που συνεχίζουν να ιστορούν και να ιστορούνται από σελίδα σε σελίδα, με μια εξέλιξη στο χρόνο –ως συνέχεια και στα οράματα- ως διάψευση, μου φέρνουν στο νου το στίχο του Ουίλιαμ Γέητς: «όλοι τους σέρνονται. Βήχουν μελάνι», αλλά και το μυθιστόρημα του Κάρλο Φουέντες «Τα χρόνια με τη Λάουρα Δίας», με τις αναφορές του στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της ιστορίας, της κάθε ιστορίας, αδιάφορο αν πρόκειται για το Μεξικό και την αριστερά με τον Τρότσκυ, τον Ριβέιρα και την Κάλο, την Ελλάδα με τον Παπαδόπουλο και τον Πατακό, ή τη Βουλγαρία με το πορτρέτο του στοργικού «πατερούλη» Στάλιν να χαμογελάει στον τοίχο του κουρείου «Η Κόκκινη αυγή», κάτω από την επιγραφή: «Το μπαξίσι είναι ταπεινωτικό για όλους».
Αργότερα με τον επαναπατρισμό στην Ελλάδα «Η Κόκκινη αυγή» θα εξελισσόταν σε «Αυγούλα», τα πορτρέτα των μελών του πολιτικού γραφείου του ΚΚΒ θα παραχωρούσαν τη θέση τους σε μανεκέν με μοντέρνες κουπ, ο νεαρός επαναστάτης Ιωσήφ θα εμφανιζόταν απ’ τον συνταξιούχο αιτησιογράφο ως «Θύμα του Συμμοριτοπόλεμου», -Μην τα ψάχνεις παιδί μου! Άμα θες να κάνεις τη δουλειά σου, ασ’ το όπως το έγραψα, του είπε ο γραφιάς, ενώ ο άλλοτε νεαρός λοχαγός Βασίλ (που είχε ήδη αποσυρθεί ή μεταλλαχθεί προς χάριν του συντρόφου Βασιλάκη), αντικαθιστώντας, ενδεχομένως κι επώδυνα, τον Μαγιακόφσκι και το «Ποίημα για το σοβιετικό διαβατήριο» με το σαράβαλο ραδιογραμμόφωνο Ουράλ, δε δυσκολεύτηκε να αιτιολογήσει ακόμα και την πολιτική μεταστροφή του, σχηματοποιώντας καίρια τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, αλλά και τα αίτια της υλιστικής –για να θυμηθούμε και τον Μαρξ- ατομοκεντρικής εποχής μας: «Να ‘ναι καλά η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που έδωσε στο παιδί μου δουλειά και πήρε από τις λαϊκές δημοκρατίες τις συντάξεις μας και τώρα ζούμε σαν πασάδες», βιάστηκε ν’ αφήσει ξεχασμένες (και προδομένες ίσως), αλλά ανυπόληπτες τις ιδεολογίες, τις συντροφικότητες, τα οράματα για συλλογικές κατακτήσεις, «τις βάσεις της πανανθρώπινης ευτυχίας, που θα ‘βαζαν βέβαια μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα».
