Ο ποντιακος γαμος αναβιωνει
Το παμπάλαιο έθιμο του ποντιακού γάμου θα αναβιώσει την Κυριακή το απόγευμα στις 7 το απόγευμα στην αίθουσα του Πολιτιστικού Κυττάρου του Εργατικού Κέντρου με την πιστότητα που πραγματοποιούνταν στις πατρίδες. Το έθιμο αναβιώνει με φροντίδα του ο Σύλλογος Ποντιακής Νεολαίας Ν. Ροδόπης «Η Τραπεζούντα.
Πρόκειται για ένα από τα πιο ζωντανά έθιμα του ελληνισμού που δεν τόλμησε να το αλλοιώσει ο χρόνος, καθώς είναι βαθιά ριζωμένο στις ψυχές των Ποντίων προσφύγων. Τόσο αυτών που οι γονείς και οι παππούδες τους ήρθαν το 1922, όσο και αυτών που ήρθαν από τις Δημοκρατίες της Πρώην Σοβιετικής Ένωσης.
Η εκδήλωση ήταν προγραμματισμένη στα πλαίσια του προγραμματισμού των δραστηριοτήτων του Συλλόγου στις αρχές του χρόνου. Εστιάζοντας στους λόγους που οδήγησαν στην πραγματοποίηση της συγκεκριμένης εκδήλωσης ο Πρόεδρος του Συλλόγου κ. Γιάννης Νικολαϊδης επεξηγεί ότι έχουν άμεση σχέση με την επαφή των παιδιών κυρίως με την ποντιακή διάλεκτο, αλλά και με το γεγονός ότι ο γάμος είναι από τα πιο ευχάριστα γεγονότα της ζωής του ανθρώπου. Ένας επίσης λόγος ήταν και η διατήρηση της ποντιακής παράδοσης. «Επειδή τα τελευταία χρόνια έχουμε αποξενωθεί από τις ιδιαίτερες παραδόσεις είτε ως πόντιοι, είτε ως θρακιώτες, είτε ως σαρακατσάνοι υιοθετώντας έθιμα των Δυτικοευρωπαίων σκεφτήκαμε ότι ήταν καλό να αναβιώσουμε τα ιδιαίτερα έθιμα του ποντιακού γάμου. Προσωπικά συγκινούμαι όταν βλέπω τους παλιννοστούντες να τηρούν πολλά από αυτά τα έθιμα και μάλιστα με εμμονή και πείσμα. Και αυτό γίνεται ενσυνείδητα».
Επειδή υπάρχουν παραλλαγές των εθίμων και των συνηθειών του γάμου από περιοχή σε περιοχή του Πόντου τα μέλη του Συλλόγου αποφάσισαν να παρουσιάσουν τον ποντιακό γάμο των περιοχών που γνώριζαν, και συγκεκριμένα του χωριού Ανκαβάν της Αρμενίας και του Απουλπάτ του Κυβερνείου του Γαρς. Έτσι, δύο μέλη του Συλλόγου η Ρόζα Εφραιμίδου και η Βίκυ Αυγητίδου, γνώστριες της ποντιακής διαλέκτου αλλά και της ποντιακής παράδοσης από το χωριό Ανκαβάν της Αρμενίας ανέλαβαν να στηρίξουν την προσπάθεια. Να σημειωθεί ότι στην πλειοψηφία του οι κάτοικοι του χωριού Ανκαβάν, οι οποίοι έλκουν την καταγωγή τους από τη Σάντα της Τραπεζούντας και από διάφορα μέρη της Αργυρούπολης του Πόντου, διατήρησαν τα έθιμα τα οποία μετέφεραν από τον Πόντο αναλλοίωτα. Από την άλλη μερίδα κατοίκων των Υφαντών και του Θρυλορίου κατάγονται από το χωριό Απουλπάτ του Κυβερνείου του Γαρς , έποικοι από περιοχή της Αργυρούπολης. «Συζητώντας με τα παιδιά που έχουν την καταγωγή από το χωριό Ανκαβάν βρήκαμε ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες στα έθιμα του γάμου και έτσι αποφασίσαμε να αναβιώσουμε τον ποντιακό γάμο της περιοχής του νότιου Καυκάσου, της περιοχής του Γαρς.. Τα έθιμα μας τα διηγήθηκαν, όπως και στα δύο κορίτσια, οι παππούδες και γιαγιάδες μας και το ίδιο και τα κορίτσια αυτά που έχουν καταγωγή από το χωριό Ανκαβάν. Τα δύο χωριά δεν απέχουν περισσότερα από 100χιλ. μεταξύ τους άσχετα αν το ένα σήμερα ανήκει στην Αρμενία ενώ το άλλο στην Τουρκία.».
