Ο φουρνος της Ρεμβης

«Αγαπητή κυρία της εφημερίδας,

Την προηγούμενη βδομάδα, στις 16 Οκτωβρίου, γιορτάσαμε στην τάξη μας με την κυρία μας την Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής και μας είπε ότι είναι πολύ καλό μια μέρα το χρόνο να θυμόμαστε και τι τρώμε κάθε μέρα. Εγώ εκείνη την ημέρα δεν μπόρεσα να φάω, γιατί σκεφτόμουν τι είχε το κρέας που μου μαγείρεψε η μαμά μου, αν το μοσχαράκι φοβήθηκε την ώρα που το έσφαζαν κι εγώ τρώω τώρα το φόβο του, αν το τυράκι είχε αντιβιοτικά, αν η ντοματούλα είχε ζιζανιοκτόνο και ορμόνες, αν τα μακαρονάκια είχαν ραδιενέργεια, αλλά τα είδα στο σκοτάδι, όταν σηκώθηκα να πιω νερό, και δεν φωσφόριζαν, οπότε μάλλον δεν είχαν…

Εκείνη πάλι τη μέρα, μας μίλησε η κυρία για το ψωμί γιατί ήταν και η Παγκόσμια Ημέρα του Ψωμιού. Όταν γύρισα στο σπίτι ο αδερφός μου, που περνιέται για έξυπνος, είπε ότι ο κόσμος σήμερα τρώει παντεσπάνι, δεν το κατάλαβα, αλλά αυτός είναι μεγάλος και έξυπνος!


Εγώ σκέφτηκα να σας πω για τον φούρναρη της γειτονιάς μου, τον κ. Εδουάρδο και την γυναίκα του την κ. Ιώλα, που είναι πάντα χαμογελαστή και πολύ όμορφη και έχουν και δυο παιδιά, τον Κωνσταντίνο και την Ιλόνα. Με τον κ. Εδουάρδο είμαστε και συνάδελφοι, γιατί έχω ένα πυροσβεστικό που το κατεβάζω στο πεζοδρόμιο και εκείνος μια μέρα μου είπε ότι ήταν υποδιοικητής στην Πυροσβεστική της Γεωργίας και είχε πάρα πολλά αυτοκίνητα, μπορεί και χίλια. Εγώ, Γεωργία ξέρω μόνο τη συμμαθήτριά μου που μου σπάζει συνέχεια τα μολύβια και τον κοίταξα αγριεμένα γιατί νόμισα ότι η Γεωργία τον έβαλε… γιατί μου φαίνεται λίγο άγριος, έτσι σοβαρός που είναι όταν βγάζει τα πανέρια με τα ψωμιά για να τα βάλει στο αυτοκίνητο και έχει και μουστάκι. Τότε εκείνος γέλασε και κάθισε να μου πει για τον πόλεμο που γινόταν στη χώρα του, τη Γεωργία, και που τότε μέσα σε μια βδομάδα έδιωξε- έτσι μου είπε- τη γυναίκα του και το μωρό τους με λίγα πράγματα στην Ελλάδα, γιατί, λέει, δεν τους ήθελαν στη Γεωργία, γιατί είχαν ελληνικά επίθετα. Όμως εγώ αυτό δεν το καταλαβαίνω γιατί και η θεία μου είναι στη Γερμανία και δεν τη διώχνουν κι έχω και έναν φίλο που τον λένε Αχμέτ κι έναν άλλο Ισμαήλ και δεν τους διώχνει κανένας. Ακόμη μου είπε ότι στο σπίτι τους, που είναι ψηλό, έβαλε σιδερένια παντζούρια γιατί οι σφαίρες έπεφταν χαλάζι. Τέτοιος πόλεμος γινόταν.

Με τον κ. Εδουάρδο, που τον λέει η κ. Ιώλα Εντί, είμαστε καλοί φίλοι. Στη γειτονιά μας ήρθε, είπε η μαμά μου, τρία χρόνια πριν γεννηθώ εγώ, και πήρε τον φούρνο από τον κ. Βασίλη, που εγώ όμως δεν τον θυμάμαι. Πηγαίνω κάθε μέρα και παίρνω ψωμί και γάλα και κρουασάν και πίτες. Έχει πίτες χωριάτικες.

