«Οροφος μειον ενα»

Η νέα ποιητική συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου, με τίτλο «Όροφος μείον ένα» παρουσιάστηκε τον περασμένο μήνα στο βιβλιοπωλείο Παπασωτηρίου της Κομοτηνής από τον πεζογράφο Χρήστο Χαρτοματσίδη, παρουσία της ποιήτριας και συμπολιτών μας που θέλησαν να την γνωρίσουν από κοντά αλλά και ν’ ακούσουν το σχολιασμό του λογοτέχνη Χ. Χαρτοματσίδη. Η συλλογή «Όροφος μείον ένα» είναι μια ποιητική συλλογή με περιγραφές βιωμάτων της ποιήτριας που προήλθαν από την ασθένεια, τη νοσηλεία και το θάνατο του πατέρα της, στον οποίο και την αφιερώνει.

Ήταν μια ζεστή βραδιά από την οποία μεταφέρουμε τα όσα ως αναγνώστης ο κ. Χαρτοματσίδης μετέφερε. Μίλησε αρχικά για την μεγάλη του χαρά να παρουσιάζει τη νέα ποιητική συλλογή της Αλεξάνδρας Λουκίδου «Όροφος μείον ένα» που εκδόθηκε από τις εκδώσεις «Καστανιώτη» εξηγώντας. «Νιώθω χαρά, γιατί ανακάλυψα για τον εαυτό μου ένα γνήσιο ποιητικό ταλέντο. Δεν πρόκειται για τις συνηθισμένες ανταλλαγές φιλοφρονήσεων, γιατί το τίμημα είναι η προσωπική μας λογοτεχνική αξιοπρέπεια. Κρίνοντας τους άλλους κρινόμαστε και οι ίδιοι. Και ακριβώς γι’ αυτό όταν αναφερόμαστε σε ταλέντο, πρέπει να το κάνουμε με ιδιαίτερη προσοχή και αίσθημα ευθύνης».

Στη συνέχεια διάβασε κάποια βιογραφικά στοιχεία της κ. Λουκίδου. «Γεννήθηκε στη Γερμανία, σπούδασε φιλολογία, εργάζεται ως φιλόλογος. Ήξερα για τη συμμετοχή της στην Εταιρεία Συγγραφέων Β. Ελλάδος, όπου είναι δραστήριο μέλος του Δ. Σ. της Εταιρείας. Μπόρεσα να την γνωρίσω προσωπικά σε μια εκδρομή που είχε οργανώσει η Εταιρεία στην Κωνσταντινούπολη, την Χάλκη, το Πατριαρχείο. Ήταν η γενέτειρα των γονιών της. Οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές. Και οι συγκινήσεις – έντονες. Για όλους. Ακόμη και γι’ αυτούς που υποτίθεται δεν είχαν άμεση σχέση με την Πόλη. Δεν ξέρω κατά πόσο οι μνήμες αυτές είναι χαραγμένες στο DNA μας, μα όλοι νιώθαμε ένα συνεχόμενο ντεζά βου. Δεν ήταν τα φαντάσματα του παρελθόντος, μα οι σκιές των άμεσων προγόνων μας, κάποιοι απ’ τους οποίους ίσως πολύ πρόσφατα να είχαν αναχωρήσει για τις αιώνιες, ουράνιες πατρίδες».

Ο Χρόνος και… το ημερολόγιο

Με συνδετικό κρίκο τις «ουράνιες πατρίδες» ο κ. Χαρτοματσίδης πέρασε στη νέα συλλογή της Αλεξάνδρας Λουκίδου μια και αναφέρεται σ’ αυτούς που έφυγαν.

