Οι εκλογες Α και Β βαθμου Τοπικης Αυτοδιοικησης ενωπιον του Κρισιμου Περιφερειακου Προβληματος της Περιφερειας Ανατολικης Μακεδονιας και Θρακης
Περί περιφερειακής πολιτικής ο λόγος από τον Αναπληρωτή Καθηγητή του Τμήματος Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και Ανάπτυξης του Δ.Π.Θ., κ. Δ. Χιόνη, και περιφερειακών ανισοτήτων, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, που έλαβε κονδύλια ύψους τρεις φορές όσο το ετήσιο ΑΕΠ, εντούτοις οι Ευρωπαίοι πολίτες της μπορούν να διεκδικούν την πρωτιά στη μεγαλύτερη απόκλιση από τον μέσο κοινοτικό όρο! Με προτάσεις εύστοχες, τεκμηριωμένες και ευσύνοπτες ο Καθηγητής κ. Δ. Χιόνης δίνει το στίγμα της νέας εποχής, στο πλαίσιο της οποίας απαιτείται επαναθεώρηση της περιφερειακής πολιτικής και επανεξέταση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης, με γνώμονα και απώτερο στόχο την ισόρροπη ανάπτυξη και την άρση των περιφερειακών ανισοτήτων, που προκαλούν τάσεις περιθωριοποίησης ολόκληρων περιοχών.
Η υφισταμένη κατάσταση στην Ελλάδα υπαγορεύει όσο ποτέ την αναγκαιότητα της περιφερειακής πολιτικής. Κι αυτό γίνεται γιατί στη χώρα μας το πρόβλημα των περιφερειακών ανισοτήτων είναι εξαιρετικά έντονο. Αν υπολογίσει κανείς τα κονδύλια των ΜΟΠ, Α΄, Β΄ ΚΠΣ και τα κονδύλια των διαρθρωτικών ταμείων της τελευταίας δεκαπενταετίας, τότε αυτά αναλογούν περίπου σε τρεις φορές το ετήσιο ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 150 τρις δρχ. Παρόλα αυτά ο πιο φτωχός Ευρωπαίος δε ζει στην Γαλλική Γουιάνα της Ν. Αμερικής, αλλά στην Ήπειρο και στα νησιά του Βόρειου Αιγαίου αυξάνοντας συνεχώς τη διαφορά του από το μέσο κοινοτικό όρο. Στην Ελλάδα το κατά κεφαλή περιφερειακό εισόδημα βρίσκεται σημαντικά κάτω του μέσου κοινοτικού όρου. Επαληθεύονται όλα τα παραπάνω με την παράθεση των στατιστικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, αν ο μέσος Ευρωπαίος έχει εισόδημα 100 ευρώ, ο κάτοικος της Ηπείρου … ευρώ και ο κάτοικος Αμβούργου 190 ευρώ, ενώ ο κάτοικος της Αθήνας έχει 65 ευρώ.
Ο μέσος κάτοικος της Θράκης βρίσκεται στο 50% του μέσου κοινοτικού όρου και θα χρειαστεί περισσότερο από τριάντα χρόνια για να συγκλίνει το βιοτικό του επίπεδο με αυτό του μέσου Ευρωπαίου. Επίσης, στους περισσότερους νομούς της Ελλάδας η διαρθρωτική ανεργία είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη κοινοτική δημιουργώντας περιθωριακούς πόλους ανεργίας. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει σειρά ολόκληρη δεικτών οι οποίοι καταδεικνύουν τις υπάρχουσες ανισότητες και την αποτυχία στην άσκηση της περιφερειακής πολιτικής. Ας μείνουμε όπως σε δύο στοιχεία της Eurostat. Από τις 25 φτωχότερες περιφέρειες της Ευρώπης οι εννέα είναι ελληνικές και η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη, και η Ήπειρος η φτωχότερη της Ευρώπης. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι επτά περιφέρειες της Ελλάδος, παρουσιάζουν μείωση του ΑΕΠ με αποτέλεσμα, αντί να συγκλίνουν, αποκλίνουν από την υπόλοιπη Ευρώπη.
Το στοιχείο του έντονου προβληματισμού είναι ότι οι ανισότητες αυτές τείνουν να διογκώνονται μετά τη συμμετοχή μας στην ΟΝΕ και τη σαφή έλλειψη ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, την αδυναμία προώθησης διαρθρωτικών αλλαγών και απορυθμίσεων στην οικονομία και το άνοιγμα των αγορών.
