Οι πανεπιστημιακοι υποστηριζουν τα κρατικα πανεπιστημια
Η οικονομική στήριξη του δημόσιου, κρατικού πανεπιστημίου από την πολιτεία, με όραμα τη διασφάλιση της ακαδημαϊκής ελευθερίας και την άρτια παροχή γνώσης σε όσους το επιθυμούν και το επιδιώκουν είναι η κοινή συνισταμένη των θέσεων που εκφράζουν ο πρύτανης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Ιωάννης Σχινάς, ο πρώην αντιπρύτανης και Καθηγητής της Πολυτεχνικής Φίλιππος Τσαλίδης και ο πρόεδρος του ΤΕΦΑΑ Κυριάκος Ταξιλδάρης. Απογοητευμένοι και οι τρεις από τα χρήματα που δίνονται για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, εκφράζουν τις επιφυλάξεις τους για την εμπλοκή ιδιωτών στη διαδικασία προαγωγής της. Η Ελλάδα αποδεικνύεται φτωχή μάνα της γνώσης και ιδιόρρυθμη παιδαγωγός ως προς την εξαγωγή ενός σημαντικού κεφαλαίου ικανών επιστημόνων στο εξωτερικό, μια και η τροφοδοσία της στην έρευνα τη φέρνει στην προτελευταία θέση των χωρών του ΟΟΣΑ.
Σε μια εποχή που οι φοιτητικές παρατάξεις –τουλάχιστον αυτές που πρόσκεινται στο ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ, διστάζουν να τοποθετηθούν υπέρ ή κατά των μη κρατικών πανεπιστημίων, αν και η ΝΔ τα έχει από καιρό συμπεριλάβει στο πρόγραμμά της – οι πανεπιστημιακοί και μάλιστα οι συγκεκριμένοι που πριν μερικούς μήνες βρέθηκαν απέναντι στο εκλεκτορικό σώμα για να διεκδικήσουν τη διοίκηση του πανεπιστημίου, εκφράζουν πρώτα και κύρια την επιφύλαξή τους απέναντι στα μη κρατικά πανεπιστήμια.
Μαρία Αμπατζή
Ι. Σχινάς: «Η ανώτατη παιδεία να είναι ανοιχτή στους ικανότερους»
Ο πρύτανης του ΔΠΘ, σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ΠτΘ, παρουσιάζει τα πιθανά μοντέλα μη κρατικών πανεπιστημίων, είτε δημοσιών είτε ιδιωτικών, καταθέτει τον προβληματισμό του σε περίπτωση που ένα σύγχρονο μοντέλο τριτοβάθμιας στηριχθεί από χορηγούς και υπενθυμίζει τη δέσμευση του παρόντος πρυτανικού σχήματος να στηρίξει με όλες του τις δυνάμεις το δημόσιο πανεπιστήμιο και τη δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Για την εύρυθμη λειτουργία του παρόντος συστήματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης προϋποτίθεται η γενναία απόφαση του κράτους να στηρίξει τα προγράμματα σπουδών, για να μην υπολειτουργούν τα τμήματά της, κάτι που ήδη συμβαίνει. Καταθέτοντας τις άλλες πηγές χρηματοδότησης πλην του κράτους, μεταφέρει τη δυσαρέσκειά του για τις μηδενικές χορηγίες των Θρακιωτών στο Δημοκρίτειο. Υποστηρίζοντας το δημόσιο πανεπιστήμιο δηλώνει ότι προάγει την ακαδημαϊκή ελευθερία, δεδομένου ότι μόνο το κράτος μπορεί να τη διασφαλίσει.
Για τη φιλοσοφία και το γράμμα του νόμου που συνοδεύει τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια σημειώνει «είναι άκρως παρακινδυνευμένο να πούμε αυτή τη στιγμή ότι το κοινοτικό δίκαιο ευνοεί ή συγχωρεί τα ιδιωτικά πανεπιστήμια», ενώ δεν παραλείπει να αναφέρει το παράδειγμα της Γερμανίας που στηρίζει τα δημόσια πανεπιστήμια, όχι θεωρητικά αλλά ενισχύοντάς τα οικονομικά.