Η Νεότερη Ιστορία του Αφανάσιεφ, το πορτρέτο του Ροβεσπιέρου στην Ποντολεμονιά, η γραμματέας της Κομσομόλ Ρούζα, τα γεγονότα του ’68 στο χωριό Μπελογιάννης της Ουγγαρίας, οι μικροί πιονέροι στο Μαυσωλείο του Δημητρόφ (που απόμεινε με τα γκράφιτις και το κενό του), τα λουλούδια στο άδειο βάζο από κομπόστα, «τα μαύρα κοράκια» και το «Bandiera rossa la triumfera» στην κουζίνα της σ. Πέπας, η ελλιπής κομματική αυτομόρφωση του Σωτηράκη που αντί να μελετάει τα υλικά των διαφόρων συνεδρίων και ολομελειών προτιμούσε να τσιλιμπουρδίζει με την πωλήτρια απ’ το ψαράδικο.. το θεωρείο του κινηματογράφου «κουλτούρα», μοναδικό στέκι των ομοφυλόφιλων της Σόφιας, οι εκκαθαρίσεις στους κόλπους του κόμματος, ο Λένιν και η παλαμίδα, ο «ψυχολόγος μαζών» όπως ήταν η ειδικότητα του Ιωσήφ απ’ τη Σχολή Συνδικάτων –για να διοριστεί τελικά τραυματιοφορέας σε ένα απ’ τα μεγάλα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης, οι γύφτοι μεταφορείς που προτίμησαν μερικές σακούλες για την ηλεκτρική σκούπα από το ηρωικό Ουράλ –δώρο της Κεντρικής Επιτροπής, συνθέτουν το πλούσιο παζλ μιας φρέσκιας γραφής που καταφέρνει να κινείται με αξιοπρέπεια και σοβαρότητα όχι απλώς στο περιγραφικό στάδιο αλλά και βαθύτερα στην αποτύπωση- έστω και με διακριτικό τρόπο- της ιστορίας και των συνθηκών ζωής των πολιτικών προσφύγων στη Βουλγαρία. Με τον κύκλο να κλείνει και την οδό Γκεόργκι Δημητρόφ να ξαναγίνεται Μαρία Λουΐζα, την πλατεία Λένιν και πάλι Αγία Κυριακή, το Λένινγκραντ Αγία Πετρούπολη κι ο σύντροφος, κύριος. Μια εποχή που όσο κι αν μοιάζει μακρινή παραμένει ενεστώσα, ανοιχτή πολιτικά – ιστορικά – κοινωνικά – λογοτεχνικά, όπως άλλωστε προσπαθήσαμε να δείξουμε και στην προηγούμενη εισήγησή μας για έναν άλλο τόπο πολιτικών προσφύγων, τη Μόσχα, με αφορμή το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Η διαφορά του Χαρτοματσίδη –πέραν της ηλικίας και των αυτονόητα κατασταλαγμένων γνώσεων κι εμπειριών του Αλεξανδρόπουλου- είναι πως, για την ώρα, περιορίζεται (και σωστά) περισσότερο στην αποτύπωση – αποδελτίωση των συνθηκών ζωής στη Βουλγαρία και λιγότερο στην διατύπωση θέσεων, απόψεων, συμπερασμάτων. Ο Χ. διστάζει τις εύκολες κρίσεις, τη σαφή τοποθέτηση, αφήνοντας μεγάλα περιθώρια στον αναγνώστη. Το έργο του πάντως, και στο σημείο αυτό μπορούμε να επιχειρήσουμε κάποια σύγκριση ως προς το λεπτό ειρωνικό ύφος με τους σύγχρονους του Δ. Πετσετίδη και Ν. Βασιλειάδη, αφορά την κοινότητα, τον άνθρωπο δηλαδή μέσα στην κοινωνία, ακόμα και όταν σκιαγραφεί ή καυτηριάζει ατομικές πράξεις, αντιφάσεις ή παραλείψεις. Βρίσκεται μακριά από την πεζογραφία του ατομικού ή ιδιωτικού οράματος, την πεζογραφία του life ή μάλλον του light style (όπως την ονόμασε εύστοχα ο Μπουκάλας), τις περιγραφές του προσωπικού κενού (όχι ως αδιέξοδο, αλλά ως πόζα συγγραφική). Εν ολίγοις τα δύο μυθιστορήματα*3 και τα διηγήματα*4 του Χ. παραμένουν στον αντίποδα της «κριτικής των αστερίσκων», εν είδη «Αθηνοράματος», ή της «κριτικής της λίστας», με καταλόγους πρώτων πωλήσεων που αναγορεύουν το εμπορικό (ουσία ή κατευθυνόμενα εμπορικό), σε έργο τέχνης. Αλλά οι πωλήσεις αφορούν πρωτίστως την εφορία, ενδεχομένως και την κοινωνιολογία (για την αποτίμηση και αποτύπωση της εποχής μας) . πολύ λιγότερο ή και καθόλου, τη λογοτεχνική κριτική. Στο εξής δε θα χρειάζεται να διαβάζουμε βιβλία, θα μας αρκούν τα οπισθόφυλλα. δε θα σκύβουμε σε θεατρικές ή κινηματογραφικές κριτικές –και είχαμε (και διαθέτουμε) πολλούς άξιους του είδους- θα μετράμε απλώς αστεράκια.
