…ο παραδοσιακος νερομυλος του Ωραιου…

«… Αριστερά, εις απόστασιν μιλίου, εις την ρίζαν τού προς ανατολάς βουνού, έβλεπα εν παλαιόν ημιερειπωμένον κτήριον. Εκαλείτο ο Μύλος τής Καμινίτσας. Ήτο παλαιός νερόμυλος, άχρηστος και έρημος τώρα… Ησθανόμην μέγαν φόβον. Προσεπάθουν να εύρω διέξοδον. Ενθυμούμην τα «κρούσματα», τα άλλως «στοιχειά», τα οποία μού ηπείλησαν τα φεύγοντα παιδιά. Και επόμενον ήτο να ευρίσκονται πολλά εις το άγριον εκείνον ρεύμα. Ο τόπος «εκρότιζε». Και πας μικρός θόρυβος, πνοή ή θρούς ηκούετο με πολλαπλασίαν έντασιν…»

Σ’ αντίθεση με την περιγραφή τού Παπαδιαμάντη, εμείς δεν αισθανθήκαμε φόβο όταν αντικρίσαμε το αντίστοιχο παλαιό κτήριο που αναζητήσαμε και βρήκαμε σκαρφαλωμένο σε μια απομονωμένη πλαγιά, ψηλά στα βουνά τής Ξάνθης.

Δεν είναι ο μοναδικός στην περιοχή αυτός ο νερόμυλος. Περισσότεροι από εξήντα – στη συντριπτική τους πλειοψηφία εγκαταλελειμμένοι – υπάρχουν διάσπαρτοι στα χωριά τής ορεινής. Όταν το 1997 ξεκινούσε η περιβαλλοντική ομάδα του Γυμνασίου Σμίνθης να τους ανακαλύψει, ομολογούν τα παιδιά στην εργασία τους, πως δεν φαντάζονταν το τεράστιο σε όγκο υλικό που τους περίμενε… Άλλωστε, αρκετοί απ’ αυτούς ήταν σε λειτουργία μέχρι και πριν κάποια χρόνια. Οι εναπομείναντες σήμερα, μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού… Δημάριο, Σάτρες, Πάχνη, Ωραίο, μας ενημερώνει ο εκπαιδευτικός Νίκος Κόκκας που με τη δική του περιβαλλοντική ομάδα από το Λύκειο της Γλαύκης «όργωσε» όλα τα ορεινά μονοπάτια καταγράφοντας διαδρομές και ευρήματα παλαιότερης ανθρώπινης δημιουργίας.

Έχοντας φορτώσει ένα τσουβάλι στάρι στο αυτοκίνητο, ανεβαίνουμε το φιδογυριστό δρόμο για το Ωραίο. Προορισμός μας, ο νερόμυλος του Χασάν και του Χαλήλ. Που σε πείσμα των καιρών εξακολουθεί να λειτουργεί σχεδόν καθημερινά εξυπηρετώντας ανάγκες χωρικών τού βουνού αλλά και των ίδιων των μυλωνάδων που μπορεί, όπως μας εξομολογούνται, να μη κερδίζουν λεφτά πολλά από τη δουλειά, κερδίζουν όμως μεγάλη ευχαρίστηση… «Από ψώρα τον κρατάμε» μου λέει ο Σουλεϊμάν Χαλήλ που πλησιάζει αισίως τα 75… Η ηλικία δεν τον εμποδίζει να είναι και καπνοπαραγωγός και Πρόεδρος του τοπικού Αγροτικού Συνεταιρισμού… Ο ίδιος δε θα μπορέσει να μας καλωσορίσει στο μύλο του γιατί θα βρίσκεται στο χωράφι του για «σπάσιμο»… Είναι η εποχή του καπνού και ο κόσμος στα Πομακοχώρια αγωνίζεται να βγάλει καλόν μπασμά στη φετινή σοδειά…

Οι δύο μυλωνάδες που κρατάνε το μύλο, ο Χουσέϊνκο Χασάν και ο Σουλεϊμάν Χαλήλ, είναι

συνέταιροι τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια… Ο δε μύλος που πρόσφατα επισκεύασαν για να λειτουργεί καλύτερα, είναι αναπόσπαστο κομμάτι τής οικογενειακής, από πάππο προς πάππου, επαγγελματικής παράδοσης τού πρώτου…

Κατά τα φαινόμενα, αυτός θα είναι και ο τελευταίος μυλωνάς τής οικογένειας… Κανένα από τα παιδιά του ή τα εγγόνια του δε δείχνει ενδιαφέρον για το επάγγελμα. «Δώστο φωτιά να φύγει» του λένε του Σουλεϊμάν, «ό,τι θέλεις κάντο» του Χουσέϊνκο… Ο ίδιος, συνταξιούχος πια αγρότης, βάζει τις μυλόπετρες να δουλέψουν «όποτε βγει πελάτης» για στάρι ή καλαμπόκι – και δεν είναι λίγοι αυτοί… Πότε μόνος, όπως τώρα, πότε μαζί με το συνεταίρο του, κατεβαίνουν το δύσβατο μονοπάτι έξω από το χωριό τους, για ν’ ανοίξουν το μάνταλο στην ξύλινη πόρτα και να διώξουν τα «στοιχειά» που αγαπούν να ξημερώνονται σε μέρη σαν κι αυτό…