Μοντέλα μη κρατικών πανεπιστημίων
Μιλώντας για τα πιθανά μοντέλα ενός μη κρατικού πανεπιστημίου, ο πρύτανης του ΔΠΘ, Ιωάννης Σχινάς σημειώνει ότι στην ευρωπαϊκή παράδοση κυριαρχούν τα κρατικά πανεπιστήμια. «Η αντίθετη παράδοση είναι η αμερικάνικη. Υπάρχουν και κρατικά πανεπιστήμια, τα οποία δεν μετέχουν στη σειρά των ανωτάτης στάθμης πανεπιστημίων, που είναι ιδιωτικά. Τα 10 καλύτερα από τα αμερικάνικα πανεπιστήμια που είναι ιδιωτικά είναι πλήρως ανταγωνιστικά και από ορισμένες απόψεις καλύτερα από τα 10 καλύτερα ευρωπαϊκά, τα οποία είναι κρατικά».
Ο κ. Σχινάς σημειώνει το δημόσιο πανεπιστήμιο μπορεί να είναι κρατικό ή προϊόν άλλου μορφώματος του δημοσίου δικαίου. «Υπό αυτή την έννοια, το ελληνικό πανεπιστήμιο είναι κρατικό γιατί εποπτεύεται και χρηματοδοτείται από το κράτος, είναι όμως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όπως το κράτος, έτσι και άλλοι φορείς δημόσιας εξουσίας, όπως είναι η περιφερειακή, νομαρχιακή, τοπική αυτοδιοίκηση είναι νοητό να ιδρύουν ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία κατ’ αρχήν είναι εξίσου δημόσια με τα κρατικά. Κατόπιν έχουμε το είδος του ιδιωτικού πανεπιστημίου, που είναι μη κερδοσκοπικός οργανισμός κι έχει –με τα δεδομένα του ελληνικού δικαίου – το νομικό ένδυμα του ιδρύματος και τέλος είναι νοητό, αλλά τελείως έξω από τη συνταγματική τάξη, ένα εντελώς ιδιωτικό πανεπιστήμιο, το οποίο μπορεί να είναι ένα μόρφωμα κερδοσκοπικού χαρακτήρα, λόγου χάρη ανώνυμη εταιρεία».
Περί ενδιάμεσων ή μεικτών μορφών κάνει λόγο ακολούθως ο κ. Σχινάς: «Είναι εκείνες όπου το πανεπιστήμιο είναι δημόσιος οργανισμός, πλην όμως εν μέρει χρηματοδοτείται είτε από χορηγούς είτε από άλλους φορείς, οι οποίοι ζητούν τις υπηρεσίες του, πληρώνοντάς τες». Ο πρύτανης του ΔΠΘ αναγνωρίζει ότι σ’ αυτή την περίπτωση ενέχεται ένας κίνδυνος εξάρτησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Δικαίωμα στην τριτοβάθμια
Για το αν και κατά πόσο υπάρχει κενό στην ελληνική τριτοβάθμια εκπαίδευση για κάποιους που δεν επιτυγχάνουν την εισαγωγή τους με το παρόν σύστημα ο κ. Σχινάς απαντά: «Τίθενται επί τάπητος τεράστια ζητήματα, τα οποία είναι ευρύτατα κοινωνικά. Το ένα είναι τι σημαίνει δικαίωμα στην παιδεία και πρόσβαση στη γνώση. Κατά μία άποψη, την οποία συμμερίζομαι, το δικαίωμα στηρίζεται στην αρχή της ισότητας και σημαίνει ίσες ευκαιρίες. Με βάση αυτή τη θεώρηση η ανώτατη παιδεία δεν μπορεί να είναι ανοιχτή σε όλο τον κόσμο αλλά στους ικανότερους.
