«Παλευοντας με το πιανο η το χαρτι ξεπερνω τα ορια μου»

Μια άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Θάνου Μικρούτσικου δημιοσιεύει σήμερα ο «ΠτΘ». Με αφορμή την παρουσία του συνθέτη στην Ξάνθη όπου με τους Γιάννη Κούτρα, Χρήστο Θηβαίο και Ρίτα Αντωνοπούλου θα πραγματοποιήσει συναυλία στις εννέα το βράδυ στα θερινά σινεμά «ΟΛΥΜΠΙΑ» μίλησε στην εκπομπή του Δάμωνα Δαμιανού «Αιχμή του Δόρατος» του Ράδιο Παρατηρητής για το ελληνικό τραγούδι σήμερα, για το ρόλο της ιδιωτικής τηλεόρασης αλλά και για την μελοποιημένη ποίηση…

ΠτΘ: κ. Μικρούτσικε, με το πέρασμα των χρόνων είστε όλο και περισσότερο δημιουργικός, διατηρώντας και το σφρίγος και την ζωντάνια και την νεανικότητα ενός ανθρώπου που μόλις τώρα ξεκινά. Πώς το καταφέρνετε;
Θ.Μ.:
Με πολύ δουλειά και με στόχους οι οποίοι είναι ουσιαστικοί. Κάποτε ένας συνάδελφός σας με ρώτησε ποιος είναι ο στόχος μου, αφού ακόμη εξακολουθώ να γράφω, κάνοντας μια αντίστοιχη παρατήρηση με την δική σας. Του είπα ότι στόχος μου είναι κάθε φορά παλεύοντας με το πιάνο ή με το χαρτί να ξεπερνώ τις διαγεγραμμένες μου δυνατότητες δηλαδή τα όριά μου, γιατί έχω την εντύπωση χωρίς να κάνουμε φιλοσοφία της δεκάρας ότι στόχος αυτής της περιπέτειας είναι μόνο αυτός. Ήρθαμε σε ένα κόσμο γεμάτο βαρβαρότητα, γεμάτο προβλήματα, τα έχουμε βάλει με τη φύση, για αυτό κάθε φορά, και δεν εννοώ κάθε μέρα και κάθε δευτερόλεπτο, πρέπει να θέτεις όρια. Αυτή είναι η τύχη της ανθρωπότητας και αν το εξατομικεύσουμε αυτή είναι και η περιπέτεια του κάθε ατόμου.

ΠτΘ: Ένας στόχος εξαιρετικά επίπονος για δημιουργό, ο οποίος ταυτόχρονα εκτίθεται καθημερινά με το κοινό του…
Θ.Μ.:
Βεβαίως και αυτό είναι το παιχνίδι που έχω αποδεχτεί εδώ και σαράντα χρόνια που ξεκίνησα, ίσως στην αρχή όχι τόσο συνειδητά, αλλά από κάποια στιγμή πολύ συνειδητά. Ένα από τα λίγα στοιχεία του καπιταλισμού που είναι σωστά, είναι το «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο». Υπ’ αυτή την έννοια δεν θα εγκαλέσω ποτέ αν κάποια κυρία, που την βλέπω στο απέναντι μπαλκόνι να ξεσκονίζει, γιατί δεν της αρέσει ένα τραγούδι μου αλλά ενδεχομένως να εγκαλέσω εσάς εάν αντιμετωπίσετε την δουλειά μου και την δουλειά κάθε καλλιτέχνη επιπόλαια, αφού η δουλειά σας είναι να είστε μεταπράτες ιδεών, δηλαδή ο άνθρωπος που μεταφέρετε στο κοινό την δουλειά κάποιων ανθρώπων. Εσείς οφείλετε από το βράδυ έως το πρωί να μελετάτε και να λειτουργείτε όχι δήθεν με ένα υποκειμενικό γούστο αλλά να αντικειμενοποιήσετε την αισθητική σας

