Οδοιπορικο στον Ποντο και στον Καυκασο
Οδοιπορικό στις πατρίδες των προγόνων…Οδοιπορικό στις περιοχές που γνώρισαν μέσα από τις διηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων…Οδοιπορικό στην περιοχή του Πόντου και του Καυκάσου. Μετά από πρόταση του Συλλόγου Ποντιακής Νεολαίας Ροδόπης «Η Τραπεζούντα», σαράντα πέντε άτομα, εκ των οποίων αρκετά μέλη του συλλόγου, ξεκίνησαν από την πόλη μας να επισκεφθούν και να αποτίσουν τιμή στα μέρη που μεγάλωσαν και έζησαν οι πρόγονοί τους. Ένα ταξίδι θα επιχειρήσουμε και εμείς σήμερα στις σελίδες του Παρατηρητή μέσα από τις σημειώσεις του Γιάννη Νικολαϊδη, πρόεδρο του Συλλόγου…
“Τον Άξενο Πόντο των αρχαίων Ελλήνων που αργότερα για λόγους ευφημισμού ονομάστηκε Εύξεινο Πόντος, ενώ για τους δικούς μας «Ρωμαίους» προγόνους αποτελούσε την αγαπημένη «Ρωμανία», «Πόντο» και «Το Κυβερνείο του Γαρς» ή «Καρς Κουπέρνια» ξεκινήσαμε στις 31-7-2005 επιτέλους να τον γνωρίσουμε απ’ άκρη σ’ άκρη.
Αφού λοιπόν διασχίσαμε τη Θράκη της Ροδόπης και του Έβρου φτάσαμε στον Τελωνειακό Σταθμό των Κήπων στον Έβρο Ποταμό. Μετά από μια μικρή στάση στο κατάστημα αφορολόγητων και αφού τελείωσαν οι απαραίτητες διαδικασίες εξόδου μας από τη Χώρα επιβιβαστήκαμε στο λεωφορείο και σε 10 λεπτά ήμασταν στον Τελωνειακό Σταθμό των Υψάλων στην Αν. Θράκη. Χωρίς καμιά καθυστέρηση ξεκινήσαμε πολύ σύντομα για τον προορισμό μας που ήταν ο Πόντος και τα εδάφη του Γαρς.
Πρώτος σταθμός η πόλη Ραιδεστός, μια πανέμορφη παραλιακή πόλη χτισμένη πάνω σε καταπράσινους λόγους, κατάφυτους με δένδρα κερασιάς. Αφήσαμε την Ραιδεστό βλέποντας τον ήλιο ν΄ανατέλλει και συνεχίσαμε ανατολικότερα προς την πόλη. Γύρω στις 8:00 π.μ. περνούσαμε την κρεμαστή γέφυρα που συνδέει την Ευρώπη με την Ασία, τοπίο μαγευτικό. Τα συναισθήματα ανάμεικτα, ενώ η αγωνία για τους επόμενους προορισμούς άρχισε να κορυφώνεται. Η φυσική ομορφιά της Μικρασιατικής πλευράς μας συναρπάζει. Καταπράσινα βουνά, εύφορες πεδιάδες με καλλιέργειες αραβοσίτου, ζαχαρότευτλων, δενδροφυτείες και λιβάδια με πολύχρωμα λουλούδια, κοπάδια βοοειδών ελευθέρας βοσκής. Φτάνουμε στη Νικομήδεια, παραλιακή πόλη σύγχρονη στην ανατολική πλευρά του Ασιατικού κόλπου σήμερα καλείται Ιζμίτ, όπως άλλωστε και ο νομός του οποίου αποτελεί πρωτεύουσα. Έγινε γνωστή σ’ όλο τον κόσμο το 1999 λόγω του καταστρεπτικού σεισμού με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Η Νικομήδεια σύμφωνα μ’ ορισμένους μελετητές ταυτίζεται με την αρχαία Ολβία, αποικία των Μεγαρέων και Αθηναίων. Συνεχίζουμε και φτάνουμε στο Adapazari, αγροτικό και βιομηχανικό κέντρο στην αριστερή όχθη του ποταμού Σαγγάριου, πόλη με μικρή ιστορία εφόσον κτίστηκε κατά τα οθωμανικά χρόνια. Συνεχίζουμε και μέσω Μπολού όπου κάνουμε στάση για φαγητό και ξεκούραση, φθάνουμε στον επόμενο σταθμό μας την πόλη Μερδιφούτα, με πληθυσμό σήμερα 45700 κατοίκους. Είμαστε πλέον σε ποντιακό έδαφος. Εδώ είχε χτιστεί το Κολέγιο Ανατόλια το 1886 από Αμερικάνικη Ιεραποστολή, το οποίο καταστράφηκε την περίοδο 1916-1923 γιατί θεωρήθηκε φωλιά Ελληνοποντιακής προπαγάνδας. Με την Ανταλλαγή μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη. Στη Μερδιφούντα, που ήταν τότε κωμόπολη, υπήρχε εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στην Αγία Βαρβάρα.
Νωρίς το βράδυ φτάσαμε στο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης Αμάσεια. Αφού ξεκουραστήκαμε, βγήκαμε βόλτα στο κέντρο της πόλης και καθίσαμε για φαγητό δίπλα στον Ίρη, ποταμό που διασχίζει την πόλη, έχοντας απέναντί μας τους φωταγωγημένους λαξευτούς τάφους των θρυλικών Μιθριδατών.