«Βασικό θέμα της συλλογής «Όροφος μείον ένα» είναι αυτό του θανάτου, το μεγαλύτερο και πιο δύσκολο θέμα στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ίσως για τους ποιητές, που θα επιχειρήσουν μια καθαρά συναισθηματική προσέγγιση του θέματος, η πρόσβαση να είναι πιο εύκολη. Γιατί δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τον θάνατο. Είναι πέρα από την λογική μας, δεν μπορούμε να τον κατανοήσουμε. Έχουν διατυπωθεί πολλές θρησκευτικές και φιλοσοφικές θεωρίες για τον ορισμό του. Ανάλογα με τα πιστεύω του μπορεί κανείς να τον δει είτε σαν λύτρωση, είτε σαν τιμωρία, σαν μόνιμη ή προσωρινή αναχώρηση, σαν αλλαγή μορφής της ύλης, σαν διακτινισμό, μετενσάρκωση, μετεμψύχωση, κάθαρση, εξαγνισμό, επιβράβευση κλπ., πάντα όμως είναι απώλεια του αγαπημένου ανθρώπου, πάντα είναι ένας χωρισμός. Και η πορεία προς αυτόν, ειδικά όταν είναι γνωστός ο προορισμός, όπως στους ανίατους ασθενείς, είναι πολλές φορές πιο δύσκολη από τον ίδιο το θάνατο. Γιατί υπάρχει η συνειδητοποίηση του γεγονότος, τόσο από το περιβάλλον, όσο κι απ’ τον ίδιο τον ασθενή. Υπάρχει και ο Χρόνος – τόσο περιορισμένος από μια πλευρά, μα και τόσο ατελείωτος, όταν θα έχουν καταναλωθεί όλες οι «σχετικές» συζητήσεις και παραγγελίες για τις μετά λεπτομέρειες, όταν η παρηγοριά καταντάει βλάσφημη και μένει μόνο το μαρτύριο της αναμονής. Θυμάμαι ένα στίχο του Λόρκα που λέει: «Αφήστε με επιτέλους να πεθάνω!»


Η αναφορά στον Χρόνο, αναπόσπαστα συνδεδεμένο με τη Ζωή, μα και με το Θάνατο, δεν είναι δυνατόν να λείπει από την συγκεκριμένη ποιητική προσπάθεια. Εδώ ο Χρόνος δεν είναι ο Πανδαμάτωρ Χρόνος, που θα ηρεμήσει τα πάθη και θα μάς συμφιλιώσει με την ιδέα της απώλειας. Είναι η στιγμιαία ανάσα πριν από την απώλεια. Ο Χρόνος είναι φιλοσοφική κατηγορία, μα και βασική έννοια της Φυσικής, η Τέταρτη διάσταση, μέσα στην οποία εξελίσσονται όλα τα συμβάντα. Μέσα σ’ αυτόν η σύγχρονη Φυσική βλέπει τη διαστολή του Σύμπαντος κι έτσι έχουμε πια μια οπτική παράσταση για το Μεγαλείο της Ύπαρξης.

Η αντίστροφη μέτρηση του Χρόνου είναι εφεύρημα του Ανθρώπου. Η αντίστροφη μέτρηση έχει την ίδια φορά με τον Χρόνο. Είναι ο Χρόνος που προϋπήρχε του σημείου που εμείς προσδιορίζουμε σαν αρχικό, σαν αφετηρία, σαν σημείο Μηδέν. Είναι η κύηση των γεγονότων, η ωρίμανσή τους πριν διαδραματισθούν. Είναι η Χρονολογία πριν την εφεύρεση της γραφής, ή πριν την γέννηση του Ιησού. Είναι ο Χρόνος που για κάποιους αδυσώπητα τελειώνει και για άλλους σημαίνει το τέλος της ποινής. Είναι η αναπόφευκτη Προθεσμία, που έχει όμως την δικιά της λογική και δεν επηρεάζεται από τους δικούς μας συναισθηματισμούς.

