«Ο καφες ειναι παντα μια σπουδαια αφορμη»
«Η εποχή των καφέδων» του Γιάννη Ξανθούλη παρουσιάστηκε προχθές το βράδυ στην αίθουσα Πολιτιστικού Κυττάρου από τον ίδιο τον συγγραφέα. Εκρηκτική η παρουσία του, κράτησε τους θεατές προσγειωμένους στις καρέκλες τους μέχρι το τέλος, καθώς σε όλη τη διάρκεια της παρουσίασης ξεσπούσαν αβίαστα σε γέλια, απογειωμένοι από τις ιστορήσεις του. Πληθωρικός, «πικάντικος» κι απελευθερωμένος στο λόγο του, περιέγραφε δυνατές εικόνες της παιδικής του ηλικίας, διακωμωδούσε και τα πιο σοβαρά θέματα, με αφετηρία ένα φλιτζάνι καφέ!
Η εκδήλωση εντάσσεται στα Ελευθέρια Θράκης, συνδιοργανώθηκε με την ΕΡΑ Κομοτηνής για τα 50 χρόνια τοπικού ραδιόφωνου. Αρωγοί του Γιάννη Ξανθούλη η ηθοποιός Μαρίνα Ψάλτου που διάβασε ένα ευτράπελο ποίημα για τον καφέ και τη μαντική του, σχετικά με την τύχη μιας μεγαλοκοπέλας εποχής και ο ηθοποιός Άγγελος Παπαδημητρίου, ο οποίος τραγούδησε α καπέλα ένα τραγούδι σε στίχους Ξανθούλη και μουσική Παναγιώτη Καλαντζόπουλου.
Ο δήμαρχος Κομοτηνής Τάσος Βαβατσικλής παρά την έντονη βραχνάδα στη φωνή, από την οποία τον διέκρινε το πρωί της ίδιας μέρας ο συγγραφέας, θέλησε να καλωσορίσει τον Αλεξανδρουπολίτη Γιάννη Ξανθούλη, με εικόνες βγαλμένες από την εποχή που ο καφές απεικόνιζε συνήθειες μιας ολόκληρης κοινωνίας.
«Το ψήσιμο των κόκκων στα λεγόμενα «ντουλάπια» στα τζάκια και στις πυροστιές, το άλεσμά τους στους πασίγνωστους χειροκίνητους μικρούς μύλους, το βράσιμο στα λατρεμένα μας «μπρίκια», το σερβίρισμα σε διακοσμημένες περίτεχνες κούπες ή σε φλιτζάνια με χρυσές ή ασημοκαπνισμένες υποδοχές, είναι στοιχεία από τις ελληνικές βίζιτες (τα καλέσματα) των παλιών χρόνων. Ρόφημα εκλεκτό ο καφές, αποτελεί πρωταρχικό μέρος στα κεράσματα του αρραβώνα ενώ αποτελεί χαρμόσυνο καλωσόρισμα της νύφης όταν πρωτομπαίνει στο συζυγικό σπίτι. Παράλληλα, ο καφές της «παρηγοριάς» προσφέρεται μετά το τέλος των κηδειών και των μνημοσύνων.
Εξάλλου, επισημαίνεται ότι το ρόφημα του καφέ εκτός από κέρασμα των επισκεπτών χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα και στην πρακτική μαντική. Η «φλιτζανού» ή «καφετζού», ακόμη και σήμερα (όπου διατηρείται η συνήθεια) προσπαθεί να μαντέψει το μέλλον ή να εξηγήσει το παρελθόν μέσα από τα υπολείμματα ή τα ίχνη τού καφέ στο φλιτζάνι.
Η πόσις του καφέ αποτελεί πλέον καθημερινή συνήθεια που εξακολουθεί να δίνει ευκαιρίες για κοινωνική συναναστροφή και μικροσυζητήσεις, καθώς και αφορμή για επαφή και επικοινωνία. Άλλωστε, η πρόσκληση «έλα να πιούμε ένα καφέ» εκφράζει τη βαθιά επιθυμία όλων μας για κοινωνική συνεύρεση, για κουβέντα, για εξωτερίκευση σκέψεων και συναισθημάτων, για συντροφιά και παρέα».