Συνεπώς, αυτό που πρέπει να διαφυλαχτεί είναι η πραγματική ισότητα των ευκαιριών, η οποία εξασφαλίζεται όταν υπάρχει πραγματική ισότητα στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση κι επιπλέον στη δωρεάν ανώτατη παιδεία». Επισημαίνει ότι αυτή δεν μεταφράζεται ως μη ύπαρξη διδάκτρων και δωρεάν συγγράμματα, «τα οποία αποτελούν πολύ αμαρτωλή ιστορία, κατάλοιπο της δικτατορίας, τον καιρό που ο Γεώργιος Παπαδόπουλος ήταν και υπουργός Παιδείας. Εάν θεωρούμε ότι ο κάθε πολίτης, ανεξαρτήτως ικανοτήτων, να έχει δικαίωμα όχι ίσων ευκαιριών πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, αλλά πραγματικής πρόσβασης και συμπληρωματικά θεωρούμε ότι και ο κάθε πτυχιούχος της ανώτατης εκπαίδευσης έχει δικαίωμα όχι εισόδου στην ανταγωνιστική αγορά εργασίας, αλλά επαγγελματικής αποκατάστασης, τότε διερωτώμεθα ποιος πρέπει να είναι ο ορισμός του πανεπιστημίου.
Όταν ήταν υπουργός Παιδείας ο σημερινός πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε ξεκαθαρίσει ότι τα πανεπιστήμια προάγουν και μεταδίδουν επιστημονική γνώση και όχι επαγγελματική αποκατάσταση και ότι ο προγραμματισμός των πανεπιστημίων δεν μπορεί να στηρίζεται σε μία κοινωνικοοικονομική στάθμιση της κοινωνικής απορροφητικότητας των διαφόρων κλάδων της γνώσης.
Το υπ’ εμέ πρυτανικό σχήμα στις πρυτανικές εκλογές δεν έδωσε καμία υπόσχεση σε κανέναν. Ανέλαβε μία και μοναδική δέσμευση, να στηρίξει με όλες του τις δυνάμεις το δημόσιο πανεπιστήμιο και τη δωρεάν πανεπιστημιακή εκπαίδευση». Η υπενθύμιση που γίνεται από τον πρύτανη του ΔΠΘ σημαίνει ότι σε μια συνάντηση πρυτάνεων η θέση τους θα είναι ξεκάθαρη.
Απόδοση και οικονομικά
Ο πρύτανης του ΔΠΘ διακρίνει κάποια όρια στις δυνατότητες της δωρεάν πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, τα οποία δεν θέτει κανείς άλλος παρά το κράτος, που δεσμεύεται από το άρθρο 10 του συντάγματος. «Το δημόσιο πανεπιστήμιο ως προς τις λειτουργικές του δαπάνες εξαρτάται οικονομικά από μία και μόνη πηγή, τον τακτικό κρατικό προϋπολογισμό. Όταν, είτε στενότητας δημόσιων πόρων είτε λόγω ιεράρχησης αναγκών, που αποτελούν κατεξοχήν πολιτικό έργο της κυβέρνησης, το δημόσιο πανεπιστήμιο τοποθετείται στην πολύ χαμηλή ιεραρχικά τάξη, στην οποία την τοποθετεί αυτή τη στιγμή η ελληνική κυβέρνηση και πιθανότατα η όποια κυβέρνηση τη διαδεχτεί, είναι σαφές ότι η ανταγωνιστικότητα, η αποδοτικότητα του δημόσιου πανεπιστημίου προσδιορίζεται από τα χρήματα που της διαθέτει το κράτος. Αν το κράτος της κόψει τον αέρα δεν θα μπορεί να αναπνεύσει. Αν της δώσει λίγο αέρα θα αναπνέει λίγο και ανεπαρκώς. Συνεπώς, είναι μη λογικό να κάνουμε τη σύγκριση των δυνατοτήτων του δημόσιου πανεπιστημίου και του ιδιωτικού γενικά και αφηρημένα. Όταν το κράτος υποχρηματοδοτεί το δημόσιο πανεπιστήμιο η απόδοσή του θα μειώνεται. Άρα, το πρόβλημα της επιλογής δημόσιου ή ιδιωτικού πανεπιστημίου προϋποθέτει ότι η χρηματοδότηση είναι ανάλογη με τις ανάγκες του πανεπιστημίου». Ο κ. Σχινάς σημειώνει ότι τις ανάγκες μπορεί να τις εκτιμήσει το ίδιο το πανεπιστήμιο με βάση τα επίπεδα της ερευνητικής και διδακτικής του απόδοσης. «Η καθαρή μορφή του δημόσιου πανεπιστημίου είναι κάτι το οποίο κυβέρνηση και αξιωματική αντιπολίτευση δεν φαίνονται να στηρίζουν. Στην πράξη εκδηλώνεται με την υποχρηματοδότηση του δημόσιου πανεπιστημίου».