Μια μέρα που η κ. Ιώλα ήταν μέσα στο εργαστήριο πήγα και είδα τη θεία του κ. Εντί να ανοίγει φύλλο, να το κόβει και να κάνει μικρές πιτούλες. Από τότε μόνο αυτές παίρνω. Έχει και χωριάτικο ψωμί και ό,τι άλλο ψωμί θέλεις. Εκείνη τη μέρα δεν κρατήθηκα και ρώτησα την κ. Ιώλα τι δουλειά έκανε στη Γεωργία- τώρα ήξερα ότι δεν είναι η στρίγγλα η συμμαθήτριά μου- εκείνη παραξενεύτηκε και γέλασε, αλλά μου είπε ότι δούλευε σε ένα μεγάλο στρατόπεδο με πολλά αυτοκίνητα και φαντάρους που ήταν Ρώσοι. Όταν έφυγαν, επειδή ήταν οικονομολόγος- ξέρω τι θα πει γιατί στην τηλεόραση βγαίνουν όλο οικονομολόγοι- αυτή έμεινε στην Τυφλίδα που είναι πρωτεύουσα της Γεωργίας, γιατί δεν ήθελε να φύγει από την πατρίδα της και τη μαμά της.

Από κείνο το πρωί δεν μπορούσα να ησυχάσω. Πώς ο πυροσβέστης και η οικονομολόγος έγιναν φουρνάρηδες της γειτονιάς μου; Πήγα στη μαμά και μου είπε ότι μάλλον δεν ήταν φουρνάρηδες σε γειτονιά της πατρίδας τους, γιατί είδε ένα πρωινό, στην αρχή που άνοιξαν τον φούρνο τους, τον κ. Εντί να καθαρίζει τον κάδο των απορριμμάτων του δήμου από ζυμάρι που είχε φουσκώσει και είχε ξεχειλίσει. Μου φάνηκε τόσο αστεία η ιστορία, που μόλις είδα τον κ. Εντί μετά από λίγες μέρες έβαλα τα γέλια. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Τότε ο κ. Εντί μου είπε ότι η πρώτη του δουλειά στην Ελλάδα ήταν να γίνει αντιπρόσωπος, έμπορος. Νομίζω ότι ήταν μεγάλη η θέση που είχε, αφού ήταν αντιπρόσωπος και πρέπει να έβγαζε πολλά χρήματα, αλλά άφησε τη δουλειά του, γιατί ήταν μακριά από την οικογένειά του και η κ. Ιώλα είχε να φροντίσει δύο παιδιά. Τότε έμαθε για τον φούρνο που τον πουλούσε ο κ. Βασίλης. Μάζεψε λεφτά από τους συγγενείς του, γιατί ξέχασα να σας πω ότι λίγοι από το σόι του έμειναν πίσω. Αγόρασε τον φούρνο κι έτσι έγινε φούρναρης, χωρίς να είναι φούρναρης. Αλλά είναι πολύ έξυπνος ο κ. Εντί γιατί θυμήθηκε ένα ξάδερφο που είχε στη Θεσσαλονίκη και τον φώναξε να του μάθει τη δουλειά, την έμαθε γρήγορα, αλλά επειδή είναι και λίγο ξεχασιάρης και δεν πρόσεχε πολύ, ένα πρωί, που έμεινε μόνος του, επειδή ξέχασε να βάλει αλάτι πέταξε το ζυμάρι και τότε, τον είδε όλη η γειτονιά να σκουπίζει τα ζυμάρια.