Οι μουσικές και οι μελωδίες που θα ακουστούν στο έργο είναι κατά κύρια βάση ποντιακές, επηρεασμένη βέβαια και από τη μουσική των άλλων κατοίκων των περιοχών, όπως Γεωργιανών, Αρμενίων, Κούρδων, Τούρκων με τους οποίους συνυπήρξαν για χρόνια . Επίσης τα ιδιώματα στα οποία είναι γραμμένο το έργο δείχνουν την επιρροή που είχαν οι κάτοικοι των περιοχών αυτών τόσο από την Αρμενική γλώσσα όσο και από τη Ρωσική, διότι το κυβερνείο του Γαρς ήταν υπό την διοίκηση Ρώσων τόσο στρατιωτικά όσο και διοικητικά. «Η γλώσσα έχει επιμεληθεί και θα είναι κατανοητή στον κόσμο. Βέβαια πρώτα ο γάμος θα παρουσιαστεί προφορικά στην ελληνική γλώσσα. Θεωρώ ότι οι εικόνες και οι αναπαραστάσεις, οι κινήσεις δεν θα αφήσουν κενό στον θεατή».
Το σενάριο έχει γραφεί από το Γιάννη το Νικολαϊδη με την καθοδήγηση του σκηνοθέτη πατήρ Αθανασίου Δουλγέρη, έγινε η επιλογή των κομματιών που θα μπορούσαν να παρουσιασθούν.
Το προξενιό και το λογοδόσημο
Ο γάμος στον Πόντο γινόταν συνήθως με προξενιά Σε κάποιες περιοχές του Πόντου τα παιδιά τα προξένευαν ακόμη από την κούνια τα και τα πάντρευαν από τον πρώτο ή το δεύτερο μήνα της ζωής τους. Αυτό κυρίως γινόταν για να αποφύγουν τη στράτευση, γιατί οι παντρεμένοι δεν στρατεύονταν.
Το βασικό ρόλο τον είχε η προξενήτρα η οποία επισκεπτόταν το σπίτι της νύφης και προσπαθούσε να πείσει τους γονείς της να δεχθούν το γαμπρό και μετά πήγαινε στου γαμπρού Υπήρχαν και διάφορες προκαταλήψεις. Αν απορρίπτονταν η πρώτη πρόταση προξενιάς από τον υποψήφιο γαμπρό το θεωρούσαν όχι μόνο προσβλητικό για την οικογένειά αλλά ότι θα κλείσει η τύχη της νύφης. Αυτό ήταν «πρωτολάλεμαν», και δεν ήταν σωστό να το αρνηθεί. Μάλιστα όταν έφευγε η προξενήτρα για το σπίτι του γαμπρού για να πάει για το προξενιό κρεμούσαν έναν ορτάρι, μία κάλτσα , μέσα στο σπίτι για το καλό.
Την πρόταση της προξενήτρας ακολουθούσε συζήτηση διευρυμένη με το σόϊ και στις δύο πλευρές και αφού εγκρίνονταν το προξενιό ακολουθούσε ο λόγος. Να σημειωθεί ότι στις συζητήσεις δεν λάβαινε μέρος ούτε η νύφη ούτε ο γαμπρός. Ακολουθούσε το λάδεμαν,το λογοδόσημο κατά το οποίο οι γονείς του γαμπρού πήγαιναν να ζητήσουν την νύφη πλέον επίσημα. Στον Πόντο δεν υπήρχε προίκα. Εν αντιθέσει έδιναν αποζημίωση στη μάνα της νύφης και στον πατέρα, επειδή έφευγε ένα χέρι βοήθειας από το σπίτι.
Οι προετοιμασίες του γάμου
Οι προετοιμασίες γινόταν όλη της εβδομάδα χωρίς να χρειάζονται ιδιαίτερες προσκλήσεις Μετά το λόγο, την Πέμπτη νεαρά κορίτσια, ξαδέρφες και φίλες προς αποφυγή παρεξηγήσεων, πήγαιναν το νυφικό στην νύφη, νωρίς το απόγευμα προτού σκοτεινιάσει και αφού τις κερνούσαν έφευγαν.. Μάλιστα το νυφικό χαριζόταν από την πεθερά στην νύφη. Υπάρχουν νυφιάτικες ζιπούνες αιώνων. Ακόμη κι αν είχε φθαρεί κάποια με το πέρασμα του χρόνου δινόταν ως δώρο από την πεθερά στην πρώτη της νύφη.