Στον Χρόνο που κυλάει αντίστροφα, βασίζεται η συλλογής της Αλεξάνδρας. Το βιβλίο είναι κατά κάποιο τρόπο ημερολόγιο στο δρόμο προς το τέλος. Το κάθε ποίημα είναι κάποιο στιγμιότυπο σ’ αυτήν την πορεία, κάποια αποκάλυψη, εύρημα ή εικόνα, που εξωτερικεύονται δια μέσου πετυχημένης μεταφοράς ή αλληγορίας. Αυτή είναι και η δομή των ποιημάτων της Αλεξάνδρας – κάποια εντυπωσιακή μεταφορά, μια εικόνα, ένα λογοπαίγνιο, από το οποίο αναπτύσσεται ή στον οποίο στηρίζεται ολόκληρος ο μετέπειτα συλλογισμός, ή συναίσθημα.


Τονίσαμε πως η αντίστροφη μέτρηση του Χρόνου έχει την ίδια φορά με αυτόν. Τι γίνεται όμως αν θα είχε την αντίθετη φορά; Αν δηλαδή τα γεγονότα επιστρέφανε προς τα πίσω; Αυτή θα ήταν ίσως η Πέμπτη διάσταση, μέσα στην οποία η Εξέλιξη θα γύριζε προς την Απλούστευση, θα θύμιζε το καζάνι στο οποίο η Μήδεια έριχνε τα σφαγμένα μαύρα, γέρικα κριάρια για να βγούνε μέσα από τα κοχλάζοντα νερά και τους ατμούς μικρά αρνάκια. Στο βιβλίο υπάρχει και αυτή η στροφή προς τα πίσω. Ο Ποιητής μπορεί και δικαιούται να παρεμβαίνει ακόμα και στην αντίθετη φορά του Χρόνου, γυρίζοντας πίσω τα γεγονότα ανάλογα με τις ανάγκες του έργου, όπως η μάγισσα, ή μάλλον η ποιήτρια Μήδεια:

«Το ανεστραμμένο είδωλο/ έχει την δική του καλοσύνη/ ούτε πενθεί μα ούτε αντιστέκεται. / Σαν πεταλούδα αλκοολική/ αδέξια στροβιλίζεται γύρω απ’ την σκιά της…/ …Όμως εγώ αδιάκοπα μικραίνω/ έντρομο γίνομαι έντομο μέσα στον πυρετό/ μικραίνω και ζαλίζομαι/ σβήνει το φως σαν αστραπή/

Και δεν μπορώ να μην σχολιάσω πως το σβήσιμο του φωτός παρουσιάζεται σαν μια… αστραπή. Σε άλλο σημείο, η επιστροφή στον κόσμο του παρελθόντος, μέσα από τις αναμνήσεις γίνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια:

«Τώρα/ στον καθρέφτη που βάφεται/ η πεθαμένη μάνα τους/ πυκνή σιωπή χιονίζει/ αυτοί πετάνε τα βιβλία και τρέχουν / να φωτογραφηθούν/ με της παλιάς της γειτονιάς τη συμμορία

Στα ποιήματα της κ. Λουκίδου η βασική ιδέα, το συμπέρασμα, μπορεί να εμφανιστεί ακόμη στην πρώτη σειρά, σαν δήλωση, σαν κύριο θέμα που πρόκειται να αναπτυχθεί και μετά αναλυτικά να φτάσουμε στα αίτια που το έχουν προκαλέσει. Να τεκμηριωθεί δηλαδή αργότερα. Τα ποιήματα διαφέρουν μεταξύ τους ακριβώς σ’ αυτά τα ευρήματα – θέματα, που μετά αναπτύσσονται σε απρόσμενους αυτοσχεδιασμούς. Και το φινάλε μπορεί να είναι σε απόλυτη και παράδοξη αντίθεση με τον γενικό συλλογισμό. Κι ακριβώς μ’ αυτό τον τρόπο να εντυπωσιάσει».

