Οταν χορευουν οι go-go dancers στο Theatro
Η Έλενα Πέγκα, σκηνοθέτιδα της παράστασης «Όταν χορεύουν οι go-go dancers» βρέθηκε από νωρίς, το βράδυ της Τετάρτης, στο καφέ THEATRO, μαζί με τους πρωταγωνιστές, Νίκο Γεωργάκη και Θεοδώρα Τζήμου και τους go-go dancers, Βάσω Λύκουρα και Φοίβο Παπαδόπουλο, για να προβάρουν τις κινήσεις στο χώρο, που αποδείχτηκε από μόνος του ικανό σκηνικό. Η σχεδίαση που είχε γίνει πριν μήνες απ’ τον αρχιτέκτονα Μηνά Κοσμίδη –που είχε και την πρωτοβουλία της παράστασης μαζί με τον ιδιοκτήτη του Theatro-, ήταν τέτοια που δεν χρειάστηκαν άλλες παρεμβάσεις, πλην της τοποθέτησης δύο φωτιστικών και μιας οθόνης όπου προβαλλόταν η παράσταση για όσους δεν είχαν άμεση οπτική επαφή.
Η επικοινωνία των ηθοποιών με το κοινό διευκολύνθηκε από το Νίκο Γεωργάκη, σε ρόλο κιθαρίστα και ερμηνευτή, που μας θύμισε ροκ μπαλάντες, ενώ ταυτόχρονα η Γυναίκα του έργου, η Θεοδώρα Τζήμου δρούσε ως θεατής εντός του σκηνικού, μένοντας ακίνητη, με την τσάντα της σφιχτά κρατημένη στο σώμα της. Ο Νίκος Γεωργάκης άφησε για λίγο το σκηνικό – καναπέ στο χώρο ενός μπαρ και οι go-go dancers ανέλαβαν μέσα από τις φιγούρες τους να «παίξουν» τα συναισθήματα ενός ζευγαριού Γιουγκοσλάβων που συναντιούνται μετά από 7 χρόνια.
«ΓΥΝΑΙΚΑ
Όταν βομβάρδισαν το κτήριο της κρατικής τηλεόρασης στο Βελιγράδι ήμουν στην Ελλάδα. Άκουσα στην τηλεόραση πως ανάμεσα στα πτώματα βρήκαν ένα χέρι. Το χέρι της μακιγιέζ. Την ήξερα εκείνη τη μακιγιέζ. Και εσύ την ήξερες. Βέβαια το μυαλό του ανθρώπου κάνει παράξενα κλικ κάτι τέτοιες στιγμές. Εγώ σκέφτηκα. Τι λένε τώρα; Το χέρι. Εννοούνε από τον καρπό, από τον αγκώνα, από τον ώμο; Ένα γυμνό χέρι ή με μανίκι;
Φορούσε ρολόι, δακτυλίδι; Ήταν τα νύχια βαμμένα; Τα νύχια ήταν σπασμένα. Το χέρι ήταν σπασμένο. Κομμένο ήταν. Πριν κοπεί είχε μακιγιάρει πολλά πρόσωπα γιατί αυτό έκανε, αυτή ήταν η δουλειά του. Καμιά σχέση δεν είχε με βόμβες. Με όπλα. Με σφαίρες. Με πυρομαχικά. Έτσι και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν δει βόμβα από κοντά, ούτε όπλα, ούτε σφαίρες. Και δεν θέλουνε να δούνε. Βέβαια το μυαλό του ανθρώπου κάνει κάτι παράξενα κλικ και ανοίγει. Ανοίγει»…
Ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία παρών στις μνήμες και τις ζωές τους, τις ξεχωριστές, που τις αφηγούνται πλησιάζοντας ο ένας τον άλλον ή κρατώντας τις απαραίτητες αποστάσεις για να μην εκδηλώσουν τα συναισθήματα. Οι χορευτές πίσω τους. Θαρραλέοι, μαθημένοι να εκτίθενται κάτω απ’ τα φώτα, οι χορευτές είναι τα σώματα που φιλοξενούν το κρυμμένο θάρρος των πρωταγωνιστών.