Η πρόσκληση για το γάμο γίνονταν με κεριά και με ρακί από δύο νεαρά παιδιά σε όλο το χωριό, οι συγγενείς μπορεί να δίναν και κάλτσες και δώρα. Και αφού καλούσαν όλο το χωριό, το Σαββάτο γίνονταν ως συνήθως γλέντι στο σπίτι της νύφης για τους συγγενείς της νύφης, όπου δεν πήγαινε ο γαμπρός ούτε οι συγγενείς του.
Έθιμα γάμου
Ένα από τα σημαντικότερα έθιμα του γάμου ήταν τα γαμήλια λουτρά των νεόνυμφων, που συμβόλιζαν τον καθαρισμό από κάθε αμαρτία και την προστασία από κάθε είδους δαιμονικούς ή μαγικούς κινδύνους. Τη νύφη τη λούζανε οι φίλες της στο σπίτι της νονάς της και τη στόλιζαν τραγουδώντας και χορεύοντας.
Μετά το επίσημο λούσιμο του γαμπρού όλοι έβγαιναν στην αυλή για να τον ξυρίσουν. Κατά το ξύρισμα του γαμπρού, η μητέρα του έπαιρνε μια πετσέτα, τον σταύρωνε και έριχνε την πετσέτα στον ώμο του κουρέα. Ο γαμπρός πατούσε μέσα σ’ ένα ταψί και ο κουρέας τον ξύριζε. Πολλές φορές ο κουρέας για να αποσπάσει χρήματα από τον κουμπάρο έλεγε: “το ξυράφ’ κι κόφτ’, θέλ ακόνεμαν” και ο κουμπάρος έπρεπε να το ακονίσει. Ενώ γινόταν το ξύρισμα, γυναίκες κατά τους πρώτους χρόνους και γυναίκες με άντρες κατά τους υστερνούς, χόρευαν γύρω από τον γαμπρό κρατώντας πετσέτες ή με σταυρωτά άσπρα μαντίλια έριχναν χρήματα σε ταψί.
Την ημέρα του γάμου, λίγο πριν το νυφόπαρμα, ο γαμπρός με τους συγγενείς του πήγαιναν με όργανα να προσκαλέσουν τον κουμπάρο. Μετά το φαγοπότι στο σπίτι του κουμπάρου και του γαμπρού όλοι ετοιμάζονταν για το νυφόπαρμαν.
Το νυφόπαρμαν αποτελούσε το πιο εορταστικό και πανηγυρικό στοιχείο όλης της διαδικασίας του γάμου.
Μπροστά πήγαιναν τα όργανα και οι «τονανματζήδες», δηλ. αυτοί που πυροβολούσαν στον αέρα, και ακολουθούσαν οι άντρες. Προηγούνταν οι γέροι και οι ηλικιωμένοι και ακολουθούσαν οι νέοι με το γαμπρό, τον οποίο υποβάσταζε τιμητικά ο κουμπάρος.
Αν η νύφη κατάγονταν από το χωριό του γαμπρού,τότε η πορεία ήταν πεζή, διαφορετικά ήταν έφιππη. Με “το αχπαστικό”, τραγούδι που σημαίνει ξεκίνημα, κινούσαν για το σπίτι της. Όταν έφτανε η πομπή σε σημείο, από όπου φαίνονταν πια το χωριό ή το σπίτι της νύφης, ο επικεφαλής των οπλοφόρων, ο τονανματζής, έδινε το σύνθημα του πυροβολισμού. Στη διαδρομή άλλοι από τους έφιππους έκαναν αγώνες με τα άλογα και άλλοι έριχναν τα “τζιρίτια”, δηλαδή τα ακόντια.
