Παιδομαζωμα» η «παιδοφυλαγμα»;

Μαρτυρίες των άλλοτε παιδιών – με γκρίζα μαλλιά σήμερα – φιλοξενεί το «Εμείς η Πόλις», μαρτυρίες αφοπλιστικές. Διατυπώνουν την ευγνωμοσύνη τους προς την Ουγγαρία και τον ουγγρικό λαό, που όχι μόνο τα περιέθαλψαν, αλλά τους παρείχαν ξεχωριστές συνθήκες διαβίωσης και μόρφωσης. Ο Αθανάσιος Σιάνος και η Ευρώπη Μουτάφη, παιδιά του παιδομαζώματος, ξετυλίγουν το κουβάρι μιας πικρής ιστορίας. «Δεν ξεχάσαμε τη γλώσσα μας, δεν χάσαμε την ταυτότητά μας και αυτό χάρη στους δασκάλους μας και στον ουγγρικό λαό…» δηλώνουν, χωρίς από τα λόγια τους να λείπει και μια νοσταλγία για την εποχή εκείνη, όπως και η πίκρα για την στάση της Ελλάδας. Ελληνόπουλα, που βρέθηκαν στην Ουγγαρία, προς το τέλος του εμφυλίου πολέμου ζωντανεύουν μνήμες μιας εποχής, που όσοι την έζησαν θα ήθελαν να μην είχε καν συμβεί. Το μίτο του ίδιου «κουβαριού», από άλλο σημείο, «ξετυλίγει» και ο γνωστός σκηνοθέτης, Παντελής Βούλγαρης με τα γυρίσματα της νέας του ταινίας, με τίτλο: «Ψυχή Βαθιά»…Γιατί κάποιες πληγές στην Ελλάδα εξακολουθούν να πονούν…

Αθανάσιος Σιάνος:

«Μας έκλεψαν την καρδιά μας, μας πήραν τους γονείς μας, μεγαλώσαμε χωρίς γονείς»

Γεννήθηκα στην Ελλάδα το 1942 στο Μακροχώρι και από το 1948 είμαι στην Βουδαπέστη, στην Ουγγαρία. Ήταν πολύ δύσκολη για μας αυτή η μετακίνηση. Το 1948 περάσαμε στο Βίτσι, από εκεί στη Γιουγκοσλαβία στην οποία ήμασταν ένα μήνα και με τρένο πήγαμε στην Ουγγαρία. Ήμουν έξι ετών τότε. Οι γονείς μου έμειναν πίσω. Ήμουν ένα μικρό παιδάκι, μαζί με άλλα 1.500 παιδιά που έφευγαν χωρίς γονείς. Συνολικά, έφευγαν με άλλους 8.000 Έλληνες. Μας μάζεψε το ΕΑΜ. Η μετακίνησή μας είχε πεζοπορία, είχε τρένο, είχε πολλές μέρες και νύχτες παραμονής, χωρίς να ξέρουμε τι μας περιμένει. Μείναμε στα Σκόπια ένα μήνα και όταν άλλαξε το καθεστώς, ο Τίτο έκλεισε τα σύνορα και πήγαμε στην Ουγγαρία.

Τα παιδικά χρόνια του χωρισμού…

Βρήκαμε μια πατρίδα εκεί. Είχαμε την ευκαιρία να μάθουμε, να σπουδάσουμε, να μεγαλώσουμε. Ήμασταν 1500 παιδιά από την Ελλάδα, τα 500 έβγαλαν το Πανεπιστήμιο. Όποιος ήθελε να σπουδάσει, το κράτος τον στήριζε. Τους γονείς μου τους ξαναείδα για πρώτη φορά, ύστερα από 27 χρόνια. Με τους γονείς μου, όλα αυτά τα χρόνια, είχαμε αλληλογραφία. Η ελληνική κυβέρνηση δεν μας άφηνε να έρθουμε πίσω. Όταν πηγαίναμε στην Πρεσβεία και ζητούσαμε διαβατήρια, δεν μας έδιναν. Είναι μια δύσκολη ιστορία, πέρασε, όμως, ο καιρός και άλλαξαν τα πράγματα. Ήταν μια αδικία όλη αυτή η περιπέτεια, αλλά η ελληνική πολιτεία, για πολλά χρόνια, δεν ήθελε να μας ακούσει. Μεγαλώσαμε σε παιδικούς σταθμούς, περάσαμε και από το χωριό «Μπελογιάννη».