Στις 1-8-2005 το πρωί επισκεπτόμαστε το μουσείο της πόλης που είναι γεμάτο από Ιστορία Ελλήνων τους τάφους των Μιθριδατών, Βασιλειάδων του Βασιλείου του Πόντου (300 πΧ.-183 π.Χ.), και μετά από μια βόλτα στο κέντρο της πόλης ξεκινήσαμε για τη Νικόπολη του Πόντου που σήμερα λέγεται Sebin Karahisar. Από την Νικόπολη κατάγονται οι πόντιοι του χωριού Κασσιτερά Ν. Ροδόπης οι οποίοι τώρα ζουν κυρίως στις Σάπες αλλά και πολλοί κάτοικοι οικισμών των Ν. Καβάλας, Δράμας και Έβρου. Είναι πια μεσημέρι και καθόμαστε για μεσημεριανό στο κέντρο της Γαράσαρης (Νικόπολης) έχοντας αντίκρυ μας το κάστρο της πόλης
Πολλοί είμαστε ενθουσιασμένοι διότι ξέρουμε ότι μόλις 70 Κm βορειότερα προς την Κερασούντα είναι τα χωριά των προγόνων μας και εκεί γύρω τα χωριά και η γενέτειρα πολλών φίλων και γνωστών. Μετά το φαγητό στήνουμε χορό συνοδεία λύρας στο κέντρο της πόλης. Πλήθος κόσμου συγκεντρώνεται γύρω μας και πολλοί εξ αυτών χορεύουν μαζί μας «Ομαλί Νικοπόλεως» ενώ άλλοι κοιτούν σαστισμένοι απ’ την ομοιότητα των μελωδιών και των χορευτικών βημάτων. Κλείνουμε το χορό υπό τον ήχο χειροκροτημάτων και ξεκινούμε για την Χεροιαννα πατρίδα των Ποντίων που εγκαταστάθηκαν στην Αίγειρο Κομοτηνής και συνεχίζουμε για τον επόμενο σταθμό μας, την Ρεφάχιγιε, όπου έως και το 1878 υπήρχε το χωριό Ομαρτσίχ (Ομηρικό) οι κάτοικοι του οποίου μετανάστευσαν στο Κυβερνείο του Καρς και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Απουλπάτ, πατρίδα πολλών μελών της αποστολής με καταγωγή από το Θρυλόριο. Εκεί ρωτάμε ντόπιους κατοίκους και μας δίνουν πληροφορίες πολύτιμες για την ιστορία των χωριών Ομαρτσίχ, Μοντολάζ, Τσατ, Κουκουλού, και Οβαλού. Στην περιοχή υπάρχουν μεγάλες πεδιάδες, απέραντα λιβάδια, γεωργικές εκτάσεις, αλλά και πανύψηλα βουνά. Απ’ το χωριό Ομαρτσίχ ξεκίνησαν το ταξίδι τους τα Ιερά κειμήλια του Ναού Αγίων Κων/νου και Ελένης για το χωριό Απουλπάτ του Καρς όπου έμειναν 40 περίπου χρόνια και από εκεί για την Ελλάδα φθάνοντας τελικά στο Θρυλόριο Ν. Ροδόπης, ενώ μέρος τους βρίσκεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου Υφαντών, Ν. Ροδόπης. Στην περιοχή αυτή κατοικούσαν στο παρελθόν, σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων και πολλοί Αρμένιοι. Συνεχίζουμε το ταξίδι μας και φτάνουμε στην πόλη Ερζιτζιάν, όπου καθόμαστε για καφέ και φαγητό, επισκεπτόμαστε τη σκεπαστή αγορά της και αναχωρούμε για το Ερζερούμ.
Αργά το βράδυ 1-8-2005 ήμαστε στο Ερζερούμ που σημαίνει γη του Ρωμιού ενώ παλιότερα λεγόταν και Αρμενίρουμ. Στο Ερζερούμ υπήρχε δραστήρια Ελληνική κοινότητα, η οποία, αν και ολιγάριθμη σε σχέση με τον Αρμένικο πληθυσμό που ήταν πλειοψηφία αλλά και με σημαντική παρουσία μουσουλμάνων, έπαιζε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις στην περιοχή. Στο Ερζερούμ στις 2-8-2005 επισκεφθήκαμε την Ελληνική εκκλησία και το σπίτι του Παπά, περιηγηθήκαμε στο κέντρο της πόλης όπου σώζονται πολλά κλασσικά σπίτια και τελικά αναχωρήσαμε για το Γαρς.
Η διαδρομή ήταν συναρπαστική. Περάσαμε από κάμπους με καταπράσινα λιβάδια από φαράγγια μοναδικού φυσικού κάλους, κινηθήκαμε μέσα από πανύψηλους χωμάτινους ορεινούς όγκους όπου δεν υπήρχε ίχνος ζωής και τελικά φτάσαμε στο Χοροσάν. Τα εδάφη από το Χοροσάν έως το Αρδαχάν και το Καγισμάν από το 1878 έως 1919 ανήκαν στο Κυβερνείο του Γαρς υπό Ρωσσική διοίκηση. Ήμασταν πλέον λίγα μόνο χλμ. από το χωριό Απουλπάτ απ’ όπου κατάγονταν πολλοί Θρυλοριώτες και Υφαντιώτες. Σταματάμε στο Καραουργάν, πρώτο Ελληνικό χωριό μετά περίπου 1600 km διαδρομής από την Κομοτηνή. Βρήκαμε το σπίτι του παπά και την εκκλησία κατεστραμμένη. Σύμφωνα με τους ντόπιους στο σπίτι του παπά υπάρχει κρυμμένος θησαυρός αλλά φοβούνται να τον ψάξουν διότι πιστεύουν ότι έχουν γίνει μάγια και έχουν διαβαστεί προσευχές.
