Οι πρωτομαστορες της κρητικης μουσικης

Σίγουρα ένα από τα στοιχεία που ξεχωρίζουν την Κρήτη και την καθιστούν μοναδική, είναι η χαρακτηριστική και ιδιότυπη μουσική της. Ποιος δεν έχει σιγοτραγουδήσει μια μαντινάδα, ποιος δεν έχει χαμογελάσει με την εφευρετικότητα των δημιουργών τους, ποιος δεν έχει νιώσει το ρυθμό μέσα του στο άκουσμα ενός κρητικού τραγουδιού; Πόσα χρόνια ιστορίας μετράει όμως αυτή η μουσική; Ποιοι είναι οι δημιουργοί εκείνοι που διαμόρφωσαν τα βασικά χαρακτηριστικά της; Ποιοι ήταν οι πρωτεργάτες, οι πρωτομάστορες που έβαλαν τα θεμέλια για να χτιστεί πάνω τους ένα γερό οικοδόμημα και μια πολύμορφη παράδοση; Ο Σύλλογος Κρητών Φοιτητών διαλέγει με σεβασμό τρεις μόνο από τους πρωτομάστορες της κρητικής μουσικής, καθένας από τους οποίους με τη δική του καλλιτεχνική δράση έδωσε ένα πρωτοποριακό για την εποχή του, κλασικό για τη δική μας, στοιχείο.

ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΑΝΤΑΚΗΣ (1877-1941)

Θα ξεκινήσουμε την περιπλάνησή μας στους πρωτομάστορες της κρητικής μουσικής, από έναν από τους πιο παλιούς του είδους, το Μανώλη Φαντάκη. Οι Φαντάκηδες ανήκανε στην οικογένεια των Ρουκουνάκηδων και εγκαταστάθηκαν στην Κίσσαμο φεύγοντας από τα Σφακιά. Ο Φαντομανώλης που γεννήθηκε στα Κοτσιανά Κισσάμου ήταν της σχολής του Γιώργη Μαριάνου. Υπήρξε βιολάρης και έμαθε το βιολί από τον Μαριαναντρίκο, πατέρα του μεγάλου Γιώργη Μαριάνου από το Δραπανιά. Σ΄ αυτό το σημείο πρέπει να επισημανθεί πως τα πλέον πρωταγωνιστικά όργανα στην κρητική μουσική καθ΄ όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα ήταν το λαγούτο, η λύρα αλλά και το βιολί, του οποίου η παρουσία μάλιστα στην κρητική μουσική μαρτυρείται από το 16ο αιώνα. Μάλιστα μέχρι τη δεκαετία του 1960 το βιολί παρέμενε το πιο δημοφιλές όργανο στις περισσότερες περιοχές των νομών Χανίων, Λασιθίου και Ηρακλείου. Η δεινότητα και επιδεξιότητα του μαθητή έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε ο δάσκαλος του, ο Μαριαναντρίκος να καυχιέται λέγοντας «Το’ χω σε καύχημά μου και σ’ ευχαρίστησή μου που ο μαθητής μου παίζει καλλιά από μένα».

Το βιολί του είχε σταθερότητα και σκοπό, όπως και του μεγάλου δασκάλου του, ενώ οι παλιοί αθάνατοι σκοποί έβρισκαν τη γνήσια έκφρασή τους στο παίξιμό του. Πέρα όμως από την επιδεξιότητά του στο βιολί, υπήρξε και εξαίσιος συνθέτης. Του αποδίδονται οι συνθέσεις: Κοτσιανός συρτός (1912), Ακολουθία Κοτσιανού (1918), Αρμενοχωριανός του Φαντή (1925) κ.α. Οι μελωδίες του παίζονται ακόμα και σήμερα, αν και δυστυχώς λίγοι μουσικοί αποδίδουν τη σωστή πατρότητά τους. Ήταν πολύ επιβλητικός στο παρουσιαστικό του, ένας από τους πιο καλοντυμένους μουσικούς, φορώντας πάντοτε τσόχινη καλή φορεσιά και ασημομάχαιρο. Σταθερή και μακρόχρονη συνεργασία είχε με το λαουτιέρη Μανώλη Μπερτάκη, τον «Τσουβαλομανώλη», όπως ήταν γνωστός, ενώ είχε επίσης συνεργαστεί και με τον περίφημο Αντρέα Κουτσουρέλη καθώς και το Γιάννη Κρουσαράκη από τα Κωσταδιανά, που έπαιζε μαντολίνο. Εκτός από τα Κρητικά, έπαιζε και Καλαματιανά, Σμυρναίικα και το Ρωσικό Μάρς, το οποίο λέγεται πως είχε συνδεθεί με κάποια μεγάλη, νικηφόρα νίκη των Ρώσων. Αξιοσημείωτο είναι ότι οι Τούρκοι τον είχαν συμπαθήσει για το παίξιμό του και αυτός είχε πάρει κάτι από την τέχνη τους.