«ΓΥΝΑΙΚΑ
Την πρώτη νύχτα που ανακοίνωσαν πως θα μας βομβαρδίσουν πήγαμε στο κρεβάτι με τον Σέηκο και μου λέει: Θες να πάμε στο καταφύγιο; Εσύ; Τον ρωτώ. Όχι, μου απαντάει, αλλά αν θες πάμε. Όχι, όχι, του λέω. Και μείναμε. Δεν ξέραμε τι θα γίνει.
ΑΝΤΡΑΣ
Τι έγινε;
ΓΥΝΑΙΚΑ
Ακούσαμε έναν μακρινό ήχο μέσα στη νύχτα. Αυτό ήταν.
ΑΝΤΡΑΣ
Και τις άλλες μέρες;
ΓΥΝΑΙΚΑ
Και τις άλλες μέρες. Στην αρχή νομίσαμε πως έπρεπε να μην ανάβουμε φώτα, αλλά μετά μας είπαν από την τηλεόραση πως καλό ήταν να έχουμε φώτα για να βλέπουν από μακριά τα βομβαρδιστικά πως εδώ μένουν άνθρωποι. Έτσι ανάβαμε τα φώτα και καθόμασταν στο σπίτι τις νύχτες. Κάποιες βραδιές βλέπαμε αναλαμπές στον ουρανό σαν πυροτεχνήματα. Ήταν οι δικοί μας που ‘κάναν αντεπίθεση. Βέβαια υπήρχαν πολλοί άνθρωποι σε επικίνδυνες περιοχές κοντά σε στρατιωτικές μονάδες. Εκείνοι πήγαιναν τις νύχτες στα καταφύγια. Κυρίως γυναίκες με παιδιά.»
Όσο η υπόθεση, η κουβέντα εξελίσσεται, γίνεται αντιληπτό ότι τα νήματα τα κινεί η Γυναίκα, όπως δείχνει και η γλώσσα του σώματός της. Η ζεστή και βαθιά φωνή της Θεοδώρας Τζήμου της επέτρεπε να ενδυθεί το ρόλο της Γυναίκας που θέλει και μπορεί, όπως και ο τρόπος που ξεδίπλωνε το σώμα της διευκόλυνε να περάσει τα μηνύματά της στον Άντρα. Παρ’ όλες τις πληγές, τις δυσάρεστες απ’ το παρελθόν εκπλήξεις, δεν έπαυαν να είναι δύο νέοι άνθρωποι, με ερωτισμό, τον οποίο υποδήλωνε ο χορός, γοητευτικός και λυτρωτικός, όπως και η μουσική.
Ο Άντρας ρομαντικός, με την έννοια της σχέσης που έχει αναπτύξει με τη φύση και τα συναισθήματά του, έχει ανάγκη από τρυφερότητα, μοιάζει να μπαλαντσάρει ανάμεσα στη μαθημένη μοναξιά και την ανάγκη για τρυφερότητα που φοβάται να εκδηλώσει, ρόλος που ταίριαξε στο Νίκο Γεωργάκη. Ο Άντρας έχει μάθει ν’ αποκαλύπτει τα μυστικά του με τρόπο διαφορετικό.
«ΑΝΤΡΑΣ
Προτιμώ το σκοτάδι, να περπατώ νύχτα σε βαθύ μαύρο. Δεν βλέπεις τίποτα στην αρχή. Η νύχτα είναι επιλεκτική. Το καθετί με το οποίο έρχεσαι σε επαφή στο σκοτάδι είναι ένας εκπρόσωπος της πολλαπλότητας. Συναντάς έναν θάμνο και αυτός εκπροσωπεί όλους τους άλλους θάμνους. Έτσι και η μία γάτα, ο ένας τοίχος, το ένα σκαλί. Και όλα αυτά είναι απόλυτα μυστηριώδη. Όπως το νυχτερινό μπάνιο. Έχει μια παράξενη μοναξιά, σαν τα όνειρα που βλέπεις πως πετάς ή πως πέφτεις.
Μια φορά μικρό παιδί ήμουν σε ένα βουνό και γύρω μου υπήρχαν σύννεφα. Ήταν μια λαμπρή ομίχλη και δεν έβλεπα γύρω μου, έβλεπε μόνο το σώμα μου. Η θερμοκρασία ήταν καλή, ήταν καλοκαίρι. Και ήταν τόσο ευχάριστο συναίσθημα αυτό που ένιωθα, θα μπορούσε να έμενα εκεί μέσα για ώρες.»
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