Σχεδόν μεσημέρι αναχωρούμε από το Καραουργάν και σε 20 λεπτά ήμαστε στο Απουλπάτ απ’ όπου κατάγονται οι ιδρυτές των χωριών Θρυλορίου και Υφαντών Ν. Ροδόπης. Η συγκίνηση και η αγωνία όσων κατάγονται από το χωριό αυτά κορυφώνεται επειδή είχαμε ακούσει πολλά για το χωριό αυτό και γνωρίζουμε πολλούς ανθρώπους με καταγωγή από εκεί.
Το χωριό ήταν πανέμορφο, χτισμένο στην πλαγιά ενός βουνού ενώ στο κάτω μέρος περνούσε το Ρέμα του Ζεκί με αρκετή ποσότητα νερού.
Στην ανατολική πλευρά του χωριού σε καταπράσινο λιβάδι έβοσκε ανέμελα αγέλη αλόγων. Αμέσως στρώσαμε το χορό στην είσοδο του χωριού τα μάτια όσων ξέρανε για το χωριό αυτό είχαν βουρκώσει. Άκουγα μερικούς να λένε «εκίτι μάνα και κύρ’ μερ έστουν και μερ εβρέθετε». Είχαμε σχεδιάγραμμα του χωριού που μου τα είχε δώσει ο αείμνηστος Δημήτριος Ξενοδοχίδης κάτοικος Υφαντών Κομοτηνής γεννημένος στο Απουλπάτ και έτσι βρήκαμε τα σπίτια και τις γειτονιές των προγόνων μας με μεγάλη ακρίβεια, την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, το σχολείο σε σχετικά καλή κατάσταση, το οποίο βάσει επιγραφής που σώζεται ανοικοδομήθηκε το 1911, τα ελληνικά μνημεία, το εξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου, τη Βρύση του Χωριού (Τη Πετρίνας το Πεγάδ) και αφού ανάψαμε κεριά στην τοποθεσία των νεκροταφείων αναχωρήσαμε γεμάτη συγκίνηση.
Συνεχίσαμε για το Σαρηκαμίς όπου υπάρχει Αρμένικη Εκκλησία και συνεχίσαμε για το Σελίμ. Εκεί κοντά στο Σελίμ στρίψαμε για το χωριό Γαρέκιλισε όπου σωζόταν μόνο ο αυλόγυρος της Εκκλησίας. Οι κάτοικοι του χωριού ήταν πολύ φιλικοί και μας έκανε εντύπωση το γεγονός ότι οι γυναίκες της που ήταν αρκετά προσιτές σε αντίθεση με άλλες περιοχές καθώς επίσης και το ότι σ’ ένα χωριό 30-40 οικογενειών υπήρχαν πάνω από 200 παιδιά!
Φτάσαμε στο Καρς νωρίς το βράδυ και αφού φάγαμε στο ξενοδοχείο ακολούθησε γλέντι συνοδεία λύρας με τη συμμετοχή αρκετών ντόπιων.
Στις 3-8-2005 το πρωί μια ομάδα αναχωρεί για τα χωριά Τσαπίκ απ’ όπου κατάγονται αρκετοί κάτοικοι των Υφαντών, του Θρυλορίου, και της Κυριακής Έβρου, μια άλλη για το χωριό Ισλαμσόρ, ενώ μια τρίτη για την Ζέλετσε απ’ όπου κατάγονται πολλοί κάτοικοι των χωριών Αετόλοφου, και κάποιες οικογένειες από τα Παγούρια και το Θρυλόριο. Ακολούθησα την ομάδα που κατευθύνθηκε προς το χωριό Ζέλετσε. Πρώτη στάση το χωριό Γέιτσε όπου σώζεται η εκκλησία του χωριού σε πολύ καλή κατάσταση, η οποία αν και έχει μετατραπεί σε τζαμί διατηρεί ακόμη το σταυρό. Στο δρόμο σταματήσαμε και ήπιαμε νερό απ’ τη βρύση του Χατζηκώστα κοντά στο χωριό Πεζηρκιάν κιατζήτ και συνεχίζουμε για την Ζέλετσε.
Στη Ζέλετσε αφού βρήκαμε την παλιά βρύση μας ξεναγούν οι ντόπιοι. Μας δείχνουν την τοποθεσία όπου υπήρχε η εκκλησία, το σχολείο και τα μνήματα. Η Ζέλετσε είναι στους πρόποδες ενός μεγάλου βουνού ενώ μπροστά της απλώνεται απέραντος κάμπος γεμάτος πολύχρωμα λιβάδια. Στην περιοχή το χιόνι αρχίζει να πέφτει από τον Οκτώβρη και διαρκεί έως τον Απρίλιο ξεπερνώντας κάποιες χρονιές για πολλούς μήνες και τα δύο μέτρα.