Το δημόσιο πανεπιστήμιο εξαρτάται από το δημόσιο ως προς τις λειτουργικές του δαπάνες, που είναι η μισθοδοσία, η ηλεκτροδότηση, οι επικοινωνίες, η φύλαξη, η καθαριότητα, η ύδρευση και άλλες.
Πηγές χρηματοδότησης δημόσιου πανεπιστημίου
Σχετικά με τις πηγές χρηματοδότησης του πανεπιστημίου ο κ. Σχινάς αναφέρεται αρχικά στις δωρεές. «Υπάρχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ των πανεπιστημίων, ανάλογα με το βαθμό που η κοινωνία ή τα επιμέρους κοινωνικά υποσύνολα έχουν αγκαλιάσει το πανεπιστήμιο. Στην τελευταία πανελληνίως θέση βρίσκεται το πανεπιστήμιο Θράκης, διότι ουδείς Θρακιώτης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, διανοήθηκε ποτέ να βάλλει το χέρι στην τσέπη και να δώσει μία δραχμή. Οι συνθήκες, κυρίως στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, είναι τελείως διαφορετικές, στο πανεπιστήμιο Κρήτης, γιατί οι Κρητικοί εκτιμούν την παιδεία και είναι γενναιόδωροι σε βαθμό πολλαπλάσιο από τους Θρακιώτες, στα Ιωάννινα, στη Θεσσαλονίκη».
Μια άλλη πηγή οικονομικής αιμοδότησης των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων αποτελεί η πανεπιστημιακή περιουσία. «Ελλείψει δωρεών το ΔΠΘ δεν έχει περιουσία».
Πηγή χρηματοδότησης είναι και τα δίδακτρα. Ο κ. Σχινάς θέτει μια σειρά από ερωτήματα: «Για μας η δωρεάν πανεπιστημιακή παιδεία είναι αδιαπραγμάτευτη. Αυτό περιλαμβάνει τον προπτυχιακό κύκλο και τα μεταπτυχιακά; Επεκτείνεται στα συγγράμματα, στη στέγαση, τη μεταφορά και τη φοίτηση; Θα υπάρχει σύστημα υποτροφιών; Τι γίνεται με τις υπέρογκες δαπάνες των οικογενειών, όταν τα παιδιά τους φοιτούν σε άλλη πόλη; Αυτό αφορά ειδικά το Δημοκρίτειο, όπου ακόμη και μία μορφή απόλυτα δωρεάν παιδείας δεν παύει να είναι δυσβάσταχτη για τις οικογένειες».
Μια ακόμη πηγή αποτελούν οι δημόσιες επενδύσεις, που στηρίζουν το κτιριακό κι εξοπλιστικό πρόγραμμα των πανεπιστημίων.
Στις πηγές ο κ. Σχινάς συγκαταλέγει και τα κοινοτικά προγράμματα.
Ιδιωτικό vs δημόσιο
Ο πρύτανης του ΔΠΘ θίγει το ζήτημα της διαφοροποίησης του ιδιωτικού από το δημόσιο πανεπιστήμιο, το οποίο θυμίζει ότι θεωρείται δημόσιο αγαθό. «Θεμελιώνεται στην ακαδημαϊκή ελευθερία, η οποία είναι συνταγματικός θεσμός, πλήρως κατοχυρωμένος και καλύπτει όχι μόνο την ελεύθερη έκφραση αλλά και την ελευθερία του ακαδημαϊκού προγραμματισμού, όπως ιδίως εκδηλώνεται στην κατάρτιση προπτυχιακών και μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, το χαρακτηρισμό του γνωστικού αντικειμένου των θέσεων ΔΕΠ και τις ερευνητικές προτεραιότητες.
