Οι «Alcalica» «παντρευουν» την ηλεκτρονικη μουσικη με τις μελωδιες του Αιγαιου
Η ιστορία των «Alcalica» ξεκινάει το 2004 στο ανατολικό Βερολίνο, είναι δε προϊόν ενός κοινοβιακού τρόπου ζωής. Από το 2005 και έπειτα, μέσα από την ανεξάρτητη «Photovoltaic Records», έχουν κυκλοφορήσει έξι δίσκους, με πιο πρόσφατο το «Ύδωρ», που πραγματεύεται το πρόβλημα της πρόσβασης στο αγαθό του νερού σε παγκόσμιο επίπεδο. Μία πανδαισία ήχων λοιπόν, που περιλαμβάνει επιρροές από ρυθμούς και κινήματα όπως το juggle, το drum n’ bass, το dub και το breakbeat, αλλά και μελωδίες του Αιγαίου, περσικό σαντούρι, μπαγλαμαδάκι, βιολί και καλίμπα. Και όλα αυτά αρμονικά «δεμένα» με ποίηση, κοινωνικοπολιτικού περιεχομένου κυρίως.
Τα δύο βασικά μέλη του σχήματος, ο Λεωνίδας Δανέζος και η Julie Loi –με ρίζες από τη Γερμανία και την Ιταλία–, που θα μας «ταξιδέψουν» μουσικά μαζί με τον βιολιστή Στέφανο Φίλο το βράδυ της Κυριακής στο café bar «Οχτώ», μίλησαν στο «Ράδιο Παρατηρητής» και στον Θάνο Βαφειάδη, για την ιστορία του σχήματος που ξεκίνησε σε ένα κοινόβιο κελάρι του ανατολικού Βερολίνου, το «πάντρεμα» της Δύσης με την Ανατολή και της ηλεκτρονικής μουσικής με την παράδοση και την εναντίωσή τους στην ανθρώπινη επινόηση των γεωγραφικών συνόρων, εν αντιθέσει με τη μουσική που δεν γνωρίζει σύνορα και έχει τη δύναμη να αφυπνίζει τον κόσμο.
Επιπλέον, για τον μύθο περί «χάσματος» μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών, τα «πανέμορφα πράγματα» που υπάρχουν ακόμα στην ελληνική κοινωνία, και τους οδήγησαν στην απόφαση να μείνουν μόνιμα πλέον στη Λέσβο, έπειτα από εικοσιπέντε χρόνια, αλλά και τα «ανεξίτηλα σημάδια του νεοφιλελευθερισμού», που θα χρειαστούν χρόνια για να επουλωθούν.
«Συνήθως οι στίχοι μας έχουν κοινωνικοπολιτική διάσταση»
ΠτΘ: Ποιοι είναι οι «Alcalica» και τι θα ακούσουμε το βράδυ της Κυριακής;
Λ.Δ.: Θα ακούσουμε beats, ρυθμούς και μπασογραμμές, οι οποίες είναι εμπνευσμένες κατά κύριο λόγο από τη μουσική της δεκαετίας του ’90. Από το 1991 ζούσαμε στο Λονδίνο, πριν βρεθούμε στο Βερολίνο. Αυτή ήταν η πρώτη μας επαφή με την ηλεκτρονική μουσική και λατρέψαμε ρυθμούς και κινήματα όπως το juggle, το drum n’ bass, το dub, το breakbeat και όλους τους «σπασμένους» ρυθμούς, τους οποίους τους ακούμε ακόμα και σήμερα σε άλλα είδη, όπως η dubstep.
