Οι ελληνορθοδοξες εκκλησιες στην Κωνσταντινουπολη

Η νέα έκθεση του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία εγκαινιάστηκε από την Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, στις 18 Ιανουαρίου, στο Σισμανόγλειο Μέγαρο, είναι αφιερωμένη στις ελληνορθόδοξες εκκλησίες της Βασιλεύουσας, που λειτουργήθηκαν στα οθωμανικά χρόνια και ανάγονται στους αιώνες πριν από τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ (19ος αι.).

 

Η έκθεση, στην οποία παρουσιάζεται φωτογραφικό υλικό από το σύνολο των ελληνορθόδοξων εκκλησιών της Κωνσταντινούπολης της περιόδου εκείνης, αποσκοπεί στην εξοικείωση του τουρκικού κοινού με την ελληνορθόδοξη κληρονομιά της Πόλης. Παρουσιάζονται 53 εκκλησίες που αποτελούν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των βυζαντινών εκκλησιών και των ελληνορθόδοξων ναών που κτίστηκαν στην ύστερη οθωμανική εποχή, μετά τις μεταρρυθμίσεις.

 

Επιμελητής της έκθεσης είναι ο Τούρκος Βυζαντινολόγος, Δρ. Ζαφέρ Καρατζά, ο οποίος έχει επικεντρωθεί στην μελέτη των εκκλησιών αυτών και το 2008 εξέδωσε, στα τουρκικά, σχετικό βιβλίο με τίτλο «Οι ελληνορθόδοξες εκκλησίες στην Πόλη πριν από το Τανζιμάτ». Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 21 Φεβρουαρίου 2010 και είναι ανοιχτή για το κοινό καθημερινά 16.00-20.00 και Σαββατοκύριακα 12.00-20.00.

 

Ο ΠτΘ παρουσιάζει σήμερα την συνοδευτική έκδοση της έκθεσης, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά και τουρκικά, μέσα από την οποία ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ανακαλύψει τις αιτιώδεις σχέσεις της αρχιτεκτονικής εξέλιξης στο διάβα της ιστορίας….
 

Οι εκκλησίες μετά την Άλωση

«Κατά την οθωμανική περίοδο, οι πρώτες γνωστές καταγραφές για την ύπαρξη των ελληνορθόδοξων εκκλησιών στην Πόλη ανάγονται εκατό χρόνια περίπου μετά την Άλωση. Σύμφωνα με πληροφορίες ερευνητών και περιηγητών που είχαν επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη, ο αριθμός των εκκλησιών της φαίνεται να ποικίλλει από εποχή σε εποχή.

 

Μετά την Άλωση, η ελληνορθόδοξη κοινότητα της Πόλης συσπειρώνεται γύρω από τον Γεννάδιο Σχολάριο, ο οποίος, με πρόταση του ίδιου του Πορθητή, εκλέγεται πατριάρχης από την Αγία και Ιερά Σύνοδο. Η ζωή των ελληνορθόδοξων, την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συνεχίζεται υπό την σκέπη του Πατριαρχείου και την ηγεσία του Πατριάρχη, ο οποίος αναλαμβάνει καθήκοντα “Μιλλέτμπαση”, δηλαδή αρχηγού του Γένους, υπεύθυνου απέναντι στον σουλτάνο. Μετά την Άλωση, προκειμένου να μην απολεσθούν οι κατεστραμμένες εκκλησίες και χρησιμοποιηθούν τα υλικά τους ως οικοδομικό υλικό, καταβάλλεται προσπάθεια να επισκευασθούν το συντομότερο δυνατό. Έτσι, εξασφαλίζεται η διαδοχή των βυζαντινών εκκλησιών στον ίδιο χώρο. Η διαχρονική παρουσία των εκκλησιών στον ίδιο χώρο αποδίδεται και στην παράδοση της ελληνορθόδοξης κοινότητας να κτίζει τις εκκλησίες της πάνω ή πλάι σε αγιάσματα, όπως συνηθιζόταν και στην βυζαντινή περίοδο. Στο πέρασμα του χρόνου, οι ελληνορθόδοξες εκκλησίες διατηρούν την βυζαντινή τους κληρονομιά και, χάρη στις επισκευές ή τις ανοικοδομήσεις, που γίνονται, πάντοτε στο πλαίσιο των σχετικών οθωμανικών κανονισμών, διατηρούν και την αρχιτεκτονική τους υπόσταση.