Οι σχέσεις της πεζογραφίας με την ελληνική πραγματικότητα απασχολούν πάντα τους ανθρώπους των γραμμάτων, καθώς πέραν της λογοτεχνικής αποτυπώνεται και η κοινωνική μας εξέλιξη. Ιδιαίτερα μετά τη μεταπολίτευση η καλλιτεχνική παραγωγή κατάφερε να απαλλαγεί από τους δογματισμούς και τα διλήμματα του παρελθόντος, δημιουργώντας μέσα σε ένα κλίμα ελεύθερο για πειραματισμούς, αναζητήσεις και «παντρέματα» του αφηγηματικού με το δοκιμιακό ή και τον ποιητικό λόγο, όπως σημείωνε ο Κ. Κουλουφάκος. Έτοιμη να απαγκιστρωθεί από την προσκόλλησή της στο γαλλικό μοντέλο, αναζητώντας τη διαφαινόμενη τότε φρεσκάδα του αμερικανικού πειράματος, πίστεψε και ελπίσαμε να διαμορφώσει το δικό της στίγμα, καθώς μάλιστα και οι συγκυρίες, οικονομικές, εκδοτικές, πολιτικές, έμοιαζαν πρόσφορες. Παρότι δεν μπορεί να γίνει λόγος για μια νέα εποχή στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, όπως άλλωστε υποδηλώνουν και οι χρησιμοποιημένοι όροι με τα συνδετικά «νέο», ή «μετά» που παραπέμπουν άμεσα σε ρεύματα και κινήματα που προϋπήρξαν, όπως «νεορεαλισμός», «νεονατουραλισμός», «μεταϋπερρεαλισμός», «μεταμοντέρνο», εν τούτοις έστω και με δυσκολία παρατηρούνται αξιόλογες προσπάθειες, στις οποίες ανήκουν και τα έργα του Χ.
Δεν είναι στις προθέσεις μας να αποτιμήσουμε συνολικά την εκδοτική δραστηριότητα των τελευταίων ετών. Φαίνεται όμως πως η λειτουργία των νόμων της αγοράς δεν αποτελεί ασφαλή οδηγό επιτυχίας, τουλάχιστον για την τέχνη. Η κατά παραγγελίαν παραγωγή δημιουργεί αναπόφευκτα υπερπροσφορά που σύμφωνα με τους νόμους της οικονομίας πρέπει να επιτύχει την ανάλογη ζήτηση. Το στοίχημα, επομένως, βρίσκεται στα χέρια ή μάλλον στα κριτήρια επιλογής, στο επίπεδο των αγοραστών – αναγνωστών και στις αυξημένες απαιτήσεις τους.