Σπούδασα, έβγαλα την Ανώτατη Εμπορική Σχολή, δούλευα σε καλή θέση. Έκανα οικογένεια και απέκτησα καλό σπίτι. Στα χρόνια αυτά ανταμώναμε με τους Έλληνες και τώρα ακόμη, είμαι μέλος στην οργάνωση της ελληνικής μειονότητας στην Ουγγαρία, είμαστε 3000 Έλληνες. Μας βοήθησε πάρα πολύ το ελληνικό κράτος, όμως, η καρδιά μας είναι εδώ, στην Ελλάδα.

Στα χρόνια του Υπαρκτού…

Εμείς, τα πιο πολλά ελληνόπουλα καλά περάσαμε στα χρόνια του Υπαρκτού Σοσιαλισμού. Είχε και καλά και κακά αυτό το καθεστώς. Όσοι μεγάλωσαν σ’ αυτό το καθεστώς, είχαν δουλειά, είχαν σπίτια, τώρα οι νέοι, με τις νέες συνθήκες δεν έχουν τίποτα από όλα αυτά. Όσοι είναι από 60 ετών και πάνω, δεν μπορούν να βρουν δουλειά, η ζωή είναι πολύ δύσκολη. Πριν, η μόρφωση και η δουλειά ήταν εξασφαλισμένη. Υπήρξαν, όμως, και λάθη, τα οποία το κράτος δεν μπόρεσε να τα λύσει. Κατά τη γνώμη μου, το μεγαλύτερο λάθος ήταν ότι οι άνθρωποι πληρώνονταν χωρίς να παράγουν έργο, αυτό δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί για πολύ. Ύστερα, απαγόρευε το καθεστώς άλλη ιδεολογία…

Στην Ελλάδα…

Τώρα το ελληνικό κράτος μας υποδέχεται επίσημα, εμείς, όμως, τώρα γεράσαμε. Ήταν πληγή ο εμφύλιος. Δεν ξέρω, όμως, αν εδώ στην Ελλάδα μαθαίνουν σωστά την ιστορία, αν ξέρουν ότι ήταν μια σκληρή κατάσταση. Αυτή την ιστορία οι άνθρωποι στην Ελλάδα δεν την γνωρίζουν σωστά. Μας έκλεψαν την καρδιά μας, μας πήραν τους γονείς μας, μεγαλώσαμε χωρίς γονείς. Ποιος φταίει; Η ιστορία πρέπει να το πει και πρέπει να μιλήσει σκληρά.

Ευρώπη Μουτάφη:

«Έχουμε δυο καρδιές τώρα, η μια είναι στην Ελλάδα και η άλλη στην Ουγγαρία»

«Ο άνδρας μου ήταν από τον Έβρο, πέθανε πριν 15 χρόνια, θα ήθελα πάρα πολύ να πάω στα μέρη του. Βρεθήκαμε και οι δύο στην Ουγγαρία. Εγώ το 1948 ήμουν ανάμεσα στα 62.000 ελληνόπουλα, που τα συγκέντρωσαν για να μας σώσουν από τους βομβαρδισμούς. Ήταν δύσκολα χρόνια, ο μπαμπάς μου ήταν στον πόλεμο, τον είχαν πάρει οι αντάρτες, η μαμά μου μας έδωσε για να μας σώσει. Είχε πέντε παιδιά και δεν ήξερε τι να κάνει μαζί μας. Τότε έλεγαν ότι θα μας πάρουν για δύο – τρεις εβδομάδες και θα μας φέρουν πίσω, άλλα όλοι οι γονείς που είχαν παιδιά τα έδωσαν. Εγώ είμαι από την Περικοπή του Βίτσι, η ζωή ήταν πολύ δύσκολη. Και τώρα, που γύρισα πίσω, μετά από 40 χρόνια, σκεφτόμουν πώς ζούσε αυτός ο κόσμος εκεί; Από τι ζούσε; Ήμουν τεσσάρων ετών τότε, δεν ήξερα καν τη γλώσσα. Μέχρι τη Γιουγκοσλαβία πήγα με τα πόδια, περπατούσαμε νύχτα, γιατί την ημέρα μας βομβάρδιζε ο στρατός και φτάσαμε στη Γιουγκοσλαβία 16 παιδιά από το χωριό μας. Συνολικά διάβασα ότι είχαν μετακινηθεί με τον ίδιο τρόπο άλλα 62.000 παιδιά.