Σ’ όλη τη διαδρομή προς το σπίτι της νύφης, κάποιοι χωριανοί ή ακόμη και οι συγγενείς της νύφης έκλειναν το δρόμο και δεν τον άνοιγαν αν δεν τους έδινε φιλοδώρημα ο κουμπάρος ή ο γαμπρός. Με το «κουμπάρε τάξον» άρχιζε το παζάρι
Έξω από το σπίτι της νύφης οι συμπέθεροι, οι συγγενείς και όλοι οι καλεσμένοι, γείτονες και φίλοι, υποδέχονταν τον γαμπρό, τους γονείς και όλη τη συνοδεία τους. Μια συγγενής της νύφης κρατούσε ένα πιάτο με το φούστορον. Επρεπε όμως και πάλι ο κουμπάρος να «ελαφρώσει» την τσέπη του για να φάει την ομελέτα ο γαμπρός. Οι γονείς της νύφης οδηγούσαν το γαμπρό στην πόρτα του δωματίου της κόρης τους. Ο κουμπάρος έπρεπε να περάσει κάποιες δοκιμασίες για να μπει στο δωμάτιο, γιατί η νύφη ήταν ακριβή. Έπρεπε να πληρώσει την είσοδο, την ψημένη κότα που τους προσέφεραν, την κομμώτρια, το παπούτσι της νύφης. Κι εδώ το παζάρι ήταν σκληρό. Ακούγονταν φράσεις όπως «η νύφε εν ακριβέσα», «το παπούτσ’ εν στενόν». Συνήθιζαν να «κρύβουν» τη νύφη σε κάποιο άλλο συγγενικό σπίτι. Οπότε μετά από την πληρωμή των «διοδίων» ανακαλυπτόταν ότι η νύφη δεν βρισκόταν στο δωμάτιό της. Άρχιζαν ξανά τα παζάρια για να εξαγοραστεί η πληροφορία για το σε ποιο σπίτι βρισκόταν η νύφη για να πάνε ο γαμπρός με τον κουμπάρο να παραλάβουν τη νύφη και να τη φέρουν στο πατρικό της σπίτι.
Όταν έβγαινε η νύφη από το σπίτι της, η μητέρα της έφερνε μια πίτα που ήταν τυλιγμένη σ’ ένα σεντόνι, την έσπαγε πάνω απ’ το κεφάλι της νύφης και τη μοίραζε στους καλεσμένους. Πολλές φορές η νύφη έκλαιγε από χαρά που παντρευόταν και από λύπη που αποχωριζόταν τους γονείς της.
Σήμερον άσπρος ουρανός, σήμερον άσπρη ημέρα,
Σήμερον ανταμούντανε αητέντς και πελιστέρα
Στέψη
Το μυστήριο του γάμου τελούνταν κατ’ αποκλειστικότητα ημέρα Κυριακή, μετά τη Θεία Λειτουργία. Το βράδυ του Σαββάτου, λάμβανε χώρα το γλέντι της νύφης με φιλικά και συγγενικά πρόσωπα. Κάτω από τους ήχους των μουσικών οργάνων και των τραγουδιών, η γαμήλια πομπή ξεκινούσε από το σπίτι της νύφης για να φτάσει στην εκκλησιά.
Στην είσοδο της εκκλησίας σταματούσε η μουσική και το ζευγάρι παραλάμβανε ο παπάς για ν’ αρχίσει το θείο μυστήριο της στέψης. Όση ώρα έψαλε τον “Ησαΐα” ο παπάς, οι καλεσμένοι τούς έριχναν σιτάρι, ξερά μούρα (τα τσαμίτζια) και κέρματα, τα οποία μάζευαν τα μικρά παιδιά. Μετά την τελετή σήκωναν ψηλά τον κουμπάρο και του φώναζαν “άξιος”. Δεν τον κατέβαζαν, αν δεν τους έδινε φιλοδώρημα. Όταν τελείωνε η τελετή της στέψης, οι οργανοπαίχτες, οι τραγουδιστές και οι οπλοφόροι παρατάσσονταν από τη μια κι από την άλλη μεριά της εξόδου της εκκλησιάς και περίμέναν την έξοδο των νεόνυμφων. Σ’ όλη τη διαδικασία της τελετής του γάμου η νύφη έπρεπε να καμαρών’ και να είναι σκεπασμένο το κεφάλι και το πρόσωπό της με φανταχτερό πέπλο, το «τσαρκούλ».
Υποδοχή της Νύφης
Μετά τη στέψη όλοι – εκτός από τους συγγενείς της νύφης, οι οποίοι επέστρεφαν στο σπίτι τους – πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού. χορεύοντας σ’ όλο το δρόμο. Και στην πορεία προς το σπίτι, τους έκλειναν το δρόμο με σκοινιά και δεν τον άνοιγαν, αν δεν έπαιρναν φιλοδώρημα. Όσο δεν καταβάλλονταν τα «διόδια», δεν επέτρεπαν στην πομπή να προχωρήσει.