Με αφορμή τη μελέτη του για τον πεζογράφο Περικλή Σφυρίδη (Η πεζογραφία του Περικλή Σφυρίδη, Μπιλιέτο 2000) ο Αλέξης Ζήρας διατύπωνε ένα ερώτημα – θέση σχετικά με τα αίτια συγγραφής ενός βιβλίου, που νομίζουμε πως ισχύει και στην περίπτωση Χαρτοματσίδη, τον οποίο άλλωστε μνημονεύει ο Ζήρας: … είναι απλώς η νοσταλγία των παιδικών και εφηβικών παραδείσων που επιστρέφουν εξιδανικευμένοι μέσω της μνήμης ή μήπως η απολύτως προσωπική και μάλλον οντολογική αναζήτηση ενός βαθύτερου δεσμού με κοινωνίες ανθρώπων και με περιβάλλοντα όπου δεν έχει απλωθεί σε μεγάλο βαθμό η σήψη της «πολιτισμένης» ζωής μας;
Αντί άλλης απάντησης στο μάλλον ρητορικό ερώτημα του Ζήρα, ας επανέλθουμε στην εμμονή μας για την ανάγκη κατάκτησης της γνώσης και την υπεροχή της στη σύγχρονη πραγματικότητα, κλείνοντας με ένα απόσπασμα από την «Καλλιόπη» του Χ., με την οποία και ξεκινήσαμε την εισήγησή μας: «Υπήρχαν όμως κι άλλοι που έβλεπαν την υπόθεση (των στρατιωτικών αφοδευτηρίων) με κάποιο ιδεαλισμό. Με τον τόμο του Ντοστογιέφσκι στην τσάντα, πήγαιναν να θυσιαστούν εθελοντικά. Με γαλήνιο βλέμμα, επιδιώκουν την αυτοταπείνωση. Ο κόσμος των ιδεών έπρεπε να καταπολεμήσει το βόλεμα της σάρκας! Το πνεύμα αναβαπτιζόταν μέσα από τον βούρκο της ύλης! Μέχρι κι ο λοχίας θαύμαζε την αυταπάρνησή τους, αν και τους θεωρούσε ηλίθιους, από τους “χρήσιμους ηλίθιους” δηλαδή.»
——————————————————————
*1Βύρων Λεοντάρης «Ψυχοστασία»,
*2 Οι περιπέτειες του Μπρέγκα, μυθιστόρημα, «Πατάκης» 2001.
*3«Κιθαρίστας σε ταβέρνα», εκδόσεις Πατάκη 1996. Πρώτη δημοσίευση 1990 από τις εκδόσεις Χ.Γ. Δάνοβ, με τον τίτλο «Κι αυτός είμαι εγώ». Β΄ βραβείο στο διαγωνισμό μυθιστορήματος του Δήμου Φιλιππούπολης της Βουλγαρίας.
*4«Το παλιό κτίριο», Νεφέλη 1991. Και περιοδικά «Η λέξη», τεύχος 147, 159-160, 168, «Το Δέντρο», «Ιστός», «Μανδραγόρας», τεύχος 28, εφ. «Τα Νέα».
Αναστασία Χατζηνικολάου, φιλόλογος:
«Μπρέγκας: «Ένας ήρωας πλασμένος ν’ αντιμετωπίζει το πεπρωμένο, να συγκρούεται με ανεμόμυλους, ν’ αλλάζει τη ροή της ιστορίας…»»
Με περισσή τιμή δέχτηκα να συμβάλλω κι εγώ στην παρουσίαση του πιο πρόσφατου έργου του συμπολίτη μας Χρήστου Χαρτοματσίδη, και ως φιλόλογος, αλλά και ως αναγνώστρια, μέσα από μια ανάγνωση γραμματολογική και περιεχομένου.
Πρόκειται για μυθιστόρημα, με ρίζες στην κλασσική λογοτεχνία και προεκτάσεις στους σύγχρονους καιρούς, στην πιο πρόσφατη ιστορία μας, μια βόλτα στις σελίδες της ζωής πολλών ανθρώπων, στη ζωή που γεννήθηκε για να ’ρθει πίσω στη γενέτειρά της ως αντιδάνειο.
Πολύ πριν τον επαναπατρισμό, στο Δεκέμβρη μήνα κάποιου έτους της δεκαετίας του ΄50 και στις όχθες του ποταμού Τούντζα, τοποθετείται η αρχή της ιστορίας.