Στόχος της ιδιωτικής τηλεόρασης η εμπέδωση του κιτς και της ευτέλειας

ΠτΘ: Αυτή η αισθητική που διαχέεται από την τεράστια πλειονότητα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και ιδιαίτερα των καναλιών είναι μια αισθητική που όσο κι αν αντικειμενοποιείτε και όσο κι αν μεταφέρεται από αυτούς που την μεταφέρουν είναι μια αισθητική του κιτς, της ευτέλειας…
Θ.Μ.:
Αυτή τη στιγμή κρούετε ανοικτές θύρες σε ό,τι με αφορά, γιατί αυτό το λέω πάνω από δεκαπέντε χρόνια ίσως είκοσι, όσο υπάρχει ιδιωτική τηλεόραση. Η προβαλλομένη είναι η αισθητική του κιτς, και υπάρχει λόγος για να είναι αυτή, γιατί ο ρόλος της ιδιωτικής τηλεόρασης στην συντριπτική της πλειοψηφία είναι να βοηθήσει στην εμπέδωση αυτής της κατάστασης ενός συγκεκριμένου συστήματος. Αυτό δεν εμπεδώνεται με το «Σταυρό του Νότου», ούτε με το «Άξιον Εστί» ούτε με τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Μάνου Χατζιδάκι. Εμπεδώνεται με πράγματα που λειτουργούν ως υπερκαταναλωτικά και ως αποδοχή ενός συγκεκριμένου συστήματος ευτέλειας.

ΠτΘ: Έχετε δει όλα αυτά τα χρόνια λειτουργίας της ιδιωτικής τηλεόρασης αλλαγές για τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και λειτουργεί ο Έλληνας;
Θ.Μ.:
Αλλαγές προς το χειρότερο δεν μπορεί να μην έχουν συμβεί με την ιδιωτική τηλεόραση υπό την έννοια ότι όταν βομβαρδίζεις με ένα συγκεκριμένο προϊόν ευτελές ένα κοινό αναμφισβήτητα μπορεί να του αλλάξεις τα βαθύτατα πιστεύω του, αν τα έχει, εκείνο όμως που θα κάνεις είναι ότι θα το φθείρεις και ότι θα του δημιουργήσεις ψεύτικες ανάγκες και συνήθειες χαμηλού επιπέδου. Και αυτό έχει γίνει. Από την άλλη θα επιστρέψω στο τραγούδι το δικό μας τραγούδι που ξεκίνησε με τον Τσιτσάνη, τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη και φθάνει μέχρι τους σημερινούς εικοσάρηδες και εικοσιπεντάρηδες συναδέλφους, αυτούς δηλαδή που βγήκαν την τελευταία δεκαετία, είναι τόσο ισχυρό, έχει τόσο βαθιές ρίζες, αφορά τόσο την κουλτούρα και επομένως έχει ήδη μπει στο DNA που οποιοδήποτε άλλο αν ήταν στη θέση του θα είχε ξεριζωθεί από τις συνειδήσεις με είκοσι χρόνια απουσίας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ακούσατε ποτέ τον Πάνο και Χάρη Κατσιχίγα στον κ. Τριανταφυλλόπουλο ή στον κ. Χατζηνικολάου; Ποτέ, όπως είδατε τους Ρέμους, τις Βίσσες, και όλους αυτούς, και δεν είναι μόνο αυτοί που είπα, είναι τα πρωινάδικα είναι τα μεσημεριανάδικα είναι τα νυχτερινάδικα. Παρόλα αυτά αν στην Κομοτηνή έρθει ο Πάνος και ο Χάρης το κοινό τους θα είναι τετραπλάσιο από αυτό που θα πάει να δει τον Ρέμο αν έρθει.

«Ο Σταυρός του Νότου» περνά από γενιά σε γενιά ως σημερινό έργο

ΠτΘ: Τι ηλικίες είχατε στον «Σταυρό του Νότου» το χειμώνα;
Θ.Μ.:
Οι δικές μου ηλικίες έχουν μια περίεργη ισορροπία…

ΠτΘ: Μήπως είναι ηλικίες της γενιάς της μεταπολίτευσης;
Θ.Μ.:
Αυτό είναι ένα θέμα και να το εντάξετε στον πρόλογό σας σε όλα αυτά που είπατε περί ζωντάνιας μου. Είναι πολύ νέο κοινό που λειτουργεί με φανατικό τρόπο. Βεβαίως υπάρχει και η γενιά της μεταπολίτευσης και η επόμενη ενδιάμεση γενιά, για να λέμε την αλήθεια, οι εξηντάρηδες, οι σαραντάρηδες και οι εικοσάρηδες αλλά αυτοί με πολύ δυναμικό τρόπο. Πρέπει να σας πω ότι διαβλέπω και τέταρτη γενιά υπό την έννοια ότι κάποιοι φέρνουν παιδιά έξι, οκτώ, δέκα ετών ακόμη και σε μουσικές σκηνές. Δεν μιλώ για μια τεράστια κλίμακα αλλά σε πέντε έξι χρόνια αν είμαστε καλά θα δούμε και ακόμα πιο νέους.