Τέσσερις βασικοί άξονες

Στη συνέχεια, ο κ. Χαρτοματσίδης επανήλθε στο θέμα της αντίστροφης μέτρησης που εκτελεί το βιβλίο της Λουκίδου ως μια πορεία προς το τέλος και μίλησε για τους τέσσερις βασικούς παράγοντες και το πώς η ποιήτρια τους προσεγγίζει. «Είναι η Ζωή, η Ασθένεια, ο Θάνατος κι ο Χρόνος. Και η Αλεξάνδρα δίνει τους δικούς της ποιητικούς ορισμούς σ’ αυτές τις έννοιες. Ορισμούς όχι σαν φιλοσοφικές διατυπώσεις, μα σαν ποιητικά στιγμιότυπα, σαν εκπληκτικές μεταφορές ή αλληγορίες, που δεν έχουν για σκοπό μόνο να μας εντυπωσιάσουν ή να μας εισάγουν σε κάποιο φιλοσοφικό σύστημα, μα να σηματοδοτήσουν την πορεία του συγκεκριμένου έργου, γιατί αν και αποτελείται από «ανεξάρτητα» ποιήματα, η συλλογή της είναι ένα σύνολο, μια ολοκληρωμένη οντότητα. Είναι κύκλος ποιημάτων».

Το επόμενο ερώτημα που προσέγγισε είναι το «πώς ορίζεται η Ζωή», μιλώντας μέσα από τους στίχους της Λουκίδου.

««Γιατί κι η ύπαρξη μια καταδίκη είναι/ μια εκκρεμότητα με πλάνες στολισμένη/μια διαρκής αναβολή»

Σε άλλο ποίημα αναφέρει:

«Υποδειγματικά εξέτισα/ όποιο κενό μ’ αναλογεί» … «ξέρω βασανισμένοι είμαστε, / πολύ βασανισμένοι/ κι ο θάνατος φιλάνθρωπος/ -γιατί κι αυτή η ξενιτιά/ στο θρίαμβο του ορατού/ πόσο να την αντέξεις/ πόση ομορφιά να πεις/ ότι χωρά στο πεπρωμένο/

Κι αμέσως μετά σε άλλο ποίημα:

«τόσο πολύ μας τρόμαζε εκείνη η ξενιτιά»

Βλέπουμε πως δεν υπάρχει η χαρά της ύπαρξης, δεν αποθεώνεται η ζωή, μα παρουσιάζεται σαν «καταδίκη», σαν «εκκρεμότητα», «θητεία», σαν «ξενιτιά» κι αυτό δεν πρέπει να μας φαίνεται περίεργο. Δεν πρόκειται για την Ζωή γενικώς, μα για τις λίγες μέρες που μένουν, για την επίγνωση του τέλους. Κι η ζωή αυτή, είναι η ζωή με την Ασθένεια, ασθένεια που έρχεται για να μας αφυπνίσει. Οι λίγες μέρες ζωής που μένουν στον λυρικό ήρωα, από την μια είναι μέρες προετοιμασίας, τόσο ψυχολογικής, όσο και για την διευκρίνιση κάθε άλλης λεπτομέρειας από καθαρά πρακτικής πλευράς. Είναι όμως και ώρες απολογισμού – είναι οι προσωπικές μας Μέρες Κρίσης, με αμείλικτο Δικαστή τον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι η δική μας συνειδητή μάχη με τον Χρόνο, έχοντας την επίγνωση για την τελική μας ήττα.

«Ίσως γι’ αυτό να επείγει/να σκάψουμε τις σήραγγες/ Τα νυχτικά του πάνω κόσμου/ φρεσκοσιδερωμένα/ σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε/ να συνηθίζουν τα σατέν/ σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν/…/ και καθημερινά φορέματα για τσάι/ την ύπτια αποσύνθεση/ ασάλευτα να περιμένουν/ λίγη λεβάντα/ πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη/αθώος μωβ υπαινιγμός/ για να ευωδιάζει την κλεισούρα/.


Δεν χρειάζεται να ερμηνεύω τα «ξύλινα συρτάρια, την κλεισούρα, τις σήραγγες, τα μικρά κρεβατάκια», είναι ξεκάθαρο που οδηγούν. Εντυπωσιάζει ο μωβ υπαινιγμός που είναι η παρένθεση της ίδιας της ζωής μέσα στο θάνατο. Βλέπετε υπάρχει η διαλεκτική σχέση. Δεν μπορείς να ορίσεις το ένα χωρίς το άλλο, είναι η ενότητα και σύγκρουση των αντιθέσεων, όπως θα το διατυπώνανε και οι φιλόσοφοι άλλων σχολών. Το ποτάμι της ζωής, που πλημμυρίζει τα αποξηραμένα χωράφια του θανάτου, όπου θα βλαστήσει η καινούργια σοδειά, για το μοιραίο δρεπάνι.