Αυτή είναι η βάση της μουσικής μας, ηλεκτρονική breakbeat και bass ρυθμοί, μαζί με τις μελωδίες του Αιγαίου, που είναι κοινές στην Ελλάδα και την Τουρκία, ακόμα και στη Βουλγαρία. Μας ενδιαφέρουν πάρα πολύ τα μέρη που είναι συνοριακά γιατί εκεί «μπλέκονται» οι παραδόσεις, με ανορθόδοξα όργανα, όπως η καλίμπα, που παίζει ρεμπέτικους σκοπούς ή το βιολί, το οποίο, άλλες φορές γίνεται κάτι σαν φλάουτο, άλλες φορές κάτι πολύ industrial και άλλες φορές κάτι πολύ σμυρνέικο. Και, φυσικά, η ποίηση της Julie, που είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία στη μουσική μας. Οι στίχοι δεν «ντύνουν» απλά τη μουσική αλλά είναι η βάση του κάθε κομματιού. Αυτό που μας λένε, αυτό ακολουθούμε μετά. Συνήθως έχουν κοινωνικοπολιτική διάσταση.
«Η παράδοση δεν είναι κάτι μουσειακό, είναι κάτι που ζει, εξελίσσεται, ανανεώνεται, είναι μέσα μας»
ΠτΘ: Σας χαρακτηρίζουν ως μια «γέφυρα που ενώνει τη σύγχρονη με την παραδοσιακή μουσική». Συμφωνείς με αυτόν τον χαρακτηρισμό;
Λ.Δ.: Η παραδοσιακή μουσική απλά μας συνεπήρε, δεν είχαμε στο μυαλό μας κάτι τέτοιο όταν ανακαλύψαμε τα όργανα που χρησιμοποιούμε σήμερα, όπως το περσικό σαντούρι. Θα μπορούσε να είναι μια «γέφυρα», ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση πιο πολύ, αλλά και ανάμεσα στην παράδοση και στο σήμερα.
ΠτΘ: Έχετε κάποια προτίμηση μεταξύ παραδοσιακής και σύγχρονης μουσικής;
J.L.: Και η ηλεκτρονική μουσική είναι ένας τρόπος να εκφράζεσαι με ρυθμό. Δεν μπορώ να πω ότι μου αρέσει πιο πολύ ο ένας ρυθμός από τον άλλον. Μου αρέσουν λίγο περισσότερο οι ρυθμοί, που είναι πιο πολύπλοκοι. Θεωρώ ότι η παράδοση δεν είναι κάτι μουσειακό, είναι κάτι που ζει, εξελίσσεται, ανανεώνεται, είναι μέσα μας.
ΠτΘ: Πολλοί λένε ότι η Ελλάδα, επειδή δέχεται επιρροές και από τη Δύση και από την Ανατολή, οφείλει να διαφοροποιηθεί. Να είναι δηλαδή ο χώρος, που ενώνει τους δύο πολιτισμούς…
Λ.Δ.: Είναι αναπόφευκτο, είτε οφείλει είτε δεν οφείλει. Επειδή ζούμε σε μια συνοριακή γραμμή, τη Λέσβο, έχουμε διαπιστώσει ότι έτσι ακριβώς είναι. Οι άνθρωποι εκεί παίζουν πάρα πολλά ελληνικά και τούρκικα όργανα γιατί αυτή είναι η μουσική του τόπου, είναι μία μίξη από όλους αυτούς τους διαφορετικούς κόσμους. Αισθανόμαστε πολύ τυχεροί που καταλήξαμε σε ένα μέρος, όπου μπλέκονται οι παραδόσεις αλλά και τα ραδιόφωνα. Τα σύνορα είναι μια ανθρώπινη επινόηση, η μουσική και τα ερτζιανά πηγαίνουν όπου θέλουν.
ΠτΘ: Αυτό το μουσικό «πάντρεμα» διαφόρων λαών και πολιτισμών είναι ευκολότερο σε μουσικό επίπεδο απ’ ό,τι σε επίπεδο κοινωνίας;
Λ.Δ.: Πιστεύω ότι πάντα η μουσική προηγείται, μας δείχνει τι θα μπορούσε να γίνει. Για παράδειγμα όλα τα φολκλόρ, από το κέλτικο μέχρι το αιγυπτιακό, έχουν κάτι κοινό μέσα. Έτσι η βορειοαφρικανική μουσική μπορεί να μπλέξει πολύ ωραία με τα δικά μας ηπειρώτικα. Οπότε σίγουρα είναι εφικτό, οι άνθρωποι, οι ιδέες τους και οι πολιτικές τους να γίνουν ένα.