ΠτΘ: Τι είναι αυτό που κάνει το «Σταυρό του Νότου» να διατηρείται φρέσκος και ταυτόχρονα να περνά από γενιά σε γενιά;
Θ.Μ.:
Θα κάνω μια παρατήρηση επ’ αυτού και θα ήθελα να μην την πάρει κανείς ως αξιολογική. Ίσως είναι το μοναδικό έργο από τη μεταπολίτευση έως και σήμερα, -δεν είναι το μοναδικό διαχρονικό έργο, υπάρχουν σπουδαία έργα και άλλων συναδέλφων, -αλλά είναι και διαχρονικό και ζωντανό και περνά από γενιά σε γενιά ως σημερινό. Αυτό γίνεται για δύο λόγους. Ο ένας αφορά στην μουσική και ο άλλος στους στίχους του Καββαδία. Θα ξεκινήσω από την μουσική και θα τονίσω ότι είναι το μοναδικό έργο μου, και νομίζω ότι είναι το μοναδικό έργο στο ελληνικό τραγούδι, πού εξελίσσεται μουσικά, μερικοί έχουν πέσει στην παγίδα παρουσιάζοντάς το με διαφορετικό τρόπο, ότι τα ενορχηστρώνω διαφορετικά. Αν δείτε το υλικό ακόμη και στις δισκογραφικές καταγραφές από τη μία εκδήλωση στην άλλη τα τραγούδια δεν είναι διαφορετικά ενορχηστρωμένα αλλά σε κάποια αλλάζει η μελωδία τους διατηρώντας τον αρχικό πυρήνα, σαφώς σε κάποια έχει αλλάξει ο αρμονικός σκελετός, οπωσδήποτε δε σε όλα έχει αλλάξει ο ρυθμικός σκελετός και μεταλλάσσεται. Οπωσδήποτε υπάρχουν ελεγχόμενο αυτοσχεδιασμοί. Είναι δηλαδή κάτι μυστήριο που με αβίαστο και μουσικό τρόπο υπάρχει μια μουσική εν εξελίξει και αυτό ακριβώς είναι το ένα στοιχείο πού αφορά στη νέα γενιά να βλέπει το έργο με ενδιαφέρον και όχι με μουσειακό τρόπο.

Από το 1993 έως και το 1975 υπήρξε παρανόηση του έργου του Καββαδία

ΠτΘ: Αυτό γίνεται γιατί εσείς εντρυφείτε κάθε χρόνο περισσότερο σε αυτό;
Θ.Μ.:
Στην αρχή βγήκε αβίαστα και στη συνέχεια συνειδητοποίησα ότι υπάρχει σε αυτό μια περίεργη κατάσταση ένα έργο να είναι εν εξελίξει. Στην αρχή έλεγα να το παίξω λίγο περισσότερο ρυθμικά και ξαφνικά διαπίστωσα αυτό το πράγμα, και αυτό είναι που κάνει από μουσική άποψη το κοινό να θεωρεί κάθε φορά το έργο ζωντανό και καινούργιο και να μην το ακούει με μουσειακό τρόπο.