Ξεκινά έτσι ένα ταξίδι, ένα ιστορικό μυθιστόρημα με ρεαλιστική, περιπαικτική και χιουμοριστική χροιά, όπου ο ιστορικός χρόνος συμπορεύεται με τον αφηγηματικό, με το συγγραφέα όμως να κρατάει τα γκέμια, σπεύδοντας να ενημερώσει τον αναγνώστη και να διαφυλάξει τους ήρωές του. Με ποικίλες αναδρομές δικαιολογεί πράξεις και αποφάσεις στηρίζοντάς τες σ’ ένα οικογενειακό και ιστορικό υπόβαθρο και ξορκίζει κάθε πιθανή παρέκκλιση από τις βασικές γραμμές με εύστοχες προλήψεις.
Διαβάζοντας το μυθιστόρημα ειλικρινά δεν ξέρεις πού να πρωτοαφιερώσεις την προσοχή σου: στις σπαρταριστές περιπέτειες του ήρωα Ιωσήφ Μπρέγκα ή στην ενδιαφέρουσα δομή του έργου. Ευτυχώς, η πολυδιάστατη προσωπικότητα του ήρωα, τα ευτράπελα καμώματά του και η ανεπιτήδευτη αφήγηση αποζημιώνουν τον αναγνώστη και δίνουν στο παραπάνω δίλημμα τη λύση της ευχάριστης ανάγνωσης, που ανασκαλεύει αναμνήσεις, τις οποίες μπορεί εμείς οι νεότεροι να τις δανειστήκαμε από μια πρόσφατη και συχνά ελλιπή ιστορική και λογοτεχνική καταγραφή, ωστόσο διεγείρουν το συναίσθημα κι εγείρουν το νου. Αυτό είναι άλλωστε και το ζητούμενο.
«Όλα τα πρόσωπα και οι καταστάσεις σε αυτό το βιβλίο είναι φανταστικά. Ή, όπως θα έλεγε ο ήρωάς μας, ο Μπρέγκας: «Σιγά μην ήταν κι αληθινά!». Είναι τα λόγια του συγγραφέα στην πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου. Τα μόνα αναγνωρίσιμα στοιχεία είναι ο χρόνος, όπως προαναφέρθηκε, και ο τόπος καταφυγής των πολιτικών προσφύγων, η Βουλγαρία, η Ρωσία και η Ανατολική Ευρώπη γενικότερα. Ένας εξωδιηγητικός, παντογνώστης αφηγητής γίνεται αμέσως εκφραστής του ήρωά του και τον βάζει να προοικονομεί ο ίδιος τον αφηγηματικό τρόπο μιας κάποιας πλαστοπροσωπίας. Μιλάμε σε αυτό το σημείο για πλαστοπροσωπία, γιατί ο αφηγητής, σε τρίτο πρόσωπο πάντα, μοιάζει να υπερασπίζεται τόσο πολύ τους ήρωές του λες και είναι ο πιο καλός φίλος τους, συνοδοιπόρος στο καλό και στο κακό, κοινωνός των εμπειριών τους ή απλά μια φωνή διαμαρτυρίας που εκούσια υπερβάλλει, χωρίς όμως να υπερθεματίζει και να εξωραϊζει καταστάσεις.
Η αφήγηση ξεδιπλώνεται έτσι από μέσα προς τα έξω, από τον ήρωα στον αφηγητή και από εκεί στον αναγνώστη. «Ο ήρωάς μας ποτέ δεν θα έμπαινε στον κόπο να διαβάσει κάποιον πρόλογο», μας προειδοποιεί ο συγγραφέας καθιστώντας αμέσως τον Μπρέγκα κοινωνό της ανάγνωσης της ίδιας του της ζωής και παραχωρώντας του δικαίωμα στην κρίση της.
Του μυθιστορήματος, λοιπόν, προϋπάρχει ένας πρόλογος, παλιομοδίτικος για πολλούς, ευρηματικός για άλλους. Απαραίτητος, ωστόσο, για να εγκλιματιστεί ο αναγνώστης σε ένα εκτός συνόρων καθεστώς σοσιαλιστικό που εναγκαλίστηκε τους αριστερούς ηττημένους του Εμφυλίου κάνοντας πραγματικότητα τα εν Ελλάδι ματαιωμένα τους όνειρα. Στο τέλος του προλόγου, με τα λόγια και πάλι του ήρωά του, ο συγγραφέας δικαιολογεί την ανάγκη να γίνει η λογοτεχνία υπενθύμιση κι αποκατάσταση της ίδιας της ιστορίας, βαφτίζοντας την λογοτεχνική του μαρτυρία εχγειρίδιο στα χέρια των ιστορικών του μέλλοντος. Εξάλλου, ο ίδιος ο Μπρέγκας «είναι η πιθανή άλλη εκδοχή της σύγχρονής μας ιστορίας», σύμφωνα και πάλι με τον συγγραφέα.
Κι αρχίζει η ιστορία μιας ζωής, με τη σύζυγο του συντρόφου Βασιλάκη Μπρέγκα, τη συντρόφισσα Βούλα, επίτοκη στο μωρό, που διεκδικεί την πρωτιά στη νέα γυναικολογική κλινική της πόλης, με μοναδικό βασικό κριτήριο την ιδεολογία των γονιών του. Η γυναίκα τελικά τα καταφέρνει, αλλά το μωρό γεννιέται με εμβρυούλκηση και, συνεπώς, με μεγάλο κεφάλι, δυσανάλογο και περίεργο. Σε αυτό το σημείο το σύμβολο και το χιούμορ εισβάλλουν στη διήγηση και ξεκινά η ατομική περιπέτεια του ήρωα, η οποία γίνεται δείκτης του τοπικού, κοινωνικού αλλά και ιστορικού περιβάλλοντος.
Η ανάγνωση του μύθου γίνεται πλέον κοινωνιολογική, καταδεικτική μιας κοινωνίας, η οποία μέσα από συμβολισμούς, καλούς οιωνούς, ευνοϊκές συγκυρίες και γενναία δόση ρεαλιστικού, λαϊκότροπου χιούμορ συνηγορεί αρχικά σε ένα πράγμα: στην ευόδωση των προσπαθειών και περιπετειών του Ιωσήφ Σιδέρη Μπρέγκα.
Ευφυή συμβολισμό συνιστά τόσο η δυστοκία της συντρόφισσας Βούλας, παραπέμποντας σε μια γενικότερη δυστοκία της όλης κατάστασης, όσο και το ίδιο το ονοματεπώνυμο του βρέφους: το επίθετό του είναι κληροδότημα του παππού του, ηχοποίητο, θα λέγαμε, από την προσφώνηση «μπρε λεβέντ», όταν ακόμα ο παππούς του αιχμαλώτιζε επιτυχώς και με αρκετή δόση τύχης μια τίγρη.Το όνομά του, Ιωσήφ Σιδέρης, είναι το επιμελώς καμουφλαρισμένο ονοματεπώνυμο του εκλιπόντα αρχηγού Ιωσήφ Στάλιν, του Ατσαλένιου Αρχηγού. Εσκεμμένα βέβαια, το βρέφος δεν ονομάζεται Ατσαλένιος αλλά Σιδέρης, μια και το πρώτο θα ήταν μία κάποια ύβρις!
Από το πρώτο ώς το δέκατο κεφάλαιο, τραγούδια κι εμβατήρια οριοθετούν τη λήξη κάθε ενότητας, καθώς περιδιαβαίνουμε στα μονοπάτια των παιδικών χρόνων του ήρωα. Αυτά τα τραγούδια και τα εμβατήρια θα εμφανιστούν και πάλι στο τέλος του μυθιστορήματος, ως υλικό μιας συλλογής του ήρωα, στην προσπάθειά του να διασώσει κάτι από το παρελθόν. Η αφήγηση προχωρά λιτή κι ανεπιτήδευτη, διανθισμένη με σαρκασμό και ειρωνεία, ρεαλιστική. Συνδυάζεται με την περιγραφή καθαρά οριοθετημένων σκηνών και συμβάλλει έτσι σε αυτό που θα ονομάζαμε «σκηνική ανάπτυξη της δράσης». Αυτή ακριβώς η τεχνική διαφυλάσσει τον κεντρικό ήρωα από το να γίνει οικτρά κωμικός μέσα από τα καμώματά του. Παραμένει ρεαλιστικός σαν ρόλος κλασσικού θεατρικού έργου, αλλά και ένας υπερφυσικός καλοκάγαθος γίγαντας του παραμυθιού ή της μυθολογίας.
Η αφαιρετική τάση στη συγγραφική γλώσσα λειτουργεί προσθετικά, αναφορικά με την προσωπικότητα του ήρωα και του προσδίδει πλούτο συναισθημάτων και βάθος σκέψης, πεπερασμένο βέβαια, που η ανίχνευσή τους θα έλθει από τον αναγνώστη.
Αυτό είναι άλλο ένα προτέρημα του συγκεκριμένου μυθιστορήματος: δεν ηθικολογεί και δεν είναι διδακτικό. Αφήνει τα συμπεράσματα να γεννηθούν μέσα από την απολαυστική ανάγνωση αντί να τα εκβιάσει με την γνωστή πλέον μέθοδο της «εμβρυούλκησης»!
Ο Μπρέγκας μεγαλώνει με ρυθμούς γρήγορους κι αναλογίες γίγαντα. Πηγαίνει στην κατασκήνωση, στο σχολείο, τρώει κεφτέδες για πρωινό, ροχαλίζει στην τάξη, τραγουδά παράφωνα, χορεύει αδέξια.
Από την άλλη, παραβρίσκεται στο Φεστιβάλ Νεολαίας, πολεμά τη χούντα, υπηρετεί στο στρατό, αποφοιτά από τη Σχολή των Συνδικάτων, γνωρίζει τους Κνίτες και μέσα σε όλα αυτά ερωτεύεται. Η δική του οικογένεια, όμως, θα έρθει έξω από αυτόν τον έρωτα, και μετά τον επαναπατρισμό. Ο Μπρέγκας διαβάζει από μικρός, φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευφυής, με αυθόρμητη αλλά εύστοχη περιέργεια κι έτσι να διαμορφώνεται σε μια καλλιεργημένη προσωπικότητα. Ο Μπρέγκας δεν φαίνεται όμως να είναι ένας «κάλπικος» διανοούμενος. Μοιάζει με αληθινό ήρωα, θαρραλέος και ρομαντικό, από αυτούς που «είναι πλασμένοι ν’ αντιμετωπίζουν το πεπρωμένο, να συγκρούονται με ανεμόμυλους και ν’ αλλάζουν τη ροή της ιστορίας!…».
Ο ήρωας γεννιέται στην προσφυγιά και η ζωή του, όσο κι αν διαμορφώθηκε με νόστο δανεικό, συμπορεύεται ενεργά με τη σύγχρονη ιστορία των Βαλκανίων. Ο κύκλος κλείνει με την πτώση του ανατολικού μπλοκ, με τους συμβιβασμούς, οδυνηρούς και αναγκαίους. Με τον ήρωα να ταυτίζει, μετά από νοσταλγική περισυλλογή, τη ζωή του με το «Ταξίδι στα Κύθηρα» αναφωνώντας ότι «δεν μας θέλει πια ούτε το σοβιετικό καράβι μα ούτε και η στεριά». Με τις μνήμες να ζωντανεύουν στιγμές, μικρές και καθημερινές χαρές και βάσανα, που, όπως ο ίδιος έλεγε, «ίσως είναι η πραγματική ανθρώπινη ιστορία». Όπως θα λέγαμε εμείς, είναι η αειθαλής ιδιότητα της ιστορίας να μας διδάσκει μέσα από τα πάθη, τις κραυγές και τις σιωπές της διαμαρτυρίας, που φτάνουν μέχρι τους καιρούς μας, που μπορεί να μην είναι κραυγαλέα ηρωικοί, είναι ωστόσο από καλή πάστα κι έχουν για μαγιά έργα σαν τις «Περιπέτειες του Μπρέγκα». Καλή σας ανάγνωση.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