Μέσα στην Ζωή υπάρχει όμως και το προαίσθημα του Θανάτου, ή μήπως η ψυχολογική προετοιμασία γι’ αυτόν:

«…ας παραχώσει κάποιος/ αυτόν τον άγνωστο νεκρό/ που ξενυχτά στο στέρνο μου/ θέλω να κοιμηθώ/ και μ’ εμποδίζει./

Υπάρχει όμως και μια άλλη προσέγγιση του ίδιου του θέματος – της Ζωής, με άλλου είδους συμπεράσματα:

«…ενώ – όπως γνωρίζουμε – η ζωή/ υπήρξε επινόηση ευφάνταστου αφηγητή/ που πέθαινε τους ήρωες/ μόλις ανακαλύπτανε/ πως ούτε αυτός υπάρχει»

Εδώ η Λουκίδου ξεφεύγει από τις προηγούμενες διατυπώσεις για την ζωή σαν θητεία και καταδίκη. Η ποίηση της φτάνει σε απρόσμενα βάθη. Εκεί, που και τα ισχυρότερα βαθυσκάφη δεν αντέχουν την όλη πίεση της επιφάνειας που τα σκεπάζει, όπου στο σκοτάδι της σκέψης η ψυχή ολομόναχη και βασανισμένη φιλοσοφεί και πρέπει να αντιμετωπίσει τις προσωπικές τις επιφυλάξεις για το νόημα της ύπαρξης.

Τρίτη βασική στήλη, στην συλλογή, μετά τον Χρόνο και τη Ζωή, είναι η Ασθένεια.

Η πορεία της Ασθένειας είναι μια συνεχόμενη φυσική κατάπτωση: «αδύναμα κορμιά κρέμονται στους καλόγερους/ και πανωφόρια αδειανά/ μπαίνουν να ακτινοβοληθούν/

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό για την φθίνουσα πορεία του υλικού σώματος είναι το ποίημα «Ιατρική εξέταση», όπου επιστρατεύεται ο επαγγελματικός κυνισμός, η ειρωνεία, μέχρι και το μπλακ χιούμορ, για να αποδώσουν πιο ανώδυνα την αρρώστια: Το ποίημα αρχίζει με τις σειρές:

«Θα ‘λεγα πως πηγαίνετε καλά!/Ως την επόμενη εξέταση/ δεν αποκλείεται να ‘χετε γίνει άγγελος./ Βλέπετε πολύ οι υποψήφιοι/ και πόσες υποσχέσεις αναβολής να δώσεις;/

Και πιο κάτω:

«Όσο για τις φοβίες σας και τα κακά σας όνειρα/ ας μη συγχέουμε την υστερία με το ένστικτο/ ανώδυνα ότι συμβεί θα το αντιμετωπίσουμε/ σε σταδιακές μικρές απώλειες καταφεύγοντας/

Κι αρχίζει να απαριθμεί αυτές τις απώλειες:

«πρώτα μαλλιών/ – να μην σκαλώνουν οι μορφές κατά την έξοδό τους/ μετά κιλών/ – καμιά βαρύτητα δεν εγγυήθηκε ποτέ/ μια δεύτερη ανάγνωση του βίου/ και τέλος χρώματος/ – αυτό έχει σχέση με τον ήλιο/ αλλά που να σας το εξηγώ επακριβώς./ Κι άλλωστε σας μιλώ σαν ιατρός/ ανίατων ψευδαισθήσεων/ και πόθων που ασεβώς κακοφορμίζουν/