 

Το δεύτερο στοιχείο αφορά στην ποίηση του Καββαδία. Υπήρξε μια μεγάλη παρανόηση σε σχέση με τον Καββαδία από το 1933 που εξέδωσε την ποιητική συλλογή Μαραμπού μέχρι το 1975 που πέθανε, όπου οι περισσότεροι από τους φιλολογικούς κριτικούς είχαν θεωρήσει ότι η ποίηση του Καββαδία αφορά στην θάλασσα και τους ναυτικούς, άλλοι μάλιστα είχαν προχωρήσει πιο κακεντρεχώς λέγοντας ότι αυτό κάνει και ταυτοχρόνως χρησιμοποιεί και ρίμα και είναι στιχοπλόκος από αυτούς που βλέπουμε, του ημερολογίου. Οι άλλοι που τον θεωρούσαν καλό ποιητή τον θεωρούσαν ελάσσων ποιητή μια και η θεματολογία του λειτουργεί με αυτό τον τρόπο. Αυτό το πράγμα που μείωνε την δραστικότητα της ποίησης του Καββαδία ήταν απολύτως λάθος, γιατί δεν είχαν καταλάβει επί σαράντα χρόνια ουδείς από την φιλολογία, και το τονίζω αυτό τουλάχιστον από αυτούς που δημοσίευσαν, τι κάνει ο Καββαδίας, ο οποίος όχι ακριβώς ως πρόσχημα αλλά ως πεδίο έχει την θάλασσα και καλεί κάθε φορά την νέα γενιά,- για αυτό είναι και η Καββαδιομάνια με την κάθε φορά νέα γενιά,- και της λέει να κατακτήσει το αδύνατο, να σπάσει το τσόφλι, να ξεφύγει από την βαρβαρότητα που τον περιβάλλει. Το πώς θα το κάνει αυτό; Της λέει να χορέψει πάνω στο φτερό του καρχαρία, που είναι το πιο δύσκολο και πιο ανθεκτικό ζώο στον πλανήτη, γιατί αντέχει από την εποχή των δεινοσαύρων τετρακόσια εκατομμύρια χρόνια και είναι από τα ελάχιστα ζώα που δεν εξαφανίστηκαν. Είναι πολύ άγριο και μάλιστα ο λευκός θεωρείται το πιο άγριο ζώο του πλανήτη. Ο Καββαδίας λέει στην νεολαία να δαμάσει το πιο άγριο ζώο, να κατακτήσει το αδύνατο και να χορέψει στο φτερό του. Αυτό πιάνει κάθε φορά η νέα γενιά και τρελαίνεται. Δεν τρελαίνεται από την περιγραφή του ναύτη. Όποιος διεισδύσει στην ποίηση του Καββαδία θα καταλάβει ότι πρόκειται περί ενός μη νατουραλισμού, μη ρεαλισμού αλλά ενός εξπρεσιονισμού και ενός συμβολισμού και αυτό θα το καταλάβετε αν σας πω ότι αν εγώ δεν ήμουν μουσικός και ήμουν ζωγράφος και ζωγράφιζα την ποίησή του βεβαίως θα είχα τα καραβάκια, τους ναύτες με κανονικό τρόπο, τα πουλιά, τη θάλασσα αλλά ως προσεκτικός παρατηρητής ανάμεσα στους γλάρους και στα θαλασσοπούλια θα έβλεπα να πετάνε πέστροφες, λαυράκια και τσίπουρες.

Κυρίαρχο για μένα η παραγωγή έργου

ΠτΘ: Ο Μίκης Θεοδωράκης στην δεκαετία του εξήντα έβαλε μέσα στην καθημερινότητά μας τους ποιητές μελοποιώντας ποιήματά τους…
Θ.Μ.:
Μία παρατήρηση. Είχε προηγηθεί ο Μάνος Χατζιδάκις κάνοντας το Λόρκα το 1948 θα συμφωνήσω όμως μαζί σας γιατί ως κίνημα έγινε από τον Μίκη Θεοδωράκη, αλλά για να είμαστε δίκαιοι είχαν προηγηθεί οι μελοποιήσεις του Χατζιδάκι από το 1948 έως και το 1952 που είχε κάνει πολλά πράγματα

ΠτΘ: Πόσο στην εποχή μας πλέον οι ποιητές αξιοποιούνται από τους συνθέτες προκειμένου αυτό το νέο κύμα ποίησης που υπάρχει στην χώρα μας να γίνεται κτήμα όπως τότε της κοινωνίας;
Θ.Μ.:
Δεν πολυενθουσιάζομαι με την ιδέα ότι αυτός είναι ο ρόλος της μουσικής που προσωπικά πιστεύω ότι ο ρόλος της είναι να συνδεθεί με την ποίηση, για παράδειγμα στην περίπτωση αυτή και να φτιάξει έργα πολύ σημαντικά. Τώρα όσον αφορά στην δευτερεύουσα διαδικασία, ό,τι προκύπτει στις συνειδήσεις των ανθρώπων και η ανάγκη να γνωρίζουν ένα ποιητή ή να γίνεται πιο γνωστός είναι θετικό, αλλά δεν είναι το κύριο. Το κύριο για μένα είναι η παραγωγή του έργου.