«Από τα ταξίδια που έχουμε κάνει, ειδικά στην Ευρώπη, έχουμε δει ότι πολύς κόσμος έχει ξυπνήσει αλλά και ότι μια μεγάλη μερίδα του κόσμου κοιμάται»
ΠτΘ: Στο «Ύδωρ» ασχολείστε με το πρόβλημα του νερού. Πιστεύεις ότι η μουσική και η τέχνη γενικότερα οφείλουν να αφουγκράζονται τα προβλήματα και τις ανάγκες της κοινωνίας;
Λ.Δ.: Για εμάς εννοείται ότι η μουσική είναι ένα «όπλο». Ειδικά σε εποχές, που δεν υπάρχει ευημερία, υπάρχει μεγάλη αδικία, γιατί, αυτό που προσπαθείς να περάσεις στον κόσμο, μπαίνει μέσα στην ψυχή του, δεν σταματάει στο μυαλό του και το συναίσθημα είναι πολύ σημαντικό για να γίνει η κοινωνία καλύτερη. Το χρειαζόμαστε αυτό το όπλο γιατί ζούμε σε εποχές μεγάλου ύπνου. Από τα ταξίδια που έχουμε κάνει, ειδικά στην Ευρώπη, έχουμε δει ότι πολύς κόσμος έχει ξυπνήσει αλλά και ότι μια μεγάλη μερίδα του κόσμου κοιμάται. Θα θέλαμε να τους αφυπνίσουμε και είναι πάρα πολύ καλό το ότι υπάρχουν πάρα πολλοί μουσικοί, που λειτουργούν έτσι.
«Υπάρχουν φανταστικοί άνθρωποι στη Γερμανία, όπως υπάρχουν και στην Ελλάδα· το πρόβλημα είναι καθαρά ταξικό»
ΠτΘ: Πώς βλέπεις την Ελλάδα του 2015; Είναι η χώρα μόνο της ξενοφοβίας, του bullying και της ανεργίας ή και πολλών ακόμη, όμορφων και δημιουργικών;
Λ.Δ.: Αποφασίσουμε να ζήσουμε στην Ελλάδα, μετά από εικοσιπέντε χρόνια στο εξωτερικό, γιατί βρήκαμε όλα αυτά τα πανέμορφα πράγματα που υπάρχουν ακόμα στην κοινωνία. Η ανθρωπιά, η φιλικότητα, το χιούμορ, η φανταστική μουσική, η παράδοση κ.λπ. Στην Αγγλία, για παράδειγμα, ο θατσερισμός άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του. Εκεί είδαμε και το bullying να γεννιέται σιγά σιγά στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Δυστυχώς, όλα αυτά τα σημάδια που αφήνει ο νεοφιλελευθερισμός, θα περάσουν πολλές γενιές για να εξαλειφθούν.
Έχω όμως μεγάλη ελπίδα γιατί μία χώρα σαν την Αγγλία δεν έχει ούτε την παράδοση ούτε το κλίμα ούτε τη φύση της Ελλάδας. Μπορεί να είναι και εκεί η φύση πανέμορφη αλλά θεωρώ ότι το Αιγαίο είναι μια τεράστια πηγή έμπνευσης. Σε κάθε περίπτωση, είμαι πολύ αισιόδοξος γιατί νομίζω ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος και νομίζω ότι σιγά σιγά θα καταφέρουμε να φτάσουμε σε μια δίκαιη κοινωνία. Απλά δεν θα γίνει από τη μία μέρα στην άλλη.