Η αρχιτεκτονική πριν και μετά το Τανζιμάτ

Κατά την οθωμανική περίοδο, μεγάλο τμήμα των βυζαντινών εκκλησιών, ιδιαίτερα αυτών που φέρουν τρούλο, αποκτούν νέα λειτουργία, καθώς μετατρέπονται σε τεμένη. Οι εναπομείνασες εκκλησίες χρησιμοποιούνται ως λατρευτικοί χώροι της ελληνορθόδοξης κοινότητας. Οι εκκλησίες της εποχής, κατά κανόνα, είναι ξυλόστεγες μικρές βασιλικές, δηλαδή ορθογώνια οικοδομήματα, περίκλειστα και ταπεινά. Απαγορεύεται να φέρουν τρούλο, καθώς και να έχουν εξωτερικά σταυρό ή άλλο διακριτικό σύμβολο. Επίσης επειδή ο ήχος της καμπάνας απαγορεύεται, δεν υπάρχει ούτε καμπαναριό. Έτσι, την οθωμανική περίοδο πριν από το Τανζιμάτ, οι ελληνορθόδοξες εκκλησίες διαμορφώνονται ως απλές, λιτές και τυποποιημένες βασιλικές.

 

Μέχρι το Τανζιμάτ, η αρχιτεκτονική των λατρευτικών κτιρίων Χριστιανών υπόκειται σε υποχρεωτικούς κανόνες. Γενικά, απαγορεύεται η οικοδόμηση νέων ναών. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατόν να οικοδομηθούν νέοι, υπό την προϋπόθεση να έχει προϋπάρξει ναός στον συγκεκριμένο τόπο και ο νέος ναός να φέρει να αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του παλιού. Σε περίπτωση που εκδίδεται η σχετική άδεια, η επισκευή των ναών μπορεί να γίνει υπό τον όρο της διάτρησης των διαστάσεων και των αρχικών σχεδίων τους, δηλαδή κατά τρόπο που αποτρέπει οποιαδήποτε καινοτομία. Επιπροσθέτως, πέρα από αυτό το σύστημα αδειών και ελέγχου, η εν γένει διαδικασία είναι περίπλοκη και πολυέξοδη. Έτσι, όλο το διάστημα ως το Τανζιμάτ, η ελληνορθόδοξη κοινότητα υποχρεώνεται να περιοριστεί, ως επί το πλείστον, στην ανοικοδόμηση και επισκευή των ήδη υπαρχουσών εκκλησιών της.

 

Με την αλλαγή που επέρχεται στα μέσα του 19ου αιώνα, με την έκδοση των φιρμανιών του Τανζιμάτ και του Ισλαχάτ, καθίσταται δυνατή η ανέγερση νέων εκκλησιών και αίρονται οι αρχιτεκτονικοί περιορισμοί. Ο άνεμος ελευθερίας που πνέει οδηγεί στην ταχεία αύξηση του αριθμού νεόδμητων εκκλησιών και στην αναζήτηση νέων ρυθμών, τεχνικών και τεχνοτροπιών. Οι εκκλησίες της νέας περιόδου έχουν οπωσδήποτε τρούλο, κωδωνοστάσιο, μεγάλες διαστάσεις και πλούσια εξωτερική διακόσμηση. Εγκαταλείπεται, έτσι. Ο ιδιαίτερος αρχιτεκτονικός χαρακτήρας των εκκλησιών της προγενέστερης οθωμανικής περιόδου και αντικαθίσταται από μια άλλη αντίληψη, ένα νέο, πληθωρικό αρχιτεκτονικό ύφος με εκλεκτικιστικά στοιχεία.

Οι εκκλησίες της Πόλης σήμερα

Στις μέρες μας λειτουργούν στην Πόλη 96 ελληνορθόδοξες εκκλησίες. Οι ναοί αυτοί διαφέρουν ως προς τον τρόπο διαχείρισης και την χρήση τους. Μεταξύ αυτών υπάρχουν 10 μοναστηριακοί ναοί, 12 κοιμητητιακοί, 2 ιδρυματικοί, 1 ιδιωτικό παρεκκλήσιο και 7 μετόχια. Μελετώντας την ιστορική πορεία των ελληνορθόδοξων εκκλησιών, βλέπουμε ότι ο μόνος ναός, που έλκει την καταγωγή του από την βυζαντινή εποχή και παραμένει ορθόδοξη εκκλησία μέχρι σήμερα, είναι η Παναγία Μουχλιώτισσα στην περιοχή του Φαναρίου. Παράλληλα, 53 εκκλησίες χρονολογούνται από την προ του Τανζιμάτ οθωμανική μερίοδο, ενώ 42 οικοδομήθηκαν μετά το Τανζιμάτ.