ΠτΘ: Υπάρχει αυτή η παραγωγή;
Θ.Μ.:
Η κάθε γενιά και η κάθε εποχή παράγει τα δικά της προϊόντα. Από την άλλη αν πρόκειται να κατακρεουργήσεις ένα ποιητή είναι καλύτερο να μην τον ακουμπήσεις και το τρίτο που θα πω είναι ότι στην εποχή μας γράφονται πολύ σπουδαία πράγματα. Μπορεί να γράφονται λιγότερα βασισμένα πάνω σε ποίηση, γιατί το κίνημα εκείνο βοηθήθηκε και από την αποδοχή του κόσμου, ενώ τώρα η αποδοχή εξαρτάται πολύ από τους μεταπράττες και τα τελευταία είκοσι χρόνια εξαρτήθηκε πολύ από την τηλεόραση την ιδιωτική, οπότε δεν βοηθιούνται τέτοιες κατευθύνσεις, παρόλα αυτά θα έλεγα μην βγάζουμε γρήγορα συμπεράσματα, γιατί είναι άλλο η παραγωγή καθεαυτή και άλλο η λειτουργία η οποία εξαρτάται από πάρα πολλούς παράγοντες

ΠτΘ: κ. Μικρούτσικε σας ευχαριστούμε πολύ.
Θ.Μ.:
Κι εγώ σας ευχαριστώ.

Τα τελευταία δέκα χρόνια συχνά σμιλεύω το παλιό με το καινούργιο


ΠτΘ: Έχετε μαζί σας κ. Μικρούτσικε ένα Γιάννη Κούτρα που είναι διαχρονικός και έχετε μαζί σας και νέους ερμηνευτές όπως η Ρίτα Αντωνοπούλου, ο Χρήστος Θηβαίος που έχουν κατακτήσει ήδη από τα πρώτα χρόνια της παρουσίας τους μια πολύ σημαντική θέση. Πώς σμιλεύετε αυτό το παλιό με το καινούργιο;
Θ.Μ.:
Ο Θηβαίος είναι κάτι διαφορετικό από τον τρόπο που το τοποθετήσατε. Είναι και έτσι αλλά πιστεύω ότι επειδή η κύρια απασχόλησή του είναι να είναι τραγουδοποιός και μάλιστα ένας από τους ελάχιστους με πολύ προσωπικό ήχο και τρόπο έχει καταφέρει από τις πρώτες του δουλειές να είναι αναγνωρίσιμος τα κείμενα πάνω στα οποία στηρίζεται είναι εξαιρετικά, είναι τα καλύτερα κείμενα της μεταπολίτευσης μέχρι σήμερα φωνητικά, έχει την δυνατότητα να ακουμπήσει ορισμένες περιοχές που δύσκολα τις ακουμπά έλληνας τραγουδιστής. Ο Κούτρας είναι έτσι όπως το είπατε ένας ώριμος τραγουδιστής που εξακολουθεί να έχει την φρεσκάδα της δεκαετίας του 1970 και το μείγμα είναι εκρηκτικό είναι σαφώς ο πιο ροκ τραγουδιστής, η δε Ρίτα είναι μια φωνή η οποία εδώ και τέσσερα χρόνια είναι μακράν από ό,τι έχουμε από την νεότερη γενιά. Από εκεί και πέρα θα σας πω ότι αυτά τα πράγματα συνδυάζονται εύκολα, διότι το ενοποιητικό στοιχείο είμαι εγώ, το ενοποιητικό στοιχείο είναι ο τρόπος που παίζουν οι μουσικοί τα είδη των τραγουδιών, καθώς και ο τρόπος που φτιάχνεται το πρόγραμμα, ο ένας εναλλάσσεται με τον άλλο και αυτό δεν είναι η πρώτη φορά που μου συμβαίνει, αλλά συμβαίνει τα τελευταία δέκα χρόνια πάρα πολύ συχνά

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.