Λίγο πριν το μεσημέρι ξεκινήσαμε όλοι μαζί για την πόλη «Ανύ» μια πόλη φάντασμα ακριβώς πάνω στα σύνορα με την Αρμενία. Θεωρείται από κάποιους ιστορικούς ως η αρχαιότερη πόλη της ευρύτερης περιοχής της Μικρής Ασίας. Μέσα στο κάστρο υπήρχαν επιβλητικές πετρόχτιστες εκκλησίες αρμένικης καθαρά αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας, η αρχαία αγορά της πόλης, λιθόκτιστοι πύργοι-παρατηρητήρια ενώ απέναντί μας βλέπαμε στο Αρμένικο έδαφος χωριά, ένα εργοτάξιο και στρατό. Τις δυο χώρες τις χωρίζει στο σημείο εκείνο ένα βαθύ πανέμορφο φαράγγι όπου έρεε ορμητικά πανέμορφος ποταμός.
Νωρίς το απόγευμα ξεκινήσαμε για την περιοχή της Κιόλες. Επισκεφτήκαμε το χωριό Μουζαρέτ από το οποίο κατάγονται οι κάτοικοι του χωριού Ποντοκώμης Κοζάνης και η 96χρονη σήμερα Αβραμίδου Ανάστα, το γένος Πατσίδου κάτοικος Θρυλορίου, σύζυγος Αθανασίου Αβραμίδου από το Απουλπάτ. Στο χωριό αυτό βρήκαμε το σπίτι του Ιωάννη Τσουκαλίδη 96 χρόνων κατοίκου Ποντοκώμης ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του.
Αφήσαμε τα χωριά της Κιόλες και συνεχίσαμε για την Όλτυ βλέποντας στη διαδρομή μας τα ελληνικά χωριά Μερενίσ’ Ποσίκ, Παρτούζ απο όπου κατάγονταν μερικοί πρόσφυγες των οικισμών Θρυλορίου, Υφαντών και Αετόλοφου. Περάσαμε δίπλα απ’ το χωριό Ναρμάν και επιστρέψαμε το βράδυ για ξεκούραση στο Ερζερούμ.
Η γνωριμία μας με τα ελληνικά χωριά του Γαρς αν και σύντομη θα μας μείνει αξέχαστη. Μας έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσαμε ένα άλλο κόσμο. Εικόνες απίστευτες και όμως αληθινές, ανθρώπους διαφορετικών θρησκευτικών και εθνικών προελεύσεων, ανθρώπους που ζουν αποκομμένοι απ’ τον πολιτισμένο κόσμο.
Ως καύσιμη ύλη για το χειμώνα χρησιμοποιούν την κοπριά των ζώων την οποία τη ζυμώνουν με χόρτα και χώμα και έτσι φτιάχνουν τα «κουσκούρε». Όλα τα χωριά ήταν γεμάτα «κουσκούρε», κοπάδια προβάτων, χηνών και βοοειδών εκεί στο Γάρς στην Τουρκοαρμενική μεθόριο ενώ ο κόσμος θέριζε με κόσες τα λιβάδια και τα λίγα σιτηρά που καλλιεργούν απ’ το πρωί ως το βράδυ ώστε να είναι έτοιμοι πριν μπει ο χειμώνας. Στο Καρς υπήρχαν 78 ελληνικά χωριά οι κάτοικοι του οποίου μετά την παραχώρηση του Κυβερνείου απ’ τους Ρώσους στην Τουρκία εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Ελλάδα και σε διάφορες σοβιετικές περιοχές.
Ήμαστε πλέον γεμάτοι αγωνία για τη γνωριμία μας με τον Πόντο. Με τον Πόντο των Αρχαίων, των Ρωμαϊκών χρόνων, των Βυζαντινών, των Οθωμανικών, των σύγχρονων.
Φτάνουμε σχετικά νωρίς στην Παϊπούρτη. Πρόκειται αναμφίβολα για την πιο συντηρητική πόλη της Ανατολίας. Η πλειοψηφία των γυναικών φορά μακριά καφέ φορέματα που καλύπτουν όλο το σώμα από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Το κάστρο της Παϊπούρτης χτίστηκε το 6ο αιώνα από τον Ιουστιανό. Τμήμα του Ρωσικού στρατού εισέβαλε στον Πόντο το 1828 υπό τον στρατηγό Ιβάν Θεοδώροβιτς Πάσκεβιτς, κατέστρεψε ένα μέρος από τα τείχη της πόλης μετά τη νίκη του στη μάχη της Παϊπούρτης το 1829. Συνεχίσαμε και νωρίς το μεσημέρι ήμασταν στο ελληνικό χωριό Χαλβά Μαντέν όπου είδαμε ένα παλιό μύλο Ελλήνων, ένα κατεστραμμένο Χάνι, ενώ οι ντόπιοι μας έδειξαν οτο σημείο όπου ήταν χτισμένη εκκλησία, τα χριστιανικά μνήματα, καθώς επίσης τοποθεσία στο βουνό όπου χειμώνα – καλοκαίρι υπάρχει πάγος τον οποίο και χρησιμοποιούν για την ψύξη διαφόρων αναλώσιμων προϊόντων. Οι κάτοικοι του χωριού μας ενημέρωσαν ότι γύρω στην περιοχή υπήρχαν άλλα 6-7 ελληνικά χωριά, πάρα πολλά αρμένικα και ότι όλο το εμπόριο κινούνταν απ΄ τους έλληνες για τους οποίους είχαν ακούσει τα καλύτερα απ’ τους προγόνους του. Αφού μας κέρασαν αριάνι ξεκινήσαμε για την Αργυρούπολη «Κιμισχανά».