Με τρένο στην Ουγγαρία…

Στη Γιουγκοσλαβία μας φόρτωσαν σε διαφορετικά βαγόνια, άλλο πήγαινε στην Ουγγαρία, άλλο στην Ρωσία, σε όλες τις Λαϊκές Δημοκρατίες. Ήταν πολύ δύσκολη η ζωή μετά το τέλος του πολέμου, αλλά μας φρόντισαν και μας πρόσφεραν ό,τι μπορούσαν. Είχα μια αδερφή, την Αφροδίτη, σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός βομβαρδισμού στο χωριό μας. Κανείς, από τα 16 εκείνα παιδιά, δεν ήξερε πού μας πήγαιναν. Φτάσαμε στην Ουγγαρία, μας έκαναν μπάνιο, μας έδωσαν καινούργια ρούχα και μας μοίρασαν σε παιδικούς σταθμούς, σε ένα δωμάτιο ήμασταν ογδόντα άτομα. Ήμασταν όλα τα παιδιά μαζί και κάπως μοιραζόταν ο πόνος της έλλειψης των γονιών.

Κανένα νέο από τους γονείς και το σπίτι…

Μας κατέταξαν σε τάξεις, ανάλογα με την ηλικία και τα γράμματα, που ξέραμε. Ήρθαν Έλληνες δάσκαλοι, μαθαίναμε ελληνικά, ήμασταν καλά. Ό,τι μπόρεσε η χώρα, μας το έδωσε, ό,τι χρειαζόμασταν. Πέντε ολόκληρα χρόνια δεν ξέραμε τίποτα για τους γονείς μας. Είχαμε, όμως, έναν Έλληνα δάσκαλο, τον Γρηγόρη, που μας έβαζε να γράφουμε γράμμα για τους γονείς. Λέγαμε πού είμαστε, αν είμαστε καλά. Ύστερα από πέντε χρόνια πήρα ένα γράμμα από την μαμά μου. Γύρισε πίσω στο χωριό και τα βρήκε όλα καμένα. Για σαράντα χρόνια δεν μπορούσαμε να έρθουμε στην Ελλάδα, είχαν κλείσει τα σύνορα, είχαν δημιουργηθεί δυο μπλοκ, κανένα από τα παιδιά δεν έφταιγε, αλλά δεν μας άφησαν για σαράντα χρόνια. Κλάψαμε πολλές φορές. Ήταν άσχημη αυτή η πολιτική και τα χρόνια επίσης. Ο μεγάλος πόνος για μένα ήταν αυτός. Τι φταίξαμε εμείς; Περισσότερο αγαπάμε την Ελλάδα από αυτούς που ζουν εδώ. Περισσότερο έχουμε αγάπη προς τον ελληνικό κόσμο, ό,τι είναι ελληνικό, το λατρεύουμε. Όταν τέλειωσαν όλα αυτά, δεν ήρθε να μας ψάξει κανείς. Κανείς δεν ήρθε να δει τι έγιναν αυτά τα ελληνόπουλα. Η Ουγγαρία, κατά τη διάρκεια του πολέμου, είχε χάσει παιδιά, αλλά όταν τέλειωσε ο πόλεμος, τα πήρε πίσω. Εμάς κανείς δεν μας αναζήτησε. Δεν έχω παράπονο κανένα, η Ουγγαρία όλα μας τα έδωσε. Όποιος είχε λιγάκι μυαλό, μπορούσε να ζήσει άνετα. Περάσαμε καλά, αλλά ο πόνος για την Ελλάδα δεν θα ξεχαστεί ποτέ. Την μάνα μου, κρυφά, την είδα το 1965 στα Σκόπια. Μείναμε δέκα μέρες μαζί. Ήταν σαράντα κιλά σχεδόν, φορούσε μαύρα ρούχα, δεν μπορούσε ούτε να μας αναγνωρίσει, ούτε εμείς εκείνη. Ήταν ένας μεγάλος πόνος αυτή η συνάντηση. Έφυγα τεσσάρων ετών από κοντά της και την ξαναείδα 22 ετών έχοντας και την κόρη μου, την Αφροδίτη.