Ο κ. Βαβατσικλής έδωσε κάποια βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα. «Ο Γιάννης Ξανθούλης γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη. Σπούδασε Δημοσιογραφία και Σχέδιο. Από το 1969 εργάζεται ως δημοσιογράφος και χρονογράφος σε εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνο. Ασχολήθηκε με το παιδικό θέατρο. Έγραψε και εικονογράφησε παιδικά βιβλία. Μερικά απ’ αυτά: «Μέσα στο νερό δασκάλα», «Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο», «Ο μάγος με τα χρώματα», «Τύμπανο- τρομπέτα και κόκκινα κουφέτα». Έγραψε σατυρικά κείμενα και θεατρικά έργα που, περισσότερα από 30, παρουσιάστηκαν στο ελληνικό θέατρο. Το 1981 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα «Ο μεγάλος θανατικός». Ακολούθησαν «Οικογένεια μπες – βγες» (1982). «Το καλοκαίρι που χάθηκε στον χειμώνα» (1984). «Ο σόουμαν δεν θάρθει απόψε» (1985). «Το πεθαμένο λικέρ» (1987). «Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας» (1989). «Το ροζ που δεν ξέχασα» (1991). «Η εποχή των καφέδων» (1992). «Η Δευτέρα των αθώων» (1994). «Το τραίνο με τις φράουλες» (1996). Και τώρα τελευταία, ένα νέο βιβλίο του πού αφήνει εποχή: «Ο θείος Τάκης»».
Τον συγγραφέα καλωσόρισε με τη σειρά της η διευθύντρια της ΕΡΑ Κομοτηνής Πεπίτα Καρκατσέλη, για να πάρει στη συνέχεια το λόγο ο ίδιος και να μιλήσει για τη σχέση σχολείου και καφέ!
Η μαντική της μάνας
Ξεκίνησε τη διήγησή του από τις δασκάλες που πήγαιναν στο σπίτι τους στην Αλεξανδρούπολη για να τους πει η μάνα του το φλιτζάνι, που ήταν φίλη τους. ,b>«Οι δασκάλες έρχονταν σούμπιτες στην αυλή μας, αφήνοντας τα παιδιά μελανά στην κυριολεξία, μέσα η μασίνα να καίει και η μάνα μου έλεγε με πάρα πολύ σπουδή το φλιτζάνι».
Κι όλο τους μιλούσε για στεναχώρια η οποία πάντα έφευγε αλλά και για «στεφάνι», που αργούσε να ‘ρθει. «Δυστυχώς η μάνα μου δεν μπόρεσε να μαντέψει τίποτε για μένα, το ‘βλεπε πάντα δυσοίωνο και πάρα πολύ μελαχρινό το μέλλον μου, μελαχρινότερο από τους καφέδες. Γενικά με θεωρούσαν άτομο χωρίς μέλλον, στην οικογένεια». Ο κ. Ξανθούλης συνέχισε τη διήγησή του για την «Εποχή των καφέδων» που είναι ίσως το πιο αυτοβιογραφικό του βιβλίο, αν και η εποχή των καφέδων διακρίνει όλα του τα βιβλία, όπως ομολόγησε. Συνέχισε λέγοντας ό,τι αφορμή είναι ο καφές και οι ήρωες του, οι οποίοι έχουν τις ρίζες τους εν πολλοίς στη Θράκη. Πολλοί από τους ήρωες από την «Εποχή των καφέδων» προέρχονται από την οικογένειά του, όπως ο θείος Τάκης που ήταν θείος Παναγιωτάκης. Έθεσε χρονολογικά την ιστορία του στη δεκαετία του ’50 αλλά και σ’ ένα περιβάλλον πολιτικό που συνδέεται με τον πόλεμο της Κορέας. «Τον θεωρούσαμε σαν ένα πόλεμο επίλογο στους άλλους τους πολέμους και έλεγαν «γίνεται ένας πόλεμος στην Κορέα», σαν να πήγαινες ημερήσια εκδρομή.
Βεβαίως ήταν ένας πολύ άγριος πόλεμος. Μού κάνει όμως εντύπωση ότι δεν πληροφορηθήκαμε πάρα πολλά, όχι μόνο εμείς αλλά ακόμη και το Χόλυγουντ που είναι ανοιχτό σε περιπετειώδεις και πολιτικές ταινίες. Νομίζω ότι γυρίστηκε μόνο μια ταινία «Ο άνθρωπος από την Μαντζουρία» με τον Φρανκ Σινάτρα.
Θεωρώ τον πόλεμο της Κορέας έναν πόλεμο μυθιστορηματικό γιατί τον άκουγα, τον εισέπραττα από τα επίκαιρα, τις εφημερίδες, τους πηχαίους πρώτους τίτλους».