Η ίδια η νόσος είναι ένα καβούρι αιμάτινο/ που έβαφε με σκουριά τα σπλάχνα του πατέρα μου/ Ακόμη: «ο μαύρος σκορπιός που κατηφορίζει στον κρόταφό τους»

Ο ασθενής περνάει από διάφορα ψυχολογικά στάδια, και θα ήμουν περίεργος πώς ένας κλινικός ψυχολόγος θα διάβαζε αυτή την συλλογή. Υπάρχουν στιγμές θάρρους, μα και στιγμές κατάπτωσης – όπως το ποίημα «Κάποτε κι αυτοί παραδόθηκαν» για να φτάσουμε πια στην φάση της «αποδοχής», όσο είναι δυνατόν να γίνει αυτό.

Υπάρχει κι ένα ψυχολογικό παιχνίδι. Είναι η εναλλαγή της Ελπίδας με την Απελπισία.

«Όμως Εσύ,/ αυτάρεσκα αναβλητικός/ επέμενες ν’ αποκαλείς Ζωή/ τους χώρους ανανήψεως/ που δεν συμβαίνουν θαύματα»

Και στο ποίημα «Οι έτοιμοι» – που έχουν αποδεχθεί δήθεν το γεγονός:

«ανελλιπώς αποβραδίς/ ακούνε το δελτίου καιρού/ μήπως και δεν ξυπνήσουν στο κορμί / – τουλάχιστον ομπρέλες να φαντάζονται/ στην τελευταία βόλτα με τους αγαπημένους»

Θα μπορούσαμε να διαφωνήσουμε με την ερμηνεία αυτής της εμμονής του κλεισμένου στο δωμάτιο του νοσοκομείου ανθρώπου να ενημερώνεται για τον καιρό. Δεν νομίζω, ότι είναι για να φανταστεί την κηδεία του με ομπρέλες. Περισσότερο πρέπει να είναι η ίδια η ζωή, που όπως και να ‘ναι, κάποια στιγμή βαριέται την κλάψα, την κατάθλιψη, και προσπαθεί να βγει στον ήλιο σαν τα τρυφερά χορταράκια ανάμεσα στις πλάκες. Στο ίδιο ποίημα λίγο πιο κάτω διαβάζουμε:

«…Και μόνη τους παρηγοριά το δέντρο/ αυτό που παίρνουν οι νεκροί και ταξιδεύουν / και πια γίνεται σώμα τους/ μέχρι να προσβληθεί κι αυτό/ απ’ την βαριά ασθένεια της νοσταλγίας/

Υπάρχει και μια άλλη εμμονή στο ίδιο ποίημα:

«κι αφού στο τέλος ενημερωθούν/ για τις αρθριτικές μεταβολές/ και τις συνέπειες γενικώς της υγρασίας/ έπειτα μένουν ξάγρυπνοι/ κι αδιάκοπα μονολογούν/ – μια κι όσα λόγια ραθυμούν/ σε κλειδωμένα στόματα/ την αφασία του θανάτου διαιωνίζουν/

Ο μονόλογός τους είναι σαν να ξορκίζουν τον θάνατο. Ένας ξορκισμός όμως, χωρίς αποτέλεσμα:

«μα το μυστήριο – ότι κι αν πεις – δεν αναιρείται./ Με άφωνες κι ασυνάρτητες απαγγελίες κοριτσιών/δεν στήνονται στους ουρανούς ενέδρες/»

Η αμεσότητα του λόγου

Ο κ. Χαρτοματσίδης μίλησε για την αμεσότητα του λόγου της κ. Λουκίδου όπως αποτυπώθηκε και μέσα από τα αποσπάσματα που διάβασε για να συνεχίσει με τον θάνατο αναφερόμενος σε ποιητικούς ορισμούς που δίνει η ποιήτρια στον θάνατο.