Αν περάσετε βράδυ από τη γειτονιά μας στη Ρέμβη θα μυρίσετε τη μυρωδιά από το ψωμί που ψήνεται. Εμένα η μυρωδιά αυτή με ξυπνάει στον ύπνο μου το καλοκαίρι, και φαντάζομαι τα παλιά τα χρόνια, που μου λέει η γιαγιά μου ότι άναβε τον φούρνο στην αυλή και μαζεύονταν πολλές γυναίκες από τη γειτονιά και έψηναν το ψωμί τους και έκαναν και γλυκόψωμα με το πρώτο ζεστό ψωμί που έβγαινε από τον φούρνο, που το βουτούσαν μέσα στη ζάχαρη το έκαναν μπαλάκι και το έτρωγαν. Η γιαγιά μου λέει ότι μια μέρα ολόκληρη έκαναν ψωμί, που το ζύμωναν μέσα σε τεράστιες λεκάνες, το έβαζαν σε πινακωτές και το φούρνιζαν, και λέει ότι οι γυναίκες τότε ήταν «το στημόνι που ύφαινε την κοινωνική ζωή στα χωριά». Εγώ δεν ξέρω τι εννοεί, ο μπαμπάς μου όμως συμφωνεί με τη μαμά του.

Στο φούρνο σήμερα της γειτονιάς μου, δεν ανάβει κανένας φούρνος. Έχουν μια μεγάλη πόρτα, σαν το ψυγείο του κρεοπώλη, βάζουν μέσα πολλά ταψιά ψωμιά και εκείνα ψήνονται με ζεστό αέρα. Διάβασα ότι υπάρχουν εργοστάσια που πουλούν στους φουρνάρηδες ακόμη και έτοιμες ζύμες, αλλά ο δικός μας ο φούρναρης έχει και ένα τεράστιο μίξερ και εκεί μέσα κάνει τη ζύμη.

Αυτά είχα να σας πω για τον φούρναρη της γειτονιάς μου, που δεν είναι ένας, αλλά δύο. Το πρωί η κ. Ιώλα, το απόγευμα και το βράδυ ο κ. Εντί. Εγώ τους αγαπώ και τους δυο και μου αρέσει το ψωμάκι που ετοιμάζουν κάθε μέρα για μας. Τους λυπάμαι μόνο το καλοκαίρι που κάνει πολύ ζέστη, αλλά τώρα το χειμώνα, όταν κάνει παγωνιά, πολύ τους ζηλεύω γιατί δεν βγαίνουν έξω.

Σας ευχαριστώ πολύ

Γιώργος, από τη γειτονιά της Ρέμβης

Σημείωμα: Έχω φωτογραφίες από τον φούρνο μας, μόνο που ο κ. Εντί έλειπε γιατί μοίραζε ψωμιά στα χωριά. Φωτογράφισα τη θεία του, που κάνει πίτες, τον Νικόλα και τον Θόδωρο που κουβαλούν τα ψωμιά, τον Θόδωρο και τη Φωτεινή που είναι μέσα στο εργαστήριο στη μία το βράδυ.

Για την αντιγραφή, Έφη Μωραΐτου

Υποσημείωση: Το ψωμί ως βασικό είδος διατροφής βρίσκεται στο καθημερινό τραπέζι εδώ και 3000 χρόνια. Ολόκληρη ιεροτελεστία συνόδευε την παρασκευή του, ενώ ιδιαίτερη μέριμνα λαμβανόταν για το φύλαγμά του. Τα αντικείμενα που χρησιμοποιούσαν οι νοικοκυρές αποτελούν σήμερα μουσειακά είδη, καθώς ο χρόνος έγινε είδος, που πωλείται και εξαγοράζεται. Τις νοικοκυράδες, που έπιαναν το προζύμι από βραδύς και ξημερώματα ζύμωναν και έψηναν το ψωμί, αντικατέστησαν οι επαγγελματίες φουρνάρηδες, που έκαναν τη νύχτα μέρα, ώστε πρωί – πρωί να έρχεται στο τραπέζι ολόφρεσκο και μοσχοβολιστό ψωμί.

Ακόμη κι αν άλλαξε σχήμα ή πήρε διάφορα ονόματα, το ψωμί εξακολουθεί να παρασκευάζεται με τον ίδιο παραδοσιακό τρόπο και τα ίδια αγνά υλικά.

Η Παγκόσμια Ομοσπονδία Αρτοποιών, καθιέρωσε την 16η Οκτωβρίου ως Παγκόσμια Ημέρα Ψωμιού από τον Φούρνο της Γειτονιάς, θέλοντας να δώσει την εξέχουσα θέση που αρμόζει στο προϊόν και να τιμήσει τον καταναλωτή που εξακολουθεί να παραμένει πιστός στην παράδοση και την ποιότητά της.

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.