Ο Φαντομανώλης έδρασε καλλιτεχνικά σ’ όλη την Κρήτη φτάνοντας και μέχρι το Λασίθι, πράγμα δύσκολο κρίνοντας από τις περιστάσεις της εποχής, όπου χρειαζόταν μέρες ταξιδιού για να φτάσεις από τη μία περιοχή της Κρήτης στην άλλη. Ο κόσμος τον καλούσε για να παίξει στο γάμο του, δίνοντας του «προστάτζα» δύο χρυσές λύρες, και μάλιστα, ένα μήνα πριν για να τον εξασφαλίσει. Διασκέδαζε τους γαμουλιώτες για δύο και τρεις μέρες, όσο κρατούσε τότε, άλλωστε, ένας γάμος.

Το τέλος του Φαντομανώλη υπήρξε τραγικό. Γυρίζοντας με τα πόδια απ’ τα Χανιά, όπου είχε πάει για να επισκεφθεί το φυλακισμένο γιο του, τον ακολούθησε, τον παρέσυρε και τον σκότωσε ένα γερμανικό τζιπ, λίγες μέρες μετά την κατάληψη της Κρήτης.

Φυσά βοριάς δεν έρχεσαι μαΐστρο δεν προβαίνεις,

Ήθελα και να κάτεχα ήντα καιρό ανημένεις.

(η αγαπημένη του μαντινάδα)

ΣΤΕΛΙΟΣ ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΑΚΗΣ Ή «ΦΟΥΣΤΑΛΙΕΡΗΣ» (1911-1992)

Γεννήθηκε στις 19 Ιουνίου του 1911, ημέρα Κυριακή και ώρα τρεις το απόγευμα, όπως του άρεσε να διευκρινίζει. Ρεθεμνιώτης γέννημα-θρέμμα. Γόνος του Στέλιου και της Κυριακούλας, του δώσανε το όνομα του πατέρα του που σκοτώθηκε δεκαεννιά χρονών σε ατύχημα, όταν η μάνα του δεκαέξι χρονών ήτανε νιόνυφη και έξι μηνών έγκυος.

Πήγαινε στο νυχτερινό σχολείο ως την Τρίτη δημοτικού ενώ στα 11 του χρόνια άρχισε να μυείται στην τέχνη του ρολογά, τη δεύτερη μεγάλη του αγάπη μετά το μπουλγαρί*. Δύο χρόνια αργότερα και παραμονή Πρωτοχρονιάς, ο μικρός Στέλιος πήρε το πρώτο του κατοστάρικο και μαζί με τη συνδρομή του πατριού του, πήρε το πρώτο του μπουλγαρί, ένα μικρό-μικρό που είχε ξεμείνει από ένα πελάτη σε μία ταβέρνα. Το μπουλγαρί ήταν το όργανο που συνόδευε εκείνη την εποχή τη λύρα μαζί με το μαντολίνο. To όργανο αυτό του ασκούσε μία πολύ έντονη έλξη όπως ο ίδιος αναφέρει «Την εποχή αυτή το Ρέθυμνο ήταν γεμάτο από μπουλγαριά. Κάθε ταβέρνα είχε κι από ένα. Εκεί πήρα τα πρώτα μου ακούσματα. Έβλεπα τους άλλους που παίζανε και- στο λόγο της αντρικής μου τιμής- έκλαιγα.» Συνοδοί της λύρας τότε ήταν το μπουλγαρί και το μαντολίνο. Το λαγούτο μάλιστα ο Φουσταλιέρης το θυμάται στο Ρέθυμνο μετά το 1930 με το Σταύρο Ψυλλάκη (Ψύλλο) τότε.

Ο Φουσταλιέρης άρχιζε να παίζει ως αρχάριος ακόμα με τον ονομαστό ήδη λυράρη της εποχής του Αντώνη Καρεκλά. Δύο χρόνια αργότερα, έχοντας μάθει πολλά κοντά στον Καρεκλά, ξεκινά να πηγαίνει μαζί του σε γάμους και σε γλέντια συνοδεύοντάς τον ως «πασαδόρος». Μετά την επίδραση των πρώτων ακουσμάτων στις ταβέρνες του Ρεθύμνου και τη συνεργασία του με τον Καρεκλά αρχίζει αργά μα σταθερά να τα παίζει όλα, από συρτούς και πεντοζάλια μέχρι ταξίμια καθιστικά «αχόρευτα, της ταβέρνας, της παρέας» ακόμη και ρεμπέτικα.