Η πόλη πήρε το όνομά της από τα ορυχεία αργύρου, τα οποία ήταν γνωστά από την αρχαιότητα. Αποτέλεσαν βασική πηγή εσόδων της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας την περίοδο 1204-1461. Στα τέλη του 17αι. η Ελληνική κοινότητα ανθεί. Το 1722 ιδρύεται το «Φροντιστηρίου Αργυρούπολης» το 1724 ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Γεωργίου.
Περνάμε σκαρφαλώνοντας νοτίως της κοιλάδας της Κρώμνης όπου σώζονται 27 εκκλησίες και φτάνουμε το απόγευμα στο χωριό Ίμερα, τόπο καταγωγής πολλών προσφύγων στο νόμο Ξάνθης (Χωριό Ιμερα – Τοξότες). Καθ΄ οδόν συναντάμε τα χωριά Παρτίν και Λυκάστ απ΄ όπου κατάγονται οι πόντιοι των χωριών Καρυόφυτο Ν. Ξάνθης. Στην Ίμερα δίνεται χορευτική παράσταση στο κέντρο του χωριού με οργανοπαίχτη έναν ντόπιο λυράρη και μετά γίνεται ξενάγηση στις επί μέρους ενορίες της. Βλέπουμε το σχολείο του χωριού, πολλές εκκλησίες μισογκρεμισμένες την γυναικεία Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννη η οποία σώζεται σε καλή κατάσταση, το σπίτι του Φωστηρόπουλου, και τη συνοικία των Χαλτογιαννάντων.
Μια ομάδα αναχωρεί για το Χωριό Μούζενα στο οποίο βρήκαμε θερμή υποδοχή. Το κτίσμα όπου στεγαζόταν η εκκλησία του χωριού στέκει σε πολύ καλή κατάσταση αν και χρησιμοποιείται ως αχυρώνας όπως επίσης και το σπίτι του παπά. Οι κάτοικοι εκεί ήταν Λαζικής καταγωγής έποικοι απ’ το Άρτβιν (σύνορα Γεωργίας – Τουρκίας), αφού χορέψαμε και εκεί πάνω στην πανέμορφη Μούζενα τα μέλη του συλλόγου Ποντιακής Νεολαίας Ροδόπης αναχωρήσαμε για την Άρδασσα (Τορούλ) όπου συναντηθήκαμε με την υπόλοιπη αποστολή και διαμέσου της διάβασης τις Ζύγανας φτάσαμε στην Μάτσκα όπου και διανυκτερεύσαμε.
Την ώρα της Άφιξης μας στην Μάτσκα 15 χλμ μόλις από την Μονή της Παναγιάς Σουμελά αντικρίσαμε με έκπληξη μπροστά από το ξενοδοχείο όπου μέναμε υπήρχε συναυλία Ποντιακής μουσικής με τη συμμετοχή χιλιάδων κόσμου απ’ τον γύρω περιοχή να χορεύει υπό τους ρυθμούς της λύρας. Και βέβαια συμμετείχαμε και εμείς. Στις 5-4-2005 γύρω στις 10.00 π.μ. βρισκόμασταν όλοι στο ιστορικό μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, το οποίο είναι σκαρφαλωμένο στην απότομη πλαγιά του όρους Μελά, περιτριγυρισμένο από οργιώδη βλάστηση. Από το φαράγγι του Πυξίτη ποταμού και τη δασώδη κοιλάδα το μονοπάτι οδηγεί στη ρίζα του βράχου ύστερα από οδοιπορία 1 ώρας. Απο την περιοχή αυτή κατάγονται πολλοί Πόντιοι του Κίζαρι, της Καρυδιάς, της Νέας Σάντας και του Ροδίτη Ν.Ροδόπης καθώς και πολλοί κάτοικοι των χωριών Πεύκα και Αετοχώρι Ν. Έβρου.
Κατά την παράδοση η μονή ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα μ. Χ. από τους Αθηναίους μοναχούς Βαρνάβα και Σωφρόνιο. Οι μοναχοί αυτοί ακολούθησαν την αγιογραφημένη από τον Απόστολο Λουκά εικόνα της, που μεταφέρθηκε στο όρος Μελά. Η μονή έχει αναστηλωθεί σε μεγάλο βαθμό από την Unesko ενώ ο επισκέπτης κατά την είσοδο πληρώνει 24 τ.λ. περίπου δηλαδή 1, 40 ευρώ.
Η εικόνα της μεταφέρθηκε στην Ελλάδα το 1938 από το μοναχό Αμβρόσιο Σουμελιώτη ο οποίος επέστρεψε για να ανοίξει μια κρύπτη στο μετόχι της Αγίας Βαρβάρας όπου την είχαν κρύψει μαζί με άλλα κειμήλια οι μοναχοί προτού φύγουν για την Ελλάδα αφού προηγουμένως πήρε άδεια από τον τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού.
Νωρίς το απόγευμα ήμασταν σκαρφαλωμένοι πάνω στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Βαζελώνα στη δεύτερη σε σημασία σταυροπηγιακή μονή του Πόντου, αρχαιότερη της Παναγίας Σουμελά, αφού ιδρύθηκε το 270 μ.Χ. Όπως και στη Σουμελά και εδώ η μονή είναι χτισμένη μέσα σε ιερή σπηλιά ενώ από το βράχο τρέχει αγίασμα. Εδώ δεν υπάρχει καμιά προσπάθεια αναστύλωσης. Δεν πληρώνεις εισιτήριο ούτε βλέπεις χιλιάδες κόσμου όπως στη Σουμελά να συνωστίζονται για λίγο αγίασμα. Φτάσαμε στη μονή σχεδόν ταυτόχρονα με μια ομάδα εκδρομέων από την Εύξεινο Λέσχη Κοζάνης και αφού επισκεφθήκαμε τη μονή ακολούθησε τραγούδι και χορός μέσα στο δάσος συνοδεία φλογέρας (χειλιαύλι). Η συγκίνηση που μετέφεραν στους επισκέπτες το ένα δίστιχο μετά το άλλο ήταν έκδηλη στα μάτια όλων.