Γονείς και στενοί συγγενείς του γαμπρού περιμέναν να υποδεχτούν τους νιόπαντρους, «τον αητέν και την πελιστέραν», τους συγγενείς και φίλους και όλους τους καλεσμένους. Στην πόρτα περίμενε η μάνα του γαμπρού με κουφέτα ή ρύζι, για να ράνει τους νιόπαντρους. Τοποθετούσε ένα πιάτο πάνω στο κατώφλι. Με την τακουνιά του δεξιού της ποδιού η νύφη έπρεπε να συντρίψει το πιάτο. Η πεθερά υποδεχόταν την νύφη με τα λόγια: «Έλα κάλεσα νοικοκυρά, να είσαι στερεωμέντσα και προκομέντσα» και πρόσφερε στους νιόπαντρους μέλι, ξηρούς καρπούς και φρούτα.
Αφού ολοκληρώνονταν οι απαραίτητες προετοιμασίες στο σπίτι του γαμπρού, πήγαιναν οι συγγενείς του με όργανα και δώρα και προσκαλούσαν τους γονείς της νύφης στο γαμήλιο τραπέζι.
Χάρισμα ή Σατσού
Με ζουρνά και νταούλι άρχιζε συνήθως το γαμήλιο γλέντι. Και ακολουθούσε το χάρισμα. Πρώτα χάριζαν οι γονείς, μετά οι συγγενείς και οι προσκεκλημένοι. Τα δώρα ήταν κυρίως οικιακά σκεύη, ρούχα, υφάσματα, κάλτσες και χρήματα για τα έξοδα του γάμου. Μερικές φορές οι γονείς χάριζαν και αγελάδες, πρόβατα ή χωράφια. Κάποιος αναλάμβανε να φωνάζει και να γνωστοποιεί τι δίνει ο καθένας, σατιρίζοντας συχνά τον χαρακτήρα του καθενός
Θύμιγμαν
Μετά τα μεσάνυχτα λάμβανε χώρα το έθιμο «Θύμιγμαν». Κατά τη διάρκειά του, οι νεόνυμφοι μαζί μ’ εφτά ζευγάρια μονοστέφανα (παντρεμένα μία μόνο φορά) και το «τεκ» (ανύπαντρος νέος), χόρευαν το παραδοσιακό τραγούδι. Οι οργανοπαίκτες εγαρσιλάεβαν όλους τους άντρες δηλαδή ζητούσαν να τους χαρίσουν κάτι – κυρίως λεφτά. Μετά από εφτά στροφές άλλαζαν το χορό και έμπαιναν στο χορό και άλλοι. Το έθιμο σ’ ορισμένες περιοχές λεγόταν «εφτά μονοστέφανα».
Εφτά ζευγάρια και το τεκ κρατούνε τα λαμπάδας
Και η νύφε εσέβεν ’ς σον χορόν με τι παρανυφάδας
Εφτά ζευγάρια και το τεκ κρατούνε τα λαμπάδας
Και η νύφε εσέβεν ’ς σον χορόν με τι παρανυφάδας
Θυμί, θυμί τον έγαμο θυμί και τη νεγάμσα
Σουμά σα ξημερώματα και ’ς σα πετεινολάλια
Να ζουν η νύφε και ο γαμπρόν κουμπάρο και η κουμπάρα
Να ζουν και ολ’ οι καλεσμέν και οσήμερον π’ εχάραν.
Αποκαμάρωμα
Μετά το θύμιγμα, ακολουθούσε η αποκάλυψη του προσώπου της νύφης, το λεγόμενο «αποκαμάρωμα». Συγγενείς και φίλοι μαζεύονταν γύρω από τη νύφη για να δουν το πρόσωπό της, το οποίο ως εκείνη τη στιγμή ήταν καλυμμένο με το νυφικό πέπλο. Να σημειωθεί ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που άλλη νύφη έταζαν και άλλη έδιναν.
«Τη κοσαρί το κλέψιμο»
Μετά τα μεσάνυχτα τα νεαρά ξαδέλφια της νύφης, έφευγαν κρυφά από το γλέντι και πήγαιναν ναν κλέψουν κότες και πετεινάρια από τα κοτέτσια συγγενικών προσώπων του γαμπρού, τα οποία προορίζονταν για την πρωινή σούπα.
Χορός «Κοτσαγγέλ»
Με τον χορό αυτό ολοκληρώνονταν το γλέντι.
«Το κοτσαγγέλ ερχίνεσεν και η χαρά ετελέθεν».
Σ’ εφτά
Μια εβδομάδα μετά το γάμο, η νύφη επέστρεφε στο σπίτι της μητέρας της, όπου έμενε για μια εβδομάδα. Συνηθιζόταν η έκφραση: « Η νύφε εκλώστε ’ς σ’ εφτά»
Α.Π.
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