ΠτΘ: Έχεις ζήσει και στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Τελικά αυτό το «χάσμα μεταξύ των δύο λαών», για το οποίο μας βομβαρδίζουν καθημερινά τα ΜΜΕ υπάρχει;
Λ.Δ.: Υπάρχουν φανταστικοί άνθρωποι εκεί πάνω, όπως υπάρχουν και εδώ κάτω. Μόλις τώρα γυρίσαμε από άλλη μια συναυλία που κάναμε εκεί και μπορώ να το επιβεβαιώσω. Είναι καθαρά ταξικό το πρόβλημα. Σίγουρα, πέντε χρόνια πριν ήταν κάπως έτσι αλλά σήμερα έχει καταρριφθεί αυτός ο μύθος και οι άνθρωποι σιγά σιγά καταλαβαίνουν ότι προσπαθούν να στρέψουν τον ένα λαό απέναντι στον άλλο και συνειδητοποιούν ότι ο εχθρός είναι η ολιγαρχία και οι τράπεζες και όχι ο κακομοίρης Έλληνας ή ο κακομοίρης Γερμανός.
J.L.: Δεν έχουμε ξαναζήσει ένα τέτοιο επίπεδο σύνδεσης των ανθρώπων σε όλη την Ευρώπη. Όχι μόνο μέσω διαδικτύου, όλοι έχουμε ζήσει κάπου αλλού ή έχουμε συγγενείς και φίλους που ζούνε κάπου αλλού. Είναι μεγάλη τύχη να καταλαβαίνουμε με την καρδιά μας ότι είμαστε ένα, και ένα «όπλο» για να αλλάξουμε τα πράγματα.
«Όλα ξεκίνησαν σε ένα κοινόβιο κελάρι· εκεί αναθεωρήσαμε τις απόψεις μας και μάθαμε να είμαστε πιο ανεκτικοί»
ΠτΘ: Γιατί ονομαστήκατε «Alcalica» και ποιο ήταν το έναυσμα για να ξεκινήσετε;
J.L.: Το όνομα μάς το πρότεινε ένας φίλος και μας άρεσε γιατί ακούγεται μεσογειακό και υπάρχει μια ασάφεια ως προς τη σημασία του. Πάντως, έχει να κάνει με αλκαλικές μπαταρίες γιατί όταν ξεκινήσαμε παίζαμε πολλές ώρες χωρίς να σταματάμε. Όλα ξεκίνησαν σε ένα κελάρι, βαμμένο με κόκκινο χρώμα. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ζεστή, ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον κοινόβιο, καθώς σε αυτό μένανε άνθρωποι που με πολύ διαφορετικές ιδιότητες, υδραυλικοί, μαθητές, μαθηματικοί. Ήταν μια πηγή έμπνευσης για εμάς και ένας τρόπος ζωής πιο ανθρώπινος, γιατί σε οδηγεί στο να αναθεωρείς τις απόψεις σου, να είσαι πιο ανεκτικός.
«Μέχρι τον Δεκέμβρη θα είναι έτοιμος ο έβδομος δίσκος μας»
ΠτΘ: Πού μπορεί κανείς να βρει πληροφορίες για τους Alcalica και ποια είναι τα άμεσα σχέδιά σας;
Λ.Δ.: Στην ιστοσελίδα μας alcalica.org, υπάρχουν όλες οι πληροφορίες για τη μουσική μας. Επίσης, όλες μας οι κυκλοφορίες σε βινύλιο βρίσκονται στο alcalica.bandcamp.com. Θέλουμε σίγουρα να βγάλουμε τον έβδομό μας δίσκο. Θα αρχίσουμε να ηχογραφούμε σύντομα, από το καλοκαίρι και ελπίζουμε να τον έχουμε έτοιμο μέχρι τον Δεκέμβριο του ’15. Ίσως να βγάλουμε και ένα μικρό δισκάκι πριν από ένα LP.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
