«Οι ταφικοι τυμβοι των Οδρυσων»
Στην αίθουσα διαλέξεων του νέου κτιρίου του Λαογραφικού Μουσείου πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Δευτέρας μια εκδήλωση από τη σειρά «Μορφωτικές Συναντήσεις 2006-7» που διοργανώνει ο Μορφωτικός Όμιλος Κομοτηνής με ομιλητή τον επίτιμο έφορο αρχαιοτήτων Διαμαντής Τριαντάφυλλος με θέμα «Οι ταφικοί τύμβοι των Οδρυσών». Ο κ. Τριαντάφυλλος παρουσίασε στο κοινό της Κομοτηνής τα αποτελέσματα των μακροχρόνιων αρχαιολογικών ερευνών στο βόρειο τμήμα της πεδιάδας του Έβρου.
Ο κ. Τριαντάφυλλος έδωσε αρχικά κάποιες αντιστοιχίες στις αρχαίες και σύγχρονες ονομασίες περιοχών της Θράκης.
«Η περιοχή μεταξύ του Έβρου, των υψωμάτων της Ανατολικής Ροδόπης και της συμβολής του Εργίνη με τον Έβρο, διασχίζεται από τον Άρδα, τον Ερυθροπόταμο, αλλά και από μικρότερους χειμάρρους, αποτελεί δε την προέκταση της μεγάλης προς βορρά πεδιάδας του Έβρου. Σήμερα, αντιστοιχεί στις επαρχίες Σουφλίου, Διδυμοτείχου, Ορεστιάδας και Τριγώνου του νομού Έβρου. Κατά τους κλασσικούς χρόνους υπήρξε νευραλγικός χώρος στην επικράτεια του βασιλείου των Οδρυσών. Στη θέση της Αδριανούπολης τοποθετείται η θρακική πόλη Ουσκουδάμα, η οποία αναφέρεται ως πρωτεύουσα των Οδρυσών, όπως αργότερα ήταν τα Κύψελα και η Βιζύη. Στη θέση της ρωμαϊκής Πλωτινόπολης, που βρίσκεται κοντά στη συμβολή του Ερυθροπόταμου και του Έβρου, προϋπήρχε σημαντικός οικισμός των κλασσικών χρόνων, ο οποίος λειτουργούσε ως ενδιάμεσος εμπορικός σταθμός στη διεξαγωγή του εμπορίου μεταξύ των ελληνικών αποικιών των παραλίων και της θρακικής ενδοχώρας. Ο παράλληλος προς τον άξονα του Έβρου δρόμος, οδηγούσε από τα παράλια του Αιγαίου στο εσωτερικό της Θράκης. Ο Έβρος ήταν πλωτός και τα πλοία μετέφεραν τα ελληνικά προϊόντα από τη Μαρώνεια και την Αίνο ως τα βάθη της πεδιάδας του Έβρου, όπως μαρτυρούν τα ευρήματα του εμπορικού σταθμού της Πιστύρου, στην περιοχή του Βεντρέν, δυτικά της Φιλιππούπολης. Η οικονομική και στρατηγική σημασία της παραποτάμιας αυτής κοιλάδας του Έβρου ήταν μεγάλη, γιατί συνέδεε το Αιγαίο, την Προποντίδα και το Βόσπορο με το εσωτερικό της Θράκης».
Ταφικοί τύμβοι
Ο κ. Τριαντάφυλλος πέρασε σ’ ένα άλλο ενδιαφέρον κομμάτι της ιστορίας της αρχαίας Θράκης που συνδέεται με τους ταφικούς τύμβους. «Χαρακτηριστικά μνημεία της περιοχής αυτής, όπως και όλης της αρχαίας Θράκης, είναι οι ταφικοί τύμβοι που διανθίζουν την εικόνα του ήμερου θρακικού τοπίου και οι οποίοι αποτελούν μνημεία ενός πανάρχαιου εθίμου που εμφανίζεται στη Θράκη από την εποχή του χαλκού και συνεχίζεται ως τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους. Με την έρευνα μικρού αριθμού τύμβων έχουν αποκαλυφθεί ενδιαφέροντα ταφικά μνημεία, όπως είναι οι κτιστοί τάφοι Ελαφοχωρίου και Λαγηνών, οι οποίοι έχουν δρόμο, προθάλαμο και θάλαμο, ο λαξευτός τάφος του Πενταλόφου με το νόμισμα του Σπαρόδοκου, ο κιβωτιόσχημος τάφος του χωριού Άρζος Τριγώνου με τα χάλκινα και τα ασημένια αγγεία, οι μεγάλοι κιβωτιόσχημοι τάφοι της Παταγής και του Ρηγίου και ο λακκοειδής τάφος της Ιτέας, οι οποίοι χρονολογούνται στον 4ο και στον 5ο π.Χ.αι. Θραύσματα αμφορέων της Θάσου κι ερυθρόμορφων αγγείων από διάφορες θέσεις συμπληρώνουν το κενό που υπήρχε έως σήμερα και προστίθενται στα γνωστά ευρήματα από το εσωτερικό της Θράκης, ενισχύοντας την άποψη ότι η παρουσία των ελλήνων στη χώρα των Οδρυσών, η οποία άρχισε μετά την εγκατάσταση των αποίκων, συνεχίστηκε σε μεγαλύτερη κλίμακα με την ίδρυση του βασιλείου τους, τον 5ο π. Χ. αιώνα και γνώρισε εντονότερους ρυθμούς τον επόμενο αιώνα, λόγω της μεγάλης ανάπτυξης εμπορικών σχέσεων. Η οικονομική ελληνική παρουσία οδήγησε παράλληλα στην ανάπτυξη πολιτιστικών σχέσεων και στη διάδοση της ελληνικής τέχνης, όπως μαρτυρούν τα ελληνικά έργα στις περιοχές των Οδρυσών, οι απομιμήσεις των ελληνικών νομισμάτων και αγγείων αλλά και τα μικτά στοιχεία που παρατηρούνται στην αρχιτεκτονική των υπόγειων τάφων».
Ο κ. Τριαντάφυλλος πρόσθεσε ότι ο μεγαλύτερος αριθμός ταφικών τύμβων που ερευνήθηκαν χρονολογείται στα ρωμαϊκά χρόνια, περίοδο που η Θράκη ήταν επαρχία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. «Τύμβοι αυτής της περιόδου, οι οποίοι ανήκουν σε επιφανή άτομα, έχουν ερευνηθεί στα χωριά Δίκαια, Ρίζια, Αμπελάκια, Ρήγιο, Κυανή, Σπήλαιο, Λάδη και τελευταία στη Μικρή Δοξιπάρα Ζώνη. Ο επικρατέστερος τρόπος ταφής ήταν η καύση του νεκρού. Τους νεκρούς συνόδευαν πλούσια κτερίσματα, κυρίως χάλκινα αγγεία και άλλα αντικείμενα καθημερινής χρήσης που θα χρησίμευαν στο νεκρό, όπως πίστευαν και στη μετά θάνατο ζωή».
Μ.Α.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