Αναχωρήσαμε αργά το απόγευμα για την Τραπεζούντα την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας του Πόντου (1204-1461 μ.Χ.).
6-8-2005. Αναχωρούμε από την Τραπεζούντα για τα χωριά του Όφεως Ποταμού στα ανατολικά της. Περνάμε πρώτα από τη γέφυρα, τα Σούρμενα, το Άρακλι φτάνουμε στον Όφη και συνεχίζουμε κατά μήκος του ποταμού προς την Ενδοχώρα του. Φτάνουμε τελικά στο χωριό Σαράχο (Οζούνκιολ). Το τοπίο είναι μαγευτικό. Υπάρχει πανέμορφη μικρή λίμνη και γύρω-γύρω έχει έλατα και πανύψηλα βουνά. Υπάρχει τουριστική ανάπτυξη στο χωριό ενώ ο κόσμος δεν έχει αλλοτριωθεί καθόλου. Μας υποδέχονται θερμά και αφού περιηγηθήκαμε στη γύρω περιοχή καθίσαμε σ’ ένα εστιατόριο για φαγητό και διασκέδαση. Το μενού προερχόταν αποκλειστικά από τις διατροφικές συνήθειες των κατοίκων της περιοχής οι οποίες δε διαφέρουν από των εγκατεστημένων στην Ελλάδα Ποντίων.
Ακολούθησε γλέντι με συμμετοχή δικών μας και ντόπιων καλλιτεχνών και ο χορός συνέχισε ως αργά το βράδυ έχοντας παρέα και μια ομάδα εκδρομέων από τη Θεσσαλονίκη (φάρος ποντίων).
Στις 7-8-2005 ξεκινά η γνωριμία μας με την πανέμορφη Τραπεζούντα. Η παλιά πόλη είναι χτισμένη πάνω σ’ ένα τραπεζοειδή βράχο που απλώνεται προς τη θάλασσα. Ιδρύθηκε τον 7ο π.Χ. αιώνα από αποίκους της Σινώπης. Από το 1204-1461 ευημερούσε ως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Κομνηνών. Στην παλιά πόλη σώζονται μέχρι σήμερα ερείπια από τα τείχη των Κομνηνών. Κατά την περιήγησή μας στην πόλη επισκεφθήκαμε το ναό της Αγίας Σοφίας, σήμερα λειτουργεί ως μουσείο, που χτίστηκε από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄ τον Κομνηνό (1238-63), τον ιερό ναό του Αγίου Ευγενίου, ο οποίος σήμερα ονομάζεται Yeni Cuma Camni (Τέμενος της Νέας Παρασκευής), το Μητροπολιτικό ναό της Θεοτόκου της Χρυσοκεφάλου (έως 1461) του 10ου αι. που μετονομάσθηκε σε τέμενος του Πορθητή (Fatih Cantii), οπου γίνονταν οι στέψεις και οι επίσημες ταφές των Κομνηνών, τη γυναικεία μονή της Θεοτόκου της Θεοσκεπάστου (Kirkon Monastiri) που ιδρύθηκε το 1340 και λειτουργούσε το 1922, και σήμερα είναι ερειπωμένη, την εκκλησία του Αγίου Ακίνδυνου η οποία έχει μετατραπεί σε τζαμί, όπως και τις εκκλησίες, του Αγίου Σάββα, του Αγίου Ανδρέα, και του Αγίου Βασιλείου.
Το απόγευμα ξεκίνησαν ξεχωριστές αποστολές για γνωριμία με τους τόπους καταγωγής των προγόνων στην ενδοχώρα της Τραπεζούντας(Αμπέλια, Κόγγα, ΄Ολασα, Κορόνιξα, Φαντάκ, Βαρενού).
Το βράδυ κατεβήκαμε στην παραλία όπου υπήρχε ζωντανή Ποντιακή Μουσική, όπως συνηθίζεται άλλωστε κάθε βράδυ του καλοκαιριού στην παραλία της Τραπεζούντας, ο κόσμος ήταν φιλόξενος και το γλέντι και σύντομα άναψε έχοντας παρέα μια ομάδα εκδρομέων από την Αικατερίνη.
8-8-2005. Αφήνουμε την πόλη της Τραπεζούντας η οποία θα μας μείνει αξέχαστη και συνεχίζουμε δυτικά. Κάνουμε στάσεις στα Πλάτανα, την Θοανία, την Τρίπολη και τελικά φτάνουμε στην Κερασούντα. Κατά την επίσκεψή μας σ’ ορισμένες περιοχές μας κάνει εντύπωση η ενδυματολογική συνήθεια των γυναικών (Ποντιακή ενδυμασία που αφήνει ακάλυπτο το πρόσωπο) και η άνεση με την οποία μιλούν με τους ξένους σε αντίθεση με άλλες περιοχές. Στα Πλάτανα η αρχαία Ερμώνασσα, το βυζαντινό Πλατάνιον ήταν από τις πόλεις Ποντίων με ισχυρή ελληνική περιουσία πριν την Ανταλλαγή. Στο βωμό του εκσυγχρονισμού έχουν καταστραφεί πολλά παλιά αρχοντικά της πόλης. Στην πόλη σώζεται, σε ό, τι αφορά την τοιχοποιία, η εκκλησία των Ταξιαρχών.