Υποτίθεται ότι το κράτος εκφράζει το λαό, την κοινωνία, το έθνος και ότι συνεπώς είναι το μόνο ικανό να διασφαλίζει όρους, κατά το δυνατόν πλήρους ακαδημαϊκής ελευθερίας. Όταν το κράτος δηλώνει ανεπάρκεια κάλυψης των δαπανών λειτουργίας ενός πλήρους και ικανοποιητικού συστήματος δημόσιας εκπαίδευσης, οι πόροι αυτοί πρέπει να αντληθούν από αλλού. Τότε, η ακαδημαϊκή ελευθερία υποβαθμίζεται. Είναι εύλογο ότι είτε ο ιδιώτης, είτε κάποια οντότητα ξένη προς το κράτος και την κοινωνία δίδει χρήματα, ο λόγος δεν είναι ανώτερος υποψίας για κάθε είδους ιδιοτέλεια. Ακόμη κι όταν τα χρήματα δίνονται με πλήρη διασφάλιση ελευθερίας ως προς τη διαχείρισή τους, η υστεροβουλία μπορεί άνετα να λειτουργήσει, ιδίως προς την κατεύθυνση των δημόσιων σχέσεων και τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης». Ο πρύτανης του ΔΠΘ υπενθυμίζει τους σκοπούς του πανεπιστημίου, την προαγωγή και τη μετάδοση της γνώσης.
Ελληνικό και κοινοτικό δίκαιο
Ως νομικός ο Ιωάννης Σχινάς είναι αρμόδιος να ενημερώσει κατά πόσο το σύνταγμα επιτρέπει την ίδρυση των ιδιωτικών πανεπιστημίων: «Το σύνταγμα σε 3 περίπου χρόνια από σήμερα θα είναι δεκτικό αναθεώρησης. Το κοινοτικό ευρωπαϊκό δίκαιο έχει συνταγματική ισχύ, συνεπώς οι συνταγματικοί ορισμοί δεν αποτελούν επαρκή αιτιολόγηση της παράκαμψης του κοινοτικού δικαίου. Είναι άκρως παρακινδυνευμένο να πούμε αυτή τη στιγμή ότι το κοινοτικό δίκαιο ευνοεί ή συγχωρεί τα ιδιωτικά πανεπιστήμια».
Δεδομένης της ευρωπαϊκής παράδοσης στα κρατικά πανεπιστήμια και της Μ. Βρετανίας, που συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό και ελλήνων φοιτητών στα πανεπιστήμιά της, που όμως έχουν δίδακτρα, ο κ. Σχινάς αναφέρεται στο πιθανά κορυφαίο πολιτικό πρόβλημά της. «Τους απασχολεί η αύξηση των διδάκτρων των πανεπιστημίων, τα οποία είναι μεν δημόσια αλλά δεν επαρκεί η κρατική επιχορήγηση για την κάλυψη των λειτουργικών τους εξόδων και πάντα είχαν δίδακτρα, τα οποία για τους πολίτες της ΕΕ είναι χαμηλά, αλλά η αύξησή τους πρόκειται να μειώσει το χαρακτήρα του πανεπιστημίου ως κοινωνικού αγαθού για τους Βρετανούς.
Η Γερμανία ανέκαθεν είχε αποκλειστικά και μόνο κρατικά πανεπιστήμια, δεν ήταν όμως τόσο τσιγκούνα όσο η υπόλοιπη Ευρώπη, γιατί εκτιμούσε την παιδεία της, γι’ αυτό και το γερμανικό πανεπιστήμιο δεν πέρασε από παρακμή».
Απογοήτευση από τα κόμματα
Πληγή της υποβάθμισης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα μας αποτελεί η χαμηλή χρηματοδότηση των ιδρυμάτων. Επ’ αυτού ο πρύτανης του ΔΠΘ σχολιάζει «είμαι βαθιά απογοητευμένος από το ΠΑΣΟΚ κι έχω πολύ μικρή ελπίδα ότι εάν η κυβέρνηση είναι της ΝΔ τα πράγματα θα βελτιωθούν».