««Στον σκοτεινό θάλαμο του ύπνου/ ο θάνατος / τι πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει» Κι εδώ υπάρχει το παιχνίδι με την φορά του Χρόνου. Η σχέση ύπνου – θανάτου υπάρχει από την αρχαιότητα μα εδώ δίνεται μια άλλη ερμηνεία της σχέσης και ένα πρώτου μεγέθους ποιητικό εύρημα. Μπορούμε αν θέλουμε μέχρι και Φροϋδικά να αναλύσουμε αυτές τις στροφές, είναι τόσο δυνατές που σηκώνουν και αυθαίρετες ερμηνείες. Ακόμη, ο Θάνατος είναι το «μαύρο κουτάκι» στο «σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες»

Είναι όμως και μια ανεξήγητη φυγή, ίσως η ιδέα της απόδρασης από την ασθένεια, να πάει κάπου αλλού, χωρίς να διευκρινίζει που, κάπου στα σκοτεινά βάθη – ίσως της αμφιβολίας που αναφέραμε πιο πριν. Οι μορφές με τις οποίες θα μας αντικαταστήσει ο Θάνατος δεν θα είναι παρά οι υλικοί σωσίες μας, όσο για να γίνει η διαδικασία της εκφοράς:

«…και τότε αύτανδρο το κρεβάτι/ θα βυθιζότανε/ κι εσύ/ σαν έμπειρος νεκρός/ μια και ήσουν δύτης/ δίχως βαρίδια, μπουκάλες και στολή/ μακριά από το σώμα θα ταξίδευες/ για μια διάρκεια αμετάπειστη/ Όσο για την διαδικασία της εκφοράς/ ο σωσίας σου/ κάτωχρος και σε στάση προσοχής / θα έπαιρνε τη θέση σου;»

Ο Θάνατος, όπως είδαμε και σε άλλα σημεία, είναι πάντα ταξίδι, αναχώρηση, κατάδυση σε σκοτεινό ποτάμι, στα βάθη της θάλασσας, στη δίνη του Χρόνου!…

Είναι όμως κι επιστροφή, στις χαμένες ουράνιες πατρίδες μας.

Ο θάνατος είναι κι ο…Φρανκ Σινάτρα

Ακόμη, ο Θάνατος είναι ο… Φρανκ Σινάτρα με τους «Strangers in the night» στο ποίημα «Ντουμπι, ντουμπι ντου». Και να ομολογήσω. Ήταν η πιο ευχάριστη έκπληξη σ’ αυτήν την συλλογή, ίσως και το πιο αισιόδοξο μήνυμα. Γιατί σε τελική ανάλυση τα πράγματα δεν είναι τόσο μακάβρια. Και αυτή είναι η ακτίνα αισιοδοξίας στην συλλογή. Η μελωδία του άγνωστου παράξενου του Stranger in the night, που θα έρθει τη νύχτα, και θα μας πάρει για να φύγουμε μακριά…

Το τραγούδι του είναι χωρίς λόγια «ντουμπι, ντουμπι ντου». Μα, δεν χρειάζονται λόγια. Μπορεί να είναι ερωτικό κάλεσμα, (όχι απαραίτητα το ερωτικό κάλεσμα του θανάτου). Μπορεί να είναι κάποιο ξεχασμένο εφηβικό στιγμιότυπο, ανεκπλήρωτος πόθος, ή έστω εκπληρωμένη απογοήτευση, που όλα όμως έχουν το κρυφό νόημά τους στο μεγάλο αυτό μυστήριο που λέγεται ζωή» έκλεισε την εισήγησή του ο κ. Χαρτοματσίδης.

Όροφος μείον ένα

Ο θάνατος αποβραδίς μας έφραζε το δρόμο

κι εγώ που από μικρό παιδί

τα έτρεμα τα καλοκαίρια

θα μου έφτανε, έλεγα, μία χειρονομία

ένα ανέλπιστο κλειστό λογαριασμών

όπως

όταν γυρίζεις το φλιτζάνι του καφέ

κι όλα τα φίδια, οι εχθροί και οι κλεισμένοι δρόμοι

λειωμένες απειλές κατρακυλούν

μέσα στο νεροχύτη.