Στο πλαίσιο αυτών των εξελίξεων απαιτείται μία επαναθεώρηση της περιφερειακής πολιτικής και επανεξέταση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης κάτω από το πρίσμα των σύγχρονων εξελίξεων. Τελευταία έχει αρχίσει να δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην αποκέντρωση, στην ενίσχυση της τοπικής ανάπτυξης, στην αξιοποίηση των τοπικών πόρων όλων των περιοχών, στην ενεργοποίηση του ενδογενούς τους δυναμικού και στην ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας. Σύμφωνα με τις νέες αντιλήψεις, η τοπική ανάπτυξη μπορεί να θεωρηθεί ως μία ειδική μορφή περιφερειακής πολιτικής και αφορά την ενεργοποίηση του ενδογενούς δυναμικού της περιφέρειας, υπό την έννοια της πρόκλησης, ανάπτυξης των καινοτόμων και της τεχνολογίας, της διασποράς της τεχνολογικής προόδου και γενικότερα τη δημιουργία του κατάλληλου περιβάλλοντος για τη δημιουργία αυξουσών οικονομιών κλίμακος και πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων στη συνάρτηση παραγωγής. Με άλλα λόγια, αφορά τη δημιουργία συνθηκών για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας, της δραστηριότητας δηλαδή που οδηγεί σε αλλαγές και σε καινοτομίες. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι για την ενεργοποίηση της διαδικασίας της τοπικής – ενδογενούς ανάπτυξης θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στο ρόλο των τοπικών επιχειρηματιών και της τοπικής επιχειρηματικότητας, των Μικρό Μεσαίων Επιχειρήσεων, της καινοτομίας και της σύγχρονης τεχνολογίας. Αποτελεί πλέον κοινό τόπο στην οικονομική βιβλιογραφία ότι η πολιτική της μόχλευσης της ανάπτυξης μέσω των δημοσίων δαπανών και των έργων δεν δύναται να κινητοποιήσει τους μακροχρόνιους αναπτυξιακούς μηχανισμούς. Η απλή διαχείριση πόρων για την κατασκευή έργων και η συνεπαγόμενη υποκατάσταση της κεντρικής δημόσιας διοίκησης από πληθώρα φορέων και τοπικών αρχόντων, αποτελεί ένα υπόδειγμα της εξουσίας, το οποίο έχει ξεπεραστεί από τις σύγχρονες αναπτυξιακές εξελίξεις. Λαμβάνοντας δε υπόψη τις πρόσφατες επισημάνσεις του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η αποκεντρωμένη διοίκηση σε πολλές περιπτώσεις μεταφέρει τη διαφθορά σε περιφερειακό επίπεδο και οξύνει ακόμη περισσότερο το σαράκι του κομματισμού στη δημόσια διοίκηση.
Στο παραπάνω πλαίσιο πρέπει να προστεθεί ο ρόλος των μικροπεριφερειών, των γεωγραφικών ενοτήτων δηλαδή, οι οποίες παρουσιάζουν παρόμοια οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά. Προσδιορίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο οι κύριες «προωθητικές» δραστηριότητες που θα στηρίξουν την αναπτυξιακή διαδικασία σε επίπεδο μικροπεριφέρειας. Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της στρατηγικής αυτής είναι η οριοθέτηση «μικροπεριφερειών προγραμματισμού», οι οποίες θα εξυπηρετούν τον αναπτυξιακό προγραμματισμό και θα ανταποκρίνονται στα πραγματικά αναπτυξιακά χαρακτηριστικά των περιοχών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι μετά το 2006 η περιφερειακή πολιτική θα αποτελεί την πιο σημαντική πολιτική στο πεδίο δράσης της Επιτροπής. Κι αυτό γιατί κατά τη διάρκεια της ενοποίησης και της ολοκλήρωσης οι περιφερειακές ανισότητες προκαλούν τάσεις περιθωριοποίησης ολόκληρων περιοχών. Η διαδικασία ενοποίησης διεθνοποιεί τις υφιστάμενες διογκώνοντας το πρόβλημα των ανισοτήτων. Περιοχές οι οποίες μπορούσαν να θεωρούνται ευημερούσες πριν την ενοποίηση μπορεί να καταλήξουν ως προβληματικές περιοχές μετά την ενοποίηση. Έτσι, μετά την ενοποίηση, τα περιφερειακά προβλήματα των περιοχών μετατρέπονται σε προβλήματα της οικονομικής ένωσης. Δυσχεραίνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο την εφαρμογή των λοιπών πολιτικών και καθιστώντας αδύνατη την πολιτική και οικονομική συνοχή μεταξύ των πολιτών.
Η ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη, θεωρείται ότι μπορεί να αποτελέσει πεδίο δράσης των θεσμών της τοπικής αυτοδιοίκησης, αλλά και μέσο για τη σύγκληση με την ευρωπαϊκή αυτοδιοίκηση, ενεργοποιώντας παράλληλα το ενδογενές δυναμικό. Η θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης καθώς και ο ρόλος της απορρέει από το βασικό πρόβλημα. Το βασικό πρόβλημα της περιφερειακής πολιτικής δεν είναι πώς θα μεταφερθούν πόροι από το κέντρο προς την περιφέρεια ή από περιοχές με υψηλό κατά κεφαλή εισόδημα σε περιοχές με χαμηλό, αλλά το πώς θα προωθηθεί η ισόρροπη ανάπτυξη, η οποία εμπεριέχει δραστηριότητες και εκτός γεωργικών. Αυτός είναι ένας στόχος, ο οποίος απαιτεί συντονισμένη συνεργασία μεταξύ κράτους μέλους Επιτροπής και Τοπικής Αυτοδιοίκησης προωθώντας συνεργασίες ή μεταξύ κράτους και Ε.Ε. ή μεταξύ Ε.Ε. και αυτοδιοικητικών μηχανισμών.
Η διοικητική αποκέντρωση, με την ισχυροποίηση του θεσμού της τοπικής Αυτοδιοίκησης και η μετατροπή του θεσμού αυτού σε ισχυρή προγραμματική και διοικητική μονάδα του αποκεντρωτικού κράτους, δημιουργούν σημαντικές δυνατότητες για την ανάληψη ουσιαστικών πρωτοβουλιών σε τοπικό επίπεδο και την αποτελεσματικότερη χωρική οργάνωση. Ωστόσο, για να μπορέσει να ανταποκριθεί πλήρως η Τοπική Αυτοδιοίκηση στο νέο ρόλο και να ασκήσει με αποτελεσματικό τρόπο τις αρμοδιότητές της, θα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις που θα εξασφαλίζουν την οικονομική αυτοτέλεια, την κατάλληλη στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό, καθώς και τους κατάλληλους μηχανισμούς υποστήριξης της όλης αναπτυξιακής προσπάθειας.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