Παρόλο που ο Φουσταλιέρης δεν υπήρξε ποτέ επαγγελματίας οργανοπαίχτης, ο δεξιοτέχνης που αναδυόταν από μέσα του δεν μπορούσε πια να αρκεστεί στο συνοδευτικό ρόλο του μπουλγαρί. Χαρακτηριστικό του πώς έβλεπε το «επάγγελμα» του οργανοπαίκτη αποτελεί το δίστιχο «Εγώ λεφτά δεν έκαμα απ’ το μπουλγαρί μου, έκαμα φίλους μπιστικούς και το΄ χω σε τιμή μου». Έτσι λοιπόν δημιουργεί το δικό του ρεύμα, τη δική του σχολή στην ιστορία της Κρητικής μουσικής, αναδεικνύοντας το μπουλγαρί σε όργανο μελωδικό και σολιστικό, με αποτέλεσμα ο Φουσταλιέρης να αποκορυφωθεί και να καθιερωθεί στο χώρο της δισκογραφίας των 78 στροφών.

Εκτός από τον Καρεκλά, ο Φουσταλιέρης συνεργάστηκε και με άλλους λυράρηδες ενώ ταυτόχρονα στις ρεθεμνιώτικες συντροφιές έπαιζε και με μικρασιάτες μουσικούς που είχαν καταφύγει στην Κρήτη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Από τους τραγουδιστές η πιο γόνιμη συνεργασία του ήταν με το Γιάννη Μπερνιδάκη, το γνωστό «Μπαξεβάνη». Ο Μπαξεβάνης τραγούδησε στη δισκογραφία τα περισσότερα από τα τραγούδια του Φουσταλιέρη που έγιναν επιτυχίες: «Όσο βαρούν τα σίδερα», «Το μερακλίδικο πουλί», «Τα βάσανά μου χαίρομαι» κ.α.. Με το Φουσταλιέρη συνεργάστηκε επίσης και η πρώτη γυναίκα που τραγούδησε στη δισκογραφία της Κρητικής μουσικής, η Λαυρεντία Μπερνιδάκη. Ηχογράφησε 24 δίσκους, πράγμα πολύ δύσκολο για την εποχή του λόγω της λογοκρισίας της δικτατορίας του Μεταξά, καθώς επίσης και των πρωτόγονων συνθηκών ηχογράφησης.

Ιδιαίτερα σημαντικό για τη διαμόρφωση του μουσικού χαρακτήρα του Φουσταλιέρη υπήρξε το διάστημα παραμονής του στον Πειραιά(1933-1937), όπου η κρητική μουσική συναντά το μεγάλο ρεύμα του ρεμπέτικου. Πράγματι κατά την παραμονή του στον Πειραιά ο Στέλιος συνάντησε όλους τους μεγάλους ρεμπέτες: Μάρκο Βαμβακάρη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Στράτο Παγιουμτζή, Γιώργο Μπάτη κ.α. Μάλιστα ενθουσίαζε τους ρεμπέτες με τις διπλοπενιές και τις τριπλοπενιές του μπουλγαρί του, παίζοντας «Το Στελάκι από την Κρήτη».

Ο Στέλιος Φουσταλιεράκης ως το 1992 που πέθανε σε ηλικία 81 ετών, ζούσε στο Ρέθυμνο συνδυάζοντας τις δύο μεγάλες του αγάπες, αυτή του ρολογά και το μπουλγαρί, γιατί όπως ανάφερε κι ο ίδιος, οι δύο αυτές τέχνες έχουν μεγάλη σχέση μεταξύ τους που έγκειται στη λεπτή δουλειά. Με την ίδια αξιοπρέπεια και το ίδιο αμείωτο μεράκι, παρέμεινε ως το θάνατό του ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους του ελληνικού ταμπουρά. Δυστυχώς η μακραίωνη αυτή παράδοση τείνει να εξαφανιστεί, όταν το λαγούτο και το μπουζούκι έχουν εκτοπίσει το μπουλγαρί. Σε μία Ελλάδα, όπου μουσικά αυξάνονται ολοένα και περισσότερο οι δυτικές επιδράσεις, οι δίσκοι του Φουσταλιέρη είναι εκεί για να μας θυμίζουν την τέχνη του, που ναι μεν είναι προσωπική, εντάσσεται ωστόσο λειτουργικά μέσα στο σύνολο, επειδή ακριβώς πατάει στα κοινά βιώματα του κρητικού λαού σε μία κοινή μουσική κληρονομιά.