Όμως σιδηρουργείο η ζωή

και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη

όταν σε αίθουσες αναμονής ηλεκτρικές

αδύναμα κορμιά κρέμονται στους καλόγερους

και πανωφόρια αδειανά

μπαίνουν ν’ ακτινοβοληθούν.

Τους μήνες που κοιμάται ο κάβουρας

κοντεύω να πιστέψω

πως ίσως και να με ακούς

πως κάπως Σε συγκίνησα και εγώ.

Ύστερα, λέω, θα φταίει που δεν γνωρίζω

τη διάλεκτο των περιστεριών

μπορεί το ασταθές του χαρακτήρα μου

ίσως κι εκείνη η καθ’ έξιν υπνηλία μου

τις Κυριακές στον όρθρο.

Όμως κακά τα ψέματα

ήρθε ο καιρός

τον πετροπόλεμο να συνηθίσουμε

τώρα που χτύπησαν μεσάνυχτα

κι η χρυσαφένια άμαξα ξανάγινε κολοκύθα.

Βελόνες

Όχι, ποτέ δεν ήμασταν

τελείως προετοιμασμένοι.

Γι’ αυτό και στο μεταλλικό

κουτί για τα μπισκότα

καιρό τώρα φυλάγαμε

όχι κλωστές και δαχτυλήθρες

αλλά βελόνες κάθε είδους και μεγέθους.

Βελόνες του ραψίματος

-σχιζότανε ο μύθος σου

κι οι αποτρόπαιες ρωγμές

έξω απ’ το σώμα σου σε έχυναν-

βελόνες γραμμοφώνου

-παράφωνες ηχούσαν τελευταία οι προσευχές

και συστηματικά απουσίαζε

απ’ την ορχήστρα ο μαέστρος-

βελόνες για ενέσεις

έτσι, για την τιμή των όπλων

να μη φανεί πως μία παρ-αίνεση

που η ελπίδα θα’ θελε

εμείς την αρνηθήκαμε-

ακόμα και πευκοβελόνες

εύφλεκτες και ολισθηρές

σε απειλούσανε με πυρκαγιά

ώσπου στρώμα, σεντόνια, μέτωπο

και τρυπημένα χέρια

λαμπάδιαζαν και τότε

-ο σωθείς

γράφεται με ήτα, Ευτυχούλα;-

Όμως εγώ

Μόνο μία ήττα ήξερα, μπαμπά

κι αυτήν

όσο κι αν το παλέψαμε

στάθηκε αδύνατο να μην την υποστούμε.

Η τελευταία Πέμπτη

Έμοιαζε με εορταστική βραδιά

ούτε βελούδα βέβαια ούτε και μουσελίνες

μονάχα η αγωνία να διαβαστούν ανάποδα

φιλιά και δευτερόλεπτα

κάτω απ’ το κάτασπρο ταβάνι

μ’ εκείνο το «ως διά μαγείας»

πάντοτε να καθυστερεί.

Ποιόν ένοιαζε αν τουρτούριζα

έξω απ’ τα παραμύθια

ατάραχα στην είσοδο

μέναν τα κουδουνάκια

– Οι άνθρωποι δεν αλλάζουνε, μου φώναζες

μονάχα αποκαλύπτονται

όπως εκεί που δεν το περιμένεις

κι ο ύπνος σου εφάπτεται

με χίλιες εκκρεμότητες

καλείσαι ξάφνου ν’ αναμετρηθείς

με προθεσμίες που τελειώνουν.

Σαφέστατος υπαινιγμός

πως μόνο στα τρένα δόθηκε

να διασχίσουν την αιωνιότητα

αφήνοντας πίσω τους καπνούς

για να διαφεύγουν οι σκιές την τιμωρία.

Έπειτα

κατρακυλούν πυρετικές

κρύβοντας κάτω απ’ τον σηκωμένο τους γιακά

την αντοχή που τους αναλογεί.

Τα υπόλοιπα ας μείνουν εκκρεμή

ως τότε που θα κλείσουμε ταμείο.

Σημείωση: Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου γράφει σε πολυτονικό σύστημα.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.