Ο τραγικός εμφύλιος… και η επιστροφή

Σκέφτομαι πώς έγινε αυτό το πράγμα; Πώς έφτασε ο κόσμος να τα κάνει όλα αυτά; Να χωρίζει οικογένειες, να καίνε χωριά, να μένει ο κόσμος φτωχός. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για όλα αυτά. Αυτά που έγιναν είναι μεγάλη αμαρτία. Είναι ντροπή γι’ αυτούς που τα δημιούργησαν. Μεγάλη ντροπή. Είμαστε περήφανοι που είμαστε Έλληνες και φτάσαμε να είμαστε σαράντα χρόνια μακριά από την πατρίδα. Όταν ξαναγύρισα, δεν ήθελα τίποτε άλλο, από το να πατήσω το ελληνικό χώμα. Ήταν το 1989, μέχρι τότε η Ελλάδα δεν μας έδινε Βίζα. Δεν είχαμε κάνει τίποτα. Γεννηθήκαμε μικρά παιδιά, και μας μάζεψαν άλλοι. Ποιοι άνθρωποι τα έκαναν όλα αυτά;

Για μένα ό,τι και να λένε, εμείς στα χρόνια του Υπαρκτού Σοσιαλισμού καλά περνούσαμε. Είχαμε τροφή, στέγη, μόρφωση και δουλειά. Η Ουγγαρία μας έδωσε τα πάντα. Τώρα βλέπω ανθρώπους να μην έχουν να φάνε, να είναι ξαπλωμένοι στον δρόμο και πονάω πάρα πολύ. Τότε, δεν βλέπαμε κόσμο στους δρόμους, μπορεί να πηγαίναμε στα εργοστάσια και να μην είχε δουλειά, αλλά όλος ο κόσμος ήξερε πώς θα οργανώσει το αύριο. Τώρα η ανασφάλεια είναι μεγάλη. Προσπάθησα να πάρω ελληνικό διαβατήριο κι εγώ και η κόρη μου και τα δυο εγγονάκιά μου. Αγαπάμε και τις δυο χώρες. Εξήντα χρόνια είμαι στην Ουγγαρία, αλλά οι γονείς μου, οι παππούδες μου ήταν Έλληνες. Έχουμε δυο καρδιές τώρα, η μια είναι στην Ελλάδα και η άλλη στην Ουγγαρία.

Στις 15 Σεπτεμβρίου αρχίζουν τα γυρίσματα της ταινίας «Ψυχής Βαθιάς» στον Απόσκεπο Καστοριάς. Ο Παντελής Βούλγαρης ξετυλίγει την ιστορία δυο αδερφών που η τύχη τους μοιράζεται: ο ένας πολεμά με τον Εθνικό Στρατό και ο άλλος με τους αντάρτες…Για το «χρέος» του με την ιστορία, αλλά και για τις ανοιχτές πληγές του Εμφυλίου μιλά ο δημιουργός που εδώ και μια δεκαετία συνέλεγε πληροφορίες και στοιχεία για μια υπόθεση που πολλοί θα ήθελαν να ξεχαστεί…

Παντελής Βούλγαρης, σκηνοθέτης:

«Ήταν ένας πόλεμος φοβερά σκληρός και φοβερά ανθρώπινος»

Μια καινούργια, πονεμένη ιστορία θα αγγίζετε με την νέα σας ταινία…

Είναι η μια ιστορία που διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου. Ο Εμφύλιος είναι τεράστιο θέμα.

Γιατί επιλέξατε αυτή την περίοδο;

Έχω μια σχέση με την ιστορία πολύ στενή. Το ενδιαφέρον μου γι’ αυτά που μας έχουν «τραυματίσει», που μας έχουν σημαδέψει, που μας έχουν ενώσει και μας έχουν χωρίσει, βρίσκονται πάντα στο κέντρο της προσωπικής μου θεώρησης. Η ιστορία της ταινίας αφορά αυτή την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου.