Η μουσική του Φουσταλιέρη καταλαμβάνει ένα ξεχωριστό και αυτονομημένο κεφάλαιο της κρητικής μουσικής παράδοσης καθώς ενώνει και γεφυρώνει με ένα νοητό τρίγωνο την κρητική, τη μικρασιατική και τη ρεμπέτικη τέχνη.

Το Μερακλίδικο πουλί

Το μερακλίδικο πουλί ποτέ φωλιά δεν κάνει,

μόνο έτσι βασανίζεται ωσότου να ποθάνει.

Έλα έλα που σου λέω μη με τυρρανείς και κλαίω.

Όποιος δεν είναι μερακλής, του πρέπει να ποθάνει

Γιατί στον τόπο όπου ζει μόνο τον τόπο πιάνει.

Έλα έλα πέρδικα μου να σου δείξω τη φωλιά μου

Έλα να σε δω να γιάνω πρίχου πέσω και ποθάνω.

*μπουλγαρί:Ονομάζεται στην Κρήτη ένα όργανο του τύπου του ταμπουρά, με μικρό αχλαδόσχημο κυρτό ηχείο και μακρύ λεπτό χέρι. Η χρήση του στην Κρήτη είναι πιθανή από τα μέσα του 18ου αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε (και χρησιμοποιείται) κυρίως, στην απόδοση των ταμπαχανιώτικων τραγουδιών που ακούγονται στα αστικά κέντρα της Κρήτης(Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο) τα χρόνια του Μεσοπολέμου (1920-1940) και στα οποία συνδυάζεται η κρητική μουσική, η μικρασιατική και το ρεμπέτικο τραγούδι.

.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

(1914 – 1994)

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης, ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς και εκτελεστές της κρητικής μουσικής, γεννήθηκε στο Καστέλι Κισσάμου σ’ ένα χώρο και μια οικογένεια που είχε αναδείξει πλήθος μουσικών.

Η κρητική μουσική ριζώθηκε μέσα του από μικρό παιδί, καθώς ο πατέρας του ήταν ένας από τους σημαντικότερους λαγουτιέρηδες της εποχής του. Γοητευμένος από την κρητική μελωδία, τις πενιές, τις δοξαριές, τα τραγούδια, άρχισε από τα πρώιμα παιδικά του χρόνια να παίρνει και να κάνει τη σκούπα της μάνας του μαντολίνο μιμούμενος τα άλλα μέλη της οικογένειάς του. Στα 11 – 12 χρόνια του είχε γίνει ένας αξιόλογος άρτιος λαγουτιέρης και τέλειος επαγγελματίας, περιζήτητος συνεργάτης από κορυφαίους καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής όπως ήταν ο Γιώργης Μαριάνος, ο Νικόλαος Χαρχάλης, ο μεγάλος Νικόλαος Κατσούλης ή Κουφιανός, ο περίφημος λυράρης. Σε ηλικία μόλις 16 χρόνων άρχισε να παράγει, να ηχογραφεί και να κυκλοφορεί δίσκους. Πρώτα με το Μαριάνο (1930), έπειτα με το ρεθεμνιώτη λυράρη Αλέκο Καραβίτη, αλλά και μόνος του. Το λαγούτο που βλέπουμε συνήθως σαν ένα όργανο δευτερεύον, πασαδόρικο, πολλές φορές περιορισμένο στον παθητικό ρόλο της συνοδείας της λύρας ή του βιολιού, στα ικανά χέρια του Κουτσουρέλη πήρε τη θέση που του αρμόζει.

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης θυμάται πάντα με συγκίνηση, τη βραδιά που έπαιξε στη λέσχη φιλελευθέρων, στις 15 Δεκεμβρίου 1932 επ’ ευκαιρία της ονομαστικής εορτής του εθνάρχη Βενιζέλου. Ο ίδιος ο πρόεδρος μάλιστα ευχαριστήθηκε τόσο πολύ που κάλεσε τους καλλιτέχνες Μαριάνο Γιώργη και Γιώργη Κουτσουρέλη στο σπίτι του να παίξουν και να γλεντήσουν μαζί του και με τους στενούς του φίλους.

Η καλλιτεχνική του δραστηριότητα υπήρξε υποτονική στα χρόνια του πολέμου, μα αμέσως μετά τον πόλεμο ο Γιώργης Κουτσουρέλης με τους αδερφούς του Μανώλη και Στέλιο ανάπτυξαν σπουδαία καλλιτεχνική δράση, που επηρέασε ουσιαστικά την πορεία και τη διάδοση της κρητικής μουσικής παράδοσης εντός και εκτός Κρήτης.