Η γενιά του διεκδικούσε το 15% για την παιδεία κι ο ίδιος ήταν ιδιαίτερα μαχητικός. «Είχα τις δέσμες με τα ψηφοδέλτια και γύριζα στα σχολεία και μάζευα τις υπογραφές των δασκάλων και των καθηγητών για το 15%».
Ουτοπία πλέον το 15%, ορατός στόχος το 5% για όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, πλην όμως ο κ. Σχινάς υποστηρίζει «η βαθύτερη ουσία του ρεαλισμού είναι η μάχη για την ουτοπία». Όσο για την έρευνα και τη βαρύτητα που κατέχει στις επιλογές των ιθυνόντων του υπουργείου σημειώνει ότι είμαστε προτελευταίοι στον ΟΟΣΑ.
Κ. Ταξιλδάρης: «Τα δύο μεγάλα κόμματα δεν ασχολήθηκαν σοβαρά με το θέμα»
Ο πρόεδρος του ΤΕΦΑΑ Κομοτηνής Κυριάκος Ταξιλδάρης σχολίασε για τον ΠτΘ τη διαφαινόμενη τάση προς τα μη κρατικά πανεπιστήμια, μετά και τις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Παπανδρέου. «Με μία απλή δήλωση ότι βλέπει θετικά μια τέτοια εξέλιξη και χωρίς να διαβάσουμε λεπτομερειακά ένα αναλυτικό πρόγραμμα δεν είμαστε σε θέση να το κατανοήσουμε και να τοποθετηθούμε. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε σε μια προεκλογική περίοδο, όπου και τα δύο μεγάλα κόμματα προχωρούν σε δηλώσεις που αφορούν το εκπαιδευτικό μας σύστημα, αλλά δεν είναι μια σοβαρή συζήτηση πάνω στο τι ακριβώς θα ισχύσει. Τα δύο μεγάλα κόμματα δεν ασχολήθηκαν σοβαρά με το θέμα. Οι δηλώσεις τους είναι περισσότερο για εντυπωσιασμό κι επειδή βλέπουν τι γίνεται στον ευρωπαϊκό χώρο και φοβούνται ότι δεν μπορούν ν’ ακολουθήσουν διαφορετικό δρόμο.
Ακόμη και η δήλωση της ΝΔ επί του εκπαιδευτικού της προγράμματος, που έχει κυκλοφορήσει από καιρό, θεωρώ ότι δεν ευσταθεί. Κάποιος που το έχει διαβάσει προσεκτικά δε νομίζω ότι μπορεί να πάρει θέση πάνω στα όσα πρεσβεύει ότι θα ισχύσουν σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια. Αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζουμε μια πραγματικότητα στον ευρωπαϊκό χώρο, μετά τη Μπολόνια, την Πράγα, θέματα αλληλένδετα ακόμη και μ’ αυτή τη νέα μορφή της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Για παράδειγμα, αυτό το διάστημα γίνεται πολύ μεγάλος πόλεμος στην Ελλάδα για την αναγνώριση ευρωπαϊκών τίτλων σπουδών. Κανένας δεν γνωρίζει τι θα γίνει με τον αριθμό των εξαμήνων στις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές. Η Ελλάδα παραμένει στον πυρήνα των χωρών που επιδιώκουν να διατηρήσουν το παλαιό σύστημα». Ο κ. Ταξιλδάρης αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο «να υποχρεωθούμε να αναγνωρίσουμε τίτλους από σχολεία που ξεκίνησαν από την ιδιωτική εκπαίδευση, χωρίς να είμαστε υποστηρικτές της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην τριτοβάθμια».
Μεταπτυχιακές σπουδές και δίδακτρα
Εκτιμά ότι είναι καιρός ν’ αρχίσει ο προβληματισμός επί της τριτοβάθμιας, για την κατάσταση της οποίας στις μεταπτυχιακές σπουδές μεταφέρει: «Το ΤΕΦΑΑ και άλλα 60 τμήματα, βάσει της περσινής καταγραφής, τρέχουν μεταπτυχιακά προγράμματα σπουδών, στα οποία οι φοιτητές καταβάλουν και δίδακτρα, γιατί το κόστος είναι τόσο μεγάλο ώστε το υπουργείο Παιδείας να μην είναι σε θέση να τρέξει αυτά τα προγράμματα. Το κόστος των προγραμμάτων μας κυμαίνεται στο 1.200.000 δρχ για 4 εξάμηνα σπουδών κι εκτιμούμε ότι είναι από τα φθηνότερα στην Ελλάδα. Στη συνέχεια, το κόστος για το διδακτορικό είναι πάρα πολύ μικρό». Το ΤΕΦΑΑ Κομοτηνής δίνει τη δυνατότητα σε μεταπτυχιακούς που ζουν στην Κομοτηνή να εξασφαλίσουν από ωριαίες αντιμισθίες και υποτροφίες ένα σημαντικότερο μέρος του ποσού που καταβάλουν.
Για το κατά πόσο είναι εφικτό να λειτουργήσουν δομές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με τη συνεργασία της αυτοδιοίκησης και οικονομικών και κοινωνικών φορέων για την κάλυψη πιθανών κενών ο κ. Ταξιλδάρης αντιμετωπίζει την προοπτική αυτή θετικά από τη στιγμή που υπάρχουν φορείς που μπορούν να εξασφαλίσουν την αξιοπιστία και το υψηλό επίπεδο. Επανερχόμενος στο θέμα των μεταπτυχιακών σπουδών θέτει τα όρια των διδάκτρων για την εύρυθμη και σοβαρή λειτουργία των προγραμμάτων: «Να μην αποτελεί μία κερδοσκοπική επιχείρηση, γιατί τα προηγούμενα χρόνια καταλήξαμε στα ποσά, με τη σύμφωνη γνώμη των φοιτητών της Συγκλήτου. Οι φοιτητές κατανοούν ότι διαφορετικά δεν θα έχουν μεταπτυχιακές σπουδές επιπέδου.
Υπάρχουν μεταπτυχιακά προγράμματα, στα οποία διδάσκουν όποιοι θέλουν και όποτε θέλουν και στο τέλος λαμβάνουν ένα τίτλο. Όσοι μεταπτυχιακοί μας φοιτητές βρίσκονται στο εξωτερικό και γνωρίζουν τι κάνουμε λένε ότι πουθενά δεν έχουν συναντήσει πιο σκληρό μεταπτυχιακό πρόγραμμα από αυτό του ΤΕΦΦΑ.
Στην Ελλάδα, υπάρχουν πανεπιστήμια τα οποία για 30 θέσεις είχαν 700 αιτήσεις και το κόστος του μεταπτυχιακού τους ανέρχεται στα 3 – 3,5 εκατομμύρια δραχμές.
Όταν σε πρόταση στο υπουργείο Παιδείας λάβαμε θετική απόφαση για ένα διατμηματικό μεταπτυχιακό στην Οργάνωση και Διοίκηση του Αθλητισμού και ορίσαμε ότι δεν θέλουμε να ξεπεράσουμε το όριο του 1,5 εκατομ. δραχμών για δίδακτρα το αποτέλεσμα ήταν να μην τρέξει το πρόγραμμα. Προσπαθούμε να έχουμε ένα τέτοιο κόστος που δεν θα είναι απαγορευτικό και από την άλλη να είναι ένα σοβαρό πρόγραμμα».