Στο ίδιο χωριό υπάρχει ακόμη ένας νερόμυλος που δεν λειτουργεί όμως. «Ημιερειπωμένος, άχρηστος, έρημος, κάνει τον τόπο να κροτίζει και παν μικρόν θόρυβον να ακούεται εις πολλαπλασίαν έντασιν…» Δεν είναι όμως λίγοι αυτοί που θεωρούν ότι στοιχειώδες ενδιαφέρον αν εκδηλωνόταν από την Τοπική Αυτοδιοίκηση, θα μπορούσαν να μετατραπούν αυτά τα κτήρια σε μικρές εστίες ανάπτυξης ήπιων μορφών τουρισμού… «από κανέναν ντεν έχει εντιαφέρον να μας βοητήσει», λέει ο μυλωνάς Χουσέϊνκο για τους άρχοντες του τόπου… Ξέρει αυτός! Την υπόσχεση ότι «θα στρωθεί» το μακρύ, κατηφορικό δρομάκι που οδηγεί από τον κοινοτικό ασφαλτόδρομο στον παραδοσιακό μύλο, την έλαβε άπειρες φορές από τον οικείο Δήμαρχο… Γι’ αυτό κι εμείς κατεβαίνουμε φορτωμένοι στους ώμους το σακί το στάρι… Αυτό που περπατάμε λες και δεν είναι δρόμος αλλά ξερή κοίτη χειμάρρου με κοτρόνες και σχισίματα βαθιά, γεμάτη… Ακόμη και η ξύλινη ταμπελίτσα που υποδεικνύει στους ξένους πού βρίσκεται ο νερόμυλος, είναι έργο τής περιβαλλοντικής ομάδας Γλαύκης…

Αυτή τη φορά δεν έχει καφεδάκι και παρέα με τους δυο ηλικιωμένους μυλωνάδες στην αυλή, δεν έχει ιστορίες από τα παλιά και μασάλια. Έχει γνωριμία, εξερεύνηση του τόπου και δουλειά…

Οι επισκέπτες άλλωστε έρχονται από την μακρινή Κύπρο και προτιμούν να πιάσουν κουβέντα με τον Χουσέϊνκο δίπλα στις μυλόπετρες που γυρίζουν, μέσα στο θολό από την αλευρόσκονη, χώρο…

Τα παιδιά ενθουσιάζονται – ο τόπος εξάπτει τη φαντασία τους και ο μυλωνάς είναι πάντα πρόθυμος να τους εξηγήσει πώς συμβαίνουν όσα βλέπουν τα μάτια τους… Ένα πράγμα δεν μπορούν να καταλάβουν και τούτο είναι πού χάνεται το νερό από το αυλάκι που κυλάει πάνω από το μύλο… Αλλά τα υπόλοιπα τους είναι εύκολα… και βατράχια και βατόμουρα και κρυψώνες για κρυφτό διαθέτει το περιβάλλον του νερόμυλου…

Οι πέτρες τρίβουν το στάρι αργά, για αλεύρι. «Μαύρο» και όχι κοσκινισμένο, θα το πάρουμε… «Είναι καλό για τον οργανισμό. Ρουφάει σα σφουγγάρι το νερό που πίνεις» μας λέει ο μυλωνάς. Παίρνει χρόνο για να γίνει…

Αλλά είναι χρόνος που η ηρεμία και ο καθαρός αέρας του βουνού τον σπρώχνουν να κυλάει γρήγορα… Όταν και οι τελευταίοι σπόροι πέφτουν από τη χοάνη μέσα στον πέτρινο κύλινδρο, ο μυλωνάς σηκώνεται από τη θέση του να κλείσει το νερό… Μια στιγμή απόλυτης σιωπής ακολουθεί. Οι ανεπαίσθητοι θόρυβοι της φύσης γύρω μας εισβάλλουν εκκωφαντικά στ’ αυτιά μας… Και μετά, γαλήνη…

Με ψιλή άσπρη σκόνη πασπαλισμένοι απ’ την κορφή έως τα νύχια και τη μυρουδιά τού λιωμένου σταριού κολλημένη απάνω μας, φορτωνόμαστε το γεμάτο με αλεύρι τσουβάλι και αποχαιρετάμε τον μυλωνά Χουσέϊνκο που διστάζει να μας πει την τιμή για τη δουλειά… Με δραχμές υπολογίζει ακόμα και είναι γύρω στις 30 – 40 το κιλό! Από ντροπή, του δίνουμε παραπάνω παρόλο που ξέρουμε καλά πως η φιλοξενία δεν πληρώνεται με χρήμα κι ούτε θέλουμε να μας παρεξηγήσει…

Στέλνουμε τα χαιρετίσματα στο συνεταίρο του και παίρνουμε το κακοτράχαλο μονοπάτι στην ανηφοριά… Έχοντας στη σκέψη ότι κάποτε, όταν σταματήσουν να αλέθουν το στάρι και το καλαμπόκι αυτές οι μυλόπετρες, θα χαθεί μαζί τους και μια πολύτιμη συνέχεια στην παράδοση αιώνων που κουβαλάνε οι δύο άοκνοι γέροντες μυλωνάδες… Μια παράδοση που λέει ότι ο νερόμυλος τού Ωραίου φτιάχθηκε στα χρόνια τού Βυζαντίου και με τα έσοδα που προσπόριζε στον παπά που τον δούλευε, χτίστηκε το, αναφερόμενο ως βυζαντινό, γεφύρι λίγο παρακάτω στο ποτάμι… Αλήθεια ή ψέματα, αργά η γρήγορα θα σβήσουν και οι τελευταίες ζώσες αφηγήσεις και μαζί τους η γοητεία των μύθων που τυλίγουν την προφορική παράδοση…

Μαρία Β.Μπόντη

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.