Στη μεταπολεμική του δισκογραφία συνεργάστηκε με μεγάλους καλλιτέχνες όπως ήταν ο Νικόλαος Σαριδάκης ή Μαύρος, ο Κωστής Μουντάκης και ο Νίκος Ξυλούρης. Πρώτος μεταπολεμικός του δίσκος το περίφημο ριζίτικο τραγούδι «Χίτλερ να μην το καυχηθείς» με δικούς του στίχους και μουσική. Το 1949-50 ο Γιώργος Κουτσουρέλης παρουσίασε σε δίσκο της Κολούμπια, τον περίφημο «Αρμενοχωριανό συρτό», τραγουδισμένο από το Χρήστο Κορονιωτάκη με σόλο λαγούτο, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ο συρτός αυτός μάλιστα αποτέλεσε τη βάση των μουσικών μοτίβων που σύνθεσε και χρησιμοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, σαν μουσική επένδυση του κινηματογραφικού Ζορμπά για να γίνει και αιτία αντιδικιών μεταξύ των συνθετών.

Μέχρι το 1960 υπήρξαν πολλές ηχογραφήσεις, ραδιοφωνικές εκπομπές, ακόμα και σε πανελλήνιο επίπεδο των αδερφών Κουτσουρέλη που διακόπηκαν απότομα λόγω του αιφνίδιου θανάτου του Μανώλη Κουτσουρέλη. Πέρασε ολόκληρη δεκαετία για να έρθει ξανά στο προσκήνιο ο Γιώργης ύστερα από πιέσεις φίλων και θαυμαστών του. Το καλλιτεχνικό του έργο βάρυνε με νέες εμφανίσεις, δημιουργίες και ικανή δισκογραφία. Μερικές από τις γνωστότερες συνθέσεις του είναι: Νενέ μου, Κρουσταλοβραχιωνάτη, Συρτός του Κουτσουρέλη, Άρωμα, Φουρνιανός κ.α. Πρέπει ακόμα να σημειωθεί πως η πατρότητα του γνωστού σε όλους μας Φιλεντέμ, ανήκει και αυτή στο Γιώργη Κουτσουρέλη και όχι στο Νίκο Ξυλούρη, όπως λανθασμένα και αδικαιολόγητα αποδίδεται.

Ο Γιώργης Κουτσουρέλης είχε πολλές προσκλήσεις να πάει στο εξωτερικό, παντού όπου υπήρχαν κρητικοί που ήθελαν να γνωρίσουν από κοντά και να ακούσουν το σπουδαίο έργο του. Δύο φορές μάλιστα τον είχε καλέσει ο διακεκριμένος μουσικολόγος-καθηγητής του πανεπιστημίου της Μπολόνια Ρομπέρτο Λέιντι, του οποίου ο θαυμασμός ήταν τόσος ώστε να τον αποκαλεί «ορχήστρα».

Το παίξιμο του Κουτσουρέλη ήταν πραγματικά μοναδικό και η συνθετική του ικανότητα μεγάλη. Ήταν το πρώτο σόλο λαγούτο που εμφανίστηκε στα μουσικά δρώμενα της Κρήτης. Χωρίς καμία υπερβολή ήταν αυτός που έδωσε την εξέχουσα θέση σ’ αυτό το όργανο, και το παίξιμο του ακόμα και σήμερα δεν έχει αντιγραφεί από κανένα σύγχρονό του. Ο Γιώργης Κουτσουρέλης έφυγε από τη ζωή στις 18 Ιουνίου του 1994 έχοντας αφήσει ένα πλούσιο έργο που αποκαλύπτει την πρωτοτυπία των δημιουργιών του, τη δεξιοτεχνία του στο λαγούτο, τη μοναδικότητα των ερμηνειών του.

Δε θέλω μέσα στην καρδιά

Δε θέλω μέσα στην καρδιά να βάλω κι άλλο πόνο,

Θέλω η πληγή που μ΄ άνοιξες αυτή να μένει μόνο.

Ήθελα να ΄μαι άρωμα που βάνεις στα μαλλιά σου

Σε κάθε σου αναπνοή να μπαίνω στην καρδιά σου.

Το άρθρο αυτό ας αποτελέσει το πρώτο μόνο μέρος ενός αφιερώματος για αυτούς τους τόσο σημαντικούς ανθρώπους που με την καλλιτεχνική τους δραστηριότητα έχτισαν και κόσμησαν μία σπουδαία μουσική παράδοση, την κρητική.

Συγγραφή και επιμέλεια άρθρου:

Άννα Μαριανάκη

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.