9-8-2005. Ξεκινάμε για να γνωρίσουμε την ενδοχώρα της Κερασούντος και ειδικότερα με την επαρχία Γουρουχιού απ’ όπου κατάγονται πολλοί θρυλοριώτες συνταξιδιώτες.
Επισκεπτόμαστε αρχικά τα χωριά Κιούρτιν, Πασλάχ και Σιούλη, και μετά την Κουλάκκαγιά, το Μπαϊρήμ Τονισμά, το Γιατμίς, την Μέλενξε, την Κιόπλη, το Γιανούχ, το Γιαβούς Κεμάλ και τέλος το Γάαλαν. Στα χωριά αυτά έζησαν οι πρόγονοί μας για πολλά χρόνια αφότου εγκατέλειψαν την περιοχή της Άρδασης Αργυρούπολης. Βρήκαμε τις εκκλησίες και τα μνήματα των Ρωμιών κατεστραμμένα άλλοτε αποκλειστικά από τη φθορά του χρόνου και άλλοτε με τη βοήθεια του ανθρώπινου παράγοντα. Στα χωριά αυτά βρήκαμε ορισμένα σπίτια τα οποία στέκονται όπως τα άφησαν οι Ρωμιοί με τη βοήθεια πάντα των νέων πλέον ιδιοκτητών τους, τα παλιά πηγάδια των Χωριών, τα Ελληνικά ονόματα των γειτονιών που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται προφορικά και πολλές ελληνικές επιγραφές διάσπαρτες στους αγρούς οι οποίες αν και πέρασαν 80 και πλέον χρόνια μαρτυρούν ακόμη την ιστορία του τόπου. Βρήκαμε τα σπίτια των προγόνων πολλών Θρυλοριωτών ενώ οι κάτοικοι μας έδειχναν εκτός απ’ τα σπίτια, τις αποθήκες, τις εκκλησίες, και τα μοναστήρια τους κήπους και ορισμένα δέντρα που τα βρήκαν εκεί φυτεμένα απ’ τους Έλληνες και των οποίων τους καρπούς μας πρόσφεραν με μεγάλη ευχαρίστηση.
Σε κάθε χωριό σε κάθε παρχάρι που σταματούσαμε στηνόταν και από ένας χορός ενώ το τραγούδι δε σταματούσε ποτέ ούτε μέσα στα μίνι-λεωφορεία που χρησιμοποιούσαμε για τις μεταφορές μας σε δύσβατες περιοχές. Αργά το βράδυ επιστρέψαμε στην Κερασούντα όπου βγήκαμε βόλτα στην πόλη για φαγητό. Η πόλη είναι καθαρή και ήσυχη. Το μόνο αρνητικό ήταν ότι τα μαγαζιά σε αντίθεση με την Τραπεζούντα κλείνουν σχετικά νωρίς.
10-8-2005. Γνωριμία με την πόλη της Κερασούντας. Το αρχαίο όνομά της ήταν Κερασούς πιθανότατα από το Κερατοειδές βουνό που υψώνεται πίσω της. Απέναντι από την παραλία της βρίσκεται το μοναδικό σταθερής έκτασης νησί της νότιας ακτής του Ευξείνου Πόντου. Βρίσκεται 3χλμ. ανατολικά της Κεραστούντας. Ταυτίζεται με την Αρητιάδα της Μυθολογίας όπου οι Στιμφαλίδες Όρνιθες επιτέθηκαν στους Αργοναύτες χρησιμοποιώντας τα φτερά τους ως δολοφονικά βέλη.
Επισκεφθήκαμε το ναό του Αγίου Νικολάου ο οποίος βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση στην παραλία της Κερασούντας (σήμερα λειτουργεί ως μουσείο) και αφού κάνουμε μια βόλτα στην παλιά πόλη ξεκινήσαμε για τα Κοτύωρα πατρίδα πολλών Ποντίων του Δωρικού Ν.Εβρου. Μια παλιά φωτογραφία του 1950 δείχνει πως η Ορντού (Κοτύωρα) ήταν μια πανέμορφη πόλη με μεγαλοπρεπή παλιά αρχοντικά παρατεταγμένα στις πλαγιές του Ποζ-Τεπέ. Το καθ’ ένα είχε θέα τη θάλασσα. Σήμερα η εικόνα είναι απογοητευτική η Ορντού έχει μετατραπεί σε τσιμεντούπολη. Ο παλιός μητροπολιτικός ναός της Υπαπαντής έχει αναστηλωθεί και χρησιμοποιείται ως μουσείο. Στην Ορντού υπάρχει το παρχάρι Τσάμασιν το οποίο πρέπει να επισκέπτεται κάθε ταξιδιώτης διότι και η διαδρομή είναι μοναδική μέσα από καταπράσινα δάση, αλλά και η ιστορία του ευρέως γνωστή στον Ελληνικό χώρο. Ποιος δε γνωρίζει στην Ελλάδα το τραγούδι
«Εκάεν και το Τσάμπασιν…
…τ’ Ορντούς τα παλικάρια».