Ο κ. Ταξιλδάρης αμφισβητεί την ποιότητα των δωρεάν μεταπτυχιακών προγραμμάτων και θέτει το ερώτημα «πώς μετακινούνται αξιόλογοι επιστήμονες για να διδάσκουν από τη στιγμή που το τμήμα δεν μπορεί να τους δώσει ούτε τις αποζημιώσεις τους, μια και τα χρήματα που δίνει το υπουργείο είναι πραγματικά αστεία;»
Φ. Τσαλίδης: «Να λειτουργεί σωστά το δημόσιο πανεπιστήμιο»
Ο πρώην αντιπρύτανης του ΔΠΘ και Καθηγητής της Πολυτεχνικής Ξάνθης, Φίλιππος Τσαλίδης σχολιάζει τη θέση του Γιώργου Παπανδρέου για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, που θα συνεργάζονται με κοινωνικοοικονομικούς φορείς. «Νιώθω ότι υποτιμάται η νοημοσύνη του ελληνικού λαού. Η ΝΔ μιλάει για μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια από το 2000 –περιλαμβάνονται στο πρόγραμμά της για την παιδεία- και πάντα η κυβερνώσα παράταξη ήταν αντίθετη σε οποιαδήποτε ιδέα μη κρατικού πανεπιστημίου. Μου προκαλεί εντύπωση το ότι φθάνει μια κουβέντα του νυν υπουργού Εξωτερικών και επερχόμενου προέδρου του ΠΑΣΟΚ για τη δημιουργία ενός παρόμοιου κλίματος, σε σημείο να βλέπει κάποιος στα διάφορα παράθυρα των ΜΜΕ, ανθρώπους της κυβερνώσας παράταξης, που αποδεδειγμένα πολέμησαν το μη κρατικό πανεπιστήμιο, να είναι οι πιο ένθερμοι οπαδοί».
Ελλάδα – Ιράν
Ο κ. Τσαλίδης υποστηρίζει το να λειτουργεί εν πρώτοις σωστά και με κανόνες το δημόσιο πανεπιστήμιο. «Από κει και πέρα θα μπορούσαν να τεθούν και οι κανόνες για τη θέσπιση μη κρατικών πανεπιστημίων. Πολλοί φοιτητές φεύγουν από την Ελλάδα για το εξωτερικό. Είμαστε η δεύτερη χώρα, μετά το Ιράν, σε εξαγωγή φοιτητών. Πολλά από τα παιδιά, κάποια από τα οποία πηγαίνουν σε αμφιβόλου ποιότητας πανεπιστήμια, θα μπορούσαν να μένουν στην Ελλάδα». Περνάει, στη συνέχεια, στο γκρίζο κεφάλαιο των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών. «Τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών συνεργάζονται με πανεπιστήμια, κυρίως της Μ. Βρετανίας, τα οποία δεν είναι ό,τι καλύτερο και ανήκουν θεσμικά στο υπουργείο Εμπορίου. Είναι δημόσιο ή εμπορικό αγαθό, επομένως;»
Ο κ. Τσαλίδης επιμένει στην αναβάθμιση των δημοσίων πανεπιστημίων της Ελλάδας, τονίζοντας την αυτονόητη αύξηση της χρηματοδότησης της ανώτατης εκπαίδευσης. «Η ΝΔ θ’ αυξήσει το ποσοστό του ακαθάριστού εθνικού προϊόντος κατά 5%, για την παιδεία» σημειώνει.
Σχετικά με τους κανόνες λειτουργίας τους, κάνει λόγο για την ανάγκη δημιουργίας ενός θεσμικού πλαισίου. «Από όσο γνωρίζω δεν είναι απαραίτητη η αναθεώρηση του συντάγματος, αλλά απαιτείται ένα θεσμικό πλαίσιο». Για το αν θα λειτουργήσει με δίδακτρα ή όχι ένα μη κρατικό πανεπιστήμιο, ώστε να είναι προσιτό στα παιδιά όλων των κοινωνικών τάξεων, ο κ. Τσαλίδης αποτυπώνει την άποψή του, γνωρίζοντας τα οικονομικά και ως πρώην αντιπρύτανης Οικονομικού Προγραμματισμού. «Μιλάμε για δωρεάν παιδεία, αλλά όλοι ξέρουμε ότι κάθε άλλο παρά δωρεάν είναι. Ή θα κάνουμε τομές και ρήξεις και θα μιλήσουμε για μια παιδεία τελείως διαφορετική από τη σημερινή και για τις τρεις βαθμίδες της εκπαίδευσης ή αλλιώς θα συνεχίσουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, όπως κάναμε με τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών. Σε προπτυχιακό επίπεδο θεωρώ ότι πρέπει να είναι δωρεάν ή να έχουν κάποια πολύ χαμηλά δίδακτρα».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
