Ο «Δον Κιχωτης» του Θερβαντες απο το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βεροιας
Χθες Παρασκευή και σήμερα Σάββατο οι θεατρόφιλοι του νομού μας είχαν και έχουν τη δυνατότητα ν’ απολαύσουν το σπουδαίο κείμενο του «Δον Κιχώτη» του Θερβάντες από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βέροιας, στο οποίο καλλιτεχνικός διευθυντής είναι ο γνωστός μας Βασίλης Κυρίτσης.
Παράσταση, καλή αφετηρία να θυμηθούμε το σπουδαίο αυτό κείμενο για το οποίο εξακολουθεί να γράφεται πληθώρα αναλύσεων και φιλολογικών άρθρων. Ο «Δον Κιχώτης» εξακολουθεί εξάλλου να παραμένει σταθερά πρώτο, στις προτιμήσεις του κοινού, παγκόσμια μυθιστόρημα.
Εμείς, κατά το στάδιο προετοιμασίας για την παράσταση, επιλέξαμε να ξαναδιαβάσουμε την αρχή της ιστορίας από τη διασκευή που, με υπέροχο τρόπο, μας χάρισε χρόνια πριν ο καλός μας ποιητής Κώστας Βάρναλης.
Ο Θερβάντες απασχόλησε εξάλλου ως κείμενο μελέτης το σύνολο σχεδόν της νεοελληνικής λογοτεχνίας και κριτικής.
Χαρακτηριστικό ακόμη είναι ότι πολέμησε στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, τραυματιζόμενος, γεγονός που ο ίδιος θεωρούσε σπουδαίο παράσημο.
Θερβάντες όμως που, αν και έζησε από το 1547 και ως το 1652, εξακολουθεί να είναι αφάνταστα σύγχρονός μας…
Η τρέλλα του φημισμένου Δον Κιχώτη
Ίσως θα έχετε ακουστά το όνομα Δον Κιχώτης! Ήταν ένας άρχοντας πολύ φτωχός από παράδες, μα πολύ πλούσιος σε φαντασία, και ζούσε δω και κάμποσα χρόνια στην Ισπανία, στην ξακουσμένη επαρχία της Μάντσας.
Το σπίτι του (ένα από τα μέτρια σπίτια των επαρχιών) είχε στη δεξιά μεριά έναν πύργο σα να έλεγε: «είμαι κάστρο!».
Όλο το υπηρετικό του προσωπικό ήταν μια γρηά οικονόμα και ένα υπηρέτης, που έκανε μαζί και χρέη περιβολάρη και σταβλίτη. Όσο για σταβλίτης δεν κόπιαζε και πολύ, γιατί ο αφεντικός του είχε ένα μονάχα άλογο, και αυτό γέρικο, κοκκαλιάρικο, με στραβά ποδάρια και με χαίτη πεσμένη.
Ο Δον Κιχώτης (έτσι λέγανε τον άρχοντα) άρχισε τη ζωή του όπως όλοι οι άρχοντες του καιρού του, πήγαινε συχνά στο κυνήγι, έπαιζε τα ζάρια, με το μπαμπέρη του χωριού (που έκανε δα και το γιατρό: έβγαζε δόντια, έκοβε βεντούζες, έδινε καθάρσια κλπ) και συζητούσε φιλοσοφία με τον παπά.
Αργότερα όμως, σαν έφτασε τα πενήντα, ο Δον Κιχώτης τα παράτησε όλα και το’ ρριξε στο διάβασμα.
Γέμισε το λοιπόν τη βιβλιοθήκη του με σωρό βιβλία, που για να τ΄ αγοράζει αναγκαζόταν να ξεπουλάη λίγο λίγο τα χωράφια του.
Μα τα βιβλία που αγόραζε δεν τον ωφελούσανε σε τίποτα. Κρίμα τους παράδες που έδινε! Γιατί ήταν από κείνα τα μυθιστορήματα, που τα λέγανε τότες «ιπποτικά» και που ανιστορούσαν τα πιο απίστευτα κατορθώματα των παλιών ιπποτών.
Κλεινόταν λοιπόν στο δωμάτιό του ο Δον Κιχώτης και διάβαζε μέρα νύχτα του κόσμου τις κουταμάρες με πάθος