Εκεί πάνω στο παρχάρι φάγαμε ντόπιο κρέας το οποίο ψήσαμε οι ίδιοι πάνω σε μαγγάλια καθώς και άλλα ορεκτικά και το απόγευμα αναχωρήσαμε για τη Σαμψούντα. Στη διαδρομή μας σταμάτησαν στο Ιασώνειο ακρωτήριο, όπου υπάρχει αναστηλωμένη μια εκκλησία και αφού πατήσαμε και εμείς στο ακρωτήριο όπου προσάραξε η Αργώ και αποβιβάστηκαν οι αργοναύτες συνεχίσαμε το ταξίδι μας βλέποντας καθ’ οδόν την Φάτσα, την Οινόη, την πεδιάδα των Θερμών και τέλος νωρίς το βράδυ φτάσαμε στη Σαμψούντα.
11-8-2005. Η Σαμψούντα είναι σήμερα το λιμάνι με τη μεγαλύτερη κίνηση στην περιοχή. Τα τελευταία 80 χρόνια έχει σαρανταπλασιάσει τον πληθυσμό της θυσιάζοντας κάθε ίχνος ιστορίας πολιτισμού στο βωμό της βιομηχανοποίησης και της τεχνικής προόδου.
Η Σαμψούντα ιδρύθηκε το 7ο αι. π.Χ. από Μιλήσιους Αποίκους. Το σύνολο του Χριστιανικού πληθυσμού της εκτοπίστηκε την περίοδο 1916-1923 στα βάθη της Ανατολής μέσα σε συνθήκες αιχμαλωσίας. Από αυτούς κάποιοι επέλεξαν μετανάστευση στη Ρωσία ή ανταλλάχθηκαν με τη συνθήκη της Λωζάνης και μεταφέρθηκαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.
Στη Σαμψούντα επισκεφθήκαμε το μουσείο της πόλης, τον καθολικό ναό της Μαρία Ρόδα ο ιερέας της οποίας ο Πάτερ Πέτρος μας υποδέχθηκε πολύ φιλικά και αφού κάναμε μια βόλτα στην αγορά ξεκινήσαμε για το Μπόλου. Ακολουθήσαμε την παραλιακή οδό και έτσι επισκεφθήκαμε το ελληνικό γυμνάσιο της Πάφρας, και καθίσαμε για φαγητό στο λιμανάκι της Σινώπης. Η Σινώπη υπήρξε η πρώτη και για αρκετό καιρό σημαντική Ελληνική αποικία στον Εύξεινο Πόντο. Από το 183 π.Χ. αποτέλεσε την πρωτεύουσα του Βασιλείου του Πόντου. Ο Μιθριδάτης Στ΄ ο Ευπάτωρ φρόντισε να την κοσμήσει με λαμπρά οικοδομήματα, τέτοια που να ταιριάζουν σε μια αυτοκρατορική πόλη. Από εδώ καταγόταν ο Διογένης ο Σινωπεύς ο οποίος γεννήθηκε το 39 π.Χ. και πέθανε στην Κόρινθο το 323 π.Χ. Λέγεται ότι για να δηλώσει την περιφρόνησή του για τις υλικές ανέσεις ζούσε για χρόνια σχεδόν γυμνός μέσα σ’ ένα πιθάρι. Η πόλη σήμερα παρουσιάζει απογοητευτική εικόνα παρά την προνομιακή της θέση και την μακραίωνη ιστορία της. Τα περισσότερα μνημεία έχουν πνιγεί σε θάλασσα τσιμέντου.
Συνεχίσαμε διαμέσου Κασταμονής, γενέτειρα στου Αυτοκράτορα Κομνηνών και φτάσαμε τελικά στο Μπαλού όπου και διανυκτερεύσαμε.
12-8-2005. Ξεκινάμε το πρωί για την Κωνσταντινούπολη. Γύρω στις 13:00 μ.μ. είμαστε στο Πατριαρχείο. Για πολλούς ήταν η πρώτη φορά που το επισκέπτονταν και η συγκίνηση ήταν μεγάλη. Ακολούθησε η επίσκεψή μας στην Αγία Σοφία στο μεγαλοπρεπή αυτό ναό τον οποίο για να επισκεφθεί κάθε μη Τούρκος πρέπει να καταβάλει το αντίτιμο των 15 YTL περίπου 10 € ενώ οι Τούρκοι υπήκοοι 2 YTL δηλαδή περίπου 1,5 €.
Τα μέλη της αποστολής είχαν ένα 5ωρο στη διάθεσή τους για γνωριμία με την πόλη και για επίσκεψη στην αγορά και το Καπαλί Τσαρσί (Κλειστή Αγορά) το οποίο είναι έργο των Οθωμανών.
Το απόγευμα καθίσαμε για φαγητό σ’ ένα εστιατόριο με Μαυροθαλασσίτικη Κουζίνα σε προάστιο της Πόλης και με ζωντανή Ποντιακή μουσική και χορό γλεντήσαμε έως τις 19:30 μ.μ. περίπου οπότε ξεκινήσαμε για το συνοριακό σταθμό των Υψάλων.
Αργά το βράδυ ήμασταν πίσω στην Κομοτηνή γεμάτη ικανοποίηση για την επιλογή μας να γνωρίσουμε και να απομυθοποιήσουμε το χώρο όπου για αιώνες έζησε και δημιούργησε εστίες πολιτισμού ο Ελληνισμός του Πόντου».
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