Ο θείος Τάκης ήταν εθελοντής στον πόλεμο της Κορέας, ο οποίος προερχόταν από μια αστική οικογένεια και πήγε στην Κορέα «για να γλυτώσει από τους δαίμονές του.
Τα λεμόνια, τα κοτόπουλα και τα μισόλογα
Μιλώντας μετά το θείο Τάκη για την αδελφή του που πήγε στην Κωνσταντινούπολη ο Γιάννης Ξανθούλης θέλησε να δείξει τις μεγάλες γεωγραφικές αποστάσεις της δεκαετίας του ’50, σύμφωνα με τα μεταφορικά μέσα της εποχής. «Στη δεκαετία του ’50 ήταν πολύ της μόδας η αναγούλα. Μας έπιανε αυτό που λένε μπαϊλα και ταξιδεύαμε με τα λεμόνια. Όσο δε για τα μεγάλα ταξίδια χρειαζόμασταν δύο κοτόπουλα. Ένα κοτόπουλο μέχρι τη Θεσσαλονίκη κι ένα άλλο βραστό κοτόπουλο μέχρι την Αθήνα. Μπορεί να είχες το εισιτήριο αλλά αν δεν είχες το κοτόπουλο δεν πήγαινες πουθενά»!
Ένα άλλο χαρακτηριστικό της εποχής του ήταν τα μισόλογα, τα μισόλογα που έλεγαν οι μεγάλοι γύρω του, εναλλάξ με το βήξιμο, για να μην μεταφέρει ο μικρός και αποκαλυπτικός Γιάννης τα της οικογένειας στη γειτονιά. «Όταν ήμουν μπροστά όλοι έβηχαν, τόσο που νόμιζα ότι πάσχουν από φυματίωση»!
Λόγω της ατμόσφαιρας των υπονοούμενων ο Γιάννης Ξανθούλης διάλεξε το Τάκης σαν όνομα του πρωταγωνιστή του στο βιβλίο του για το «Θείο Τάκη». «Η δεκαετία του ’50 ήταν η εποχή των υποκοριστικών, δεν ξέραμε ποτέ το όνομα του άλλου, γι’ αυτό και πολλές φορές δεν πηγαίναμε στην κηδεία. Πέθαιναν γνωστοί μας και δεν πηγαίναμε. Ξέραμε την κυρία Μπέμπα, τον κύριο Τάκη. Είχαμε πολλές Πούλες, όχι όπως τώρα που βάζουμε στα παιδιά τα ονόματα της μεγαλοπρέπειας, Αλέξανδρος, Κωνσταντίνος Φίλιππος. Τότε όλα τα ονόματα ήταν υποκοριστικά. Ακόμη και την ανατομία την μάθαμε με υποκοριστικά…»
Ο Γιάννης Ξανθούλης αφιέρωσε ένα μεγάλο κομμάτι στον Ερυθρό Σταυρό, στις ανακοινώσεις που γινόταν από το ραδιόφωνο. Δήλωσε εντυπωσιασμένος από τον ισόβιο σχεδόν πρόεδρό του κ. Γεωργακόπουλο και μάλιστα σε κάποιο περιστατικό που χρειάστηκε να βοηθήσει μια φτωχή οικογένεια γειτόνων του ο συγγραφέας είχε συστηθεί σαν ανιψιός του κ. Γεωργακόπουλου ο οποίος «όλα τα γνωρίζει». Συνέδεσε την ιστορία με τα γνωστά δέματα που έστελναν οι συγγενείς από την Αμερική με διάφορα χρήσιμα πράγματα, όπως γαλάζια νυφικά, συνταγές για πουτίγκα, ένα χεράκι για το ξύσιμο της πλάτης…
Η δεκαετία του ’50 ήταν και η εποχή των γραμματοσήμων, της συλλογής αλλά και της αλληλογραφίας. Θυμήθηκε ο συγγραφέας το εντυπωσιακά μεγάλο γραμματόσημο της ανασυγκρότησης. Η αλληλογραφία βέβαια παραμένει δίαυλος επικοινωνίας και μ’ αυτή την ιδιότητα την ανέφερε. Δυο παιδιά, ήρωες του βιβλίου του, αλληλογραφούν και γνωρίζονται μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Ο κ. Ξανθούλης είπε ότι το άρθρο που γράφει κάθε Σάββατο στην «Ελευθεροτυπία» είναι εις ανάμνηση της αλληλογραφίας, άλλο αν η σχέση με τον αναγνώστη είναι μονόδρομη…
Μαρία Αμπατζή
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