«Ψυχή βαθιά» ο τίτλος της, πότε άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι εντός σας;

Σχεδόν, όταν γύριζα τις «Νύφες», μετά από ένα ταξίδι που έκανα εδώ στην Καστοριά και προσδιόριζα τις αποστάσεις και τις μετακινήσεις των ανταρτών μεταξύ Γράμμου και Βίτσι, δόθηκε το έναυσμα. Ήταν η αφορμή να κατέβω στην Αθήνα, να βρω βιβλία και να μπω στο ταξίδι αυτής της έρευνας. Ειδικά αυτή η εποχή είναι μια «παγίδα» για τον καλλιτέχνη, ψάχνει, αναρωτιέται, διασταυρώνει ιστορίες. Περίπου έντεκα χρόνια χρειάστηκε αυτή η ιστορία. Ήταν μια ιστορία «Κρυφού Σχολειού» από αφηγήσεις ανθρώπων, από μισόλογα, έτσι ταξίδεψα…

Εντοπίσατε σημεία, πληροφορίες που νιώσατε να σας συγκλονίζουν με την τραγικότητά τους;

Και μόνο το γεγονός ότι ο πυροβολητής του Δημοκρατικού Στρατού σημαδεύει έναν Βλάση, έναν Ανέστη και το αντίθετο, είναι κάτι που καίει. Δεν έχεις έναν άνθρωπο ξένο ή εχθρό, αλλά έναν που μπορεί να είναι συγγενής, φίλος.

Είναι δυο αδέρφια οι πρωταγωνιστές της ταινίας…

Δυο αδέρφια, δυο νέα παιδιά, 15 και 17 ετών, τσομπανόπουλα, που έχουν επιστρατευτεί, χωρίς τη θέλησή τους, και από τις δυο πλευρές, ακριβώς επειδή ξέρουν τα μονοπάτια. Η ιστορία μου είναι αυτή ακριβώς, είναι η προσπάθεια να διασωθούν, να κρατήσουν τη ζωή τους και παράλληλα η διαδρομή της ιστορίας, αυτή που την σημαδεύει.

Ήταν ένα χρέος για σας η επιλογή αυτής της περιόδου;

Κάπως έτσι αισθάνομαι. Είναι μια εποχή η οποία δεν έχει συζητηθεί στα σχολεία. Το βιβλίο της ιστορίας σταματάει το 1944 που φεύγουν οι Γερμανοί και μετά πάμε στα χρόνια της ΕΟΚ. Από εμπειρίες που είχα, όταν έκανα μαθήματα στη Σχολή Κινηματογράφου, έβλεπα ένα κενό και ταυτόχρονα ένα ενδιαφέρον στα μάτια των παιδιών. Όταν τέλειωνα τις αφηγήσεις, ερχόντουσαν και με ρωτούσαν πού μπορούν να βρουν βιβλία…

Έτσι θέλετε να λειτουργήσει η ταινία σας, ως σχολείο;

Κάπως έτσι θέλω να λειτουργήσει αυτή η ταινία. Όχι να διχάσει, γιατί πλέον έχουν περάσει 60 χρόνια, αλλά να κάνει τους ανθρώπους πιο ανοιχτούς, να επικοινωνούν πιο πολύ και να γίνουν πιο συνεργάσιμοι.

Από αυτή την ιστορία υπήρξαν μόνο πληγές;

Ταυτόχρονα, είναι ένας πόλεμος φοβερά σκληρός και φοβερά ανθρώπινος. Τραυμάτισε και τις δυο πλευρές αυτή η ιστορία.

Έχουν αποκατασταθεί οι ηττημένοι;

Σιγά – σιγά με τα χρόνια, λίγο αργά και καθυστερημένα, αλλά νομίζω ότι συνέβη.

Έχουν αφαιρεθεί τα παράσημα από τους νικητές;

Δεν λένε και πολλά πράγματα τα παράσημα. Περισσότερο έχει σημασία η συνείδησή μας και το τι αισθανόμαστε για τον απέναντι, παρά οι προσωπικές διακρίσεις.

Είχατε και εσείς «πληγές» στην οικογένειά σας από τα χρόνια του Εμφυλίου;

Από τα Δεκεμβριανά ναι! Δυο περιπτώσεις διαφορετικές από τη μια και από την άλλη πλευρά. Αυτός ήταν ο λόγος που κράτησα μια στάση δικαιοσύνης, ώστε να δω με ψύχραιμο μάτι και τις δυο πλευρές.

Το «Ψυχή βαθιά» ήταν ο τρόπος με τον οποίο εμψυχώνονταν οι αντάρτες και το επιλέξατε ως τίτλο στην ταινία σας;

Από ό,τι έχω διαβάσει, ήταν η κραυγή των ανταρτών, όταν επιτίθονταν.

Μαρία Νικολάου

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.