«Παλιοτερα ερχοταν οι τουριστες και επαιρναν στραγαλι της Κομοτηνης»
Είναι 55 χρόνια στραγαλοποιός, ο κ. Μπουρχάν γνώριζε καλά τα μυστικά μιας παραγωγής που έδινε ξεχωριστό χρώμα στην Κομοτηνή και την έκανε δημοφιλή σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. «Στην αγορά που ήμουν εγώ, ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι στραγαλατζήδες. Ήμασταν περισσότεροι από δέκα στη σειρά, από το 54 και μετά», δηλώνει και σημειώνει για μια τέχνη, αυτή του στραγαλοποιού που «έσβησε»: «Τώρα δεν φτιάχνει κανείς τα στραγάλια, τα παράτησαν. Φέρνουν έτοιμα, τα παίρνουν από την Τουρκία».
Πόσα χρόνια κάνετε αυτή τη δουλειά;
Είμαι 55 χρόνια στραγαλοποιός. Έμαθα τη δουλειά από τον πατέρα μου. Ήταν στραγαλοποιός και εκείνος. Και ο παππούς μου αυτή τη δουλειά έκανε.
Ο παππούς, ο μπαμπάς, εσείς και τώρα ο γιος σας. Είστε ήδη στην 4η γενιά στραγαλοποιών…
Έτσι είναι. Συνεχίζουμε την παράδοση, αλλά διαφορετικά τώρα. Πολλά έχουν αλλάξει.
Γιατί τότε παρήγαγε τόσο πολύ στραγάλι η Κομοτηνή;
Τότε καλλιεργούσαν ρεβίθια και τα έπαιρναν ωμά. Και στα χωριά και μέσα στην πόλη, υπήρχε άφθονη παραγωγή από ρεβίθια. Μετά άρχισαν να καίγονται τα φυτά και δεν γινόταν. Σιγά – σιγά άρχισαν να καλλιεργούν ρεβίθια και σε άλλα χωριά, όπως ο Κάλχας, ο Ίμερος, η Μέση, αλλά η παραγωγή έφθινε. Αναζητήσαμε πρώτη ύλη στον Έβρο και μετά αρχίσαμε να εισάγουμε και από την Τουρκία.
Μα καλά, σε ολόκληρη Ελλάδα, δεν ήταν δυανατόν να βρει κανείς ρεβίθι;
Βρίσκαμε ρεβίθια, αλλά δεν γινόταν στραγάλια, ήταν πολύ ψιλά. Στην αρχή τα ψήναμε δύο φορές, μετά τα αφήναμε να κρυώσουν. Την άλλη μέρα τα μαζεύαμε πάλι και γινόταν η ίδια διαδικασία. Γεμίζαμε τα τσουβάλια και τα αφήναμε. Την 3η φορά, πριν τα ψήσουμε πάλι, από βραδύς, με λίγο νερό τα μουσκεύαμε για να μαλακώσουν. Έτσι, γινόταν το στραγάλι, το αφήναμε μετά στο κοφίνι και από εκεί τα πουλούσαμε αφράτα – αφράτα.
Πόσοι ήταν οι στραγαλοποιοί συνάδελφοί σας στην ίδια οδό, όπου είχατε εσείς το μαγαζί σας;
Στην αγορά που ήμουν εγώ, ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι στραγαλατζήδες. Ήμασταν περισσότεροι από δέκα στη σειρά, από το ‘54 και μετά.
Τώρα;
Τώρα δεν φτιάχνει κανείς, τα παράτησαν. Φέρνουν έτοιμα, τα παίρνουν από την Τουρκία. Αυτά που πουλάμε τώρα είναι από την Τουρκία, εμείς τα παίρνουμε από τον κ. Καραχιουλάκη, αυτός τα επεξεργάζεται εκ νέου, τα ψήνει και είναι πιο αφράτα.
Παίρνουν λίγο άρωμα Κομοτηνής σαν να λέμε. Αγοράζει ο κόσμος;
Αγοράζει, αλλά όχι τόσο, όσο παλιά. Παλιότερα ερχόταν οι τουρίστες από την Θεσσαλονίκη, την Αθήνα και έπαιρναν στραγάλι της Κομοτηνής. Ήταν πολύ καλό ποιοτικά.
Δεν θα μπορούσε να ξαναζήσει η παραγωγή μέρες, όπως αυτές του παρελθόντος;
Δεν νομίζω τώρα να ασχοληθεί κάποιος με το στραγάλι. Κάθε ρεβίθι δεν γίνεται στραγάλι. Άλλο για ψήσιμο, άλλο για βράσιμο. Υπήρχαν τα άσπρα για βράσιμο, όταν τα έβαζες σε ένα νερό, έβραζαν. Ενώ αυτά που επεξεργαζόμασταν εμείς, αυτά που δουλεύαμε, δεν ήθελαν βράσιμο.
Είχε και πολλά καφεκοπτεία τα χρόνια εκείνα;
Δεν είχε πολλά καφεκοπτεία. Τότε ήταν ο Κέκκερης, ο Τσολάκης και ο Στέλιος Δεληγιάννης. Μετά άνοιξαν κι άλλα. Εγώ μιλάω από το ‘55 μέχρι ‘60 και θυμάμαι μόνο αυτούς τους τρεις καφεκόπτες.
Άλλαξε η αγορά;
Άλλαξε πολύ.
Σας αρέσει έτσι όπως είναι τώρα κ. Μπουρχάν;
Η αγορά και τώρα μ΄ αρέσει, αλλά δουλειά δεν έχει ο κόσμος. Τότε δεν είχε πολλά έξοδα. Τώρα, τα λειτουργικά έξοδα είναι πολλά, τα έξοδα του σπιτιού επίσης. Πριν πενήντα χρόνια ήταν ελάχιστα αυτά που πλήρωνες. Τότε για να καταλάβεις, δεν είχε κανείς αυτοκίνητο.
Μεταξύ σας είχατε καλές σχέσεις οι επαγγελματίες της αγοράς;
Πάντα είχαμε καλές σχέσεις. Και τώρα έχουμε πολύ καλές σχέσεις. Η Ερμού είναι όμορφο σημείο, την αγαπάμε την αγορά. Από το ‘57 – ‘58 που τελείωσα το Δημοτικό Σχολείο είμαι στο μαγαζί μου στην Ερμού. Βοηθάω τώρα το γιο μου. Τα δικά μας χρόνια πέρασαν, αλλά πώς να ξεκόψεις από την αγορά; Δεν μπορείς.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