 

Οι ελληνορθόδοξες εκκλησίες που χρονολογούνται από την προ του Τανζιμάτ περίοδο διέπονται από πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές, που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της οθωμανικής αντίληψης των πραγμάτων. Οι εκκλησίες αυτές που, από απόψεως της ιστορίας της τέχνης, εντάσσονται σε μία ενότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, αναδεικνύουν την συνέχεια από την βυζαντινή εποχή ως τις μέρες μας. Ως βασιλικές, είναι κτίρια με ορθογώνια αίθουσα, συμμετρικά ως προς τον επιμήκη άξονά τους (ανατολή-δύση), με δίρριχτες ξύλινες στέγες, Ως επί το πλείστον, οι εκκλησίες αυτές είναι κατασκευασμένες από το ίδιο υλικό – σπασμένες ή χοντροπελεκημένες πέτρες – και με την ίδια τεχνική. Εσωτερικά και εξωτερικά, είναι επιχρισμένες, ενώ τα δάπεδα τους είναι καλυμμένα με μαρμάρινες πλάκες. Έχουν τρεις ή τέσσερεις εισόδους, εκ των οποίων, τουλάχιστον η μία (συνήθως είναι και η κύρια είσοδος), βρίσκεται δυτικά. Οι πλαϊνές όψεις τους είναι κατά κανόνα απλές, με είσοδο και μονή σειρά παραθύρων, ενώ στην ανατολική και δυτική όψη τους, φέρουν τριπλό παράθυρο στο επίπεδο του κεντρικού κλίτους. Τα πλαϊνά παράθυρα είναι, συνήθως, μεγάλα και με τοξωτά υπέρθυρα. Τα σπόλια, δηλαδή κομμάτια από τα χαλάσματα προγενέστερων κατασκευών, που είναι ενσωματωμένα στην τοιχοδομία, υποδηλώνουν τους δεσμούς της κάθε εκκλησίας με το παρελθόν.

 

Στην ανατολική πλευρά των εκκλησιών υπάρχει η αψίδα, η ημικύκλια προεξοχή του ιερού, και στην δυτική ο ορθογώνιος νάρθηκας. Μερικές εκκλησίες έχουν τρεις αψίδες. Ο κυρίως ναός χωρίζεται σε τρία κλίτη με δύο σειρές κιόνων στον επιμήκη άξονα. Ανατολικά του κυρίως ναού βρίσκεται το ιερό βήμα και δυτικά, πάνω από τον νάρθηκα ή πάνω από τους δυτικούς κίονες, ο γυναικωνίτης. Το εικονοστάσιο – το τέμπλο – που χωρίζει τον λατρευτικό χώρο των πιστών από το ιερό βήμα, είναι ξύλινο και, σε σπάνιες περιπτώσεις, μαρμάρινο. Ο άμβωνας είναι τοποθετημένος σε έναν από τους κίονες, που ευρίσκονται προς την μέση της σειράς των βορινών κιόνων. Στην νότια σειρά και, συνήθως, μπροστά στον τρίτο από ανατολάς κίονα, τοποθετείτε ο δεσποτικός θρόνος για τον προεξάρχοντα αρχιερέα της λειτουργίας.
 

Συμπερασματικά, ο ιδιαίτερος αρχιτεκτονικός χαρακτήρα των ελληνορθόδοξων ναών της περιόδου αυτής προκύπτει από την σύνθεση αφενός μεν των διαφόρων προβλημάτων που ανακύπτουν από την εν γένει στάση της οθωμανικής διοίκησης αφετέρου σε των λύσεων που προκρίνει η ελληνορθόδοξη κοινότητα, βασισμένη στην πολιτισμικής της παρακαταθήκη. Στις μέρες μας, μακριά από την αίγλη του παρελθόντος, με τον φυσικό τους χώρο να έχει περιορισθεί από την συνεχώς αυξανόμενη δόμηση, συχνά ασφυκτικά περικυκλωμένες από κτίρια, οι εκκλησίες αυτές βρίσκονται, τρόπον τινά, περιχαρακωμένες πίσω από τους τοίχους του αυλόγυρού τους. Οι ελληνορθόδοξες εκκλησίες, που οι ρίζες τους απλώνονται στην κληρονομιά του Βυζαντίου και η αρχιτεκτονική τους μορφοποιήθηκε κάτω από την οθωμανική επιρροή, εξακολουθούν σήμερα, σε πείσμα του χρόνου και των γεγονότων, να υπάρχουν και να λειτουργούν.

Επιμέλεια: Α.Χ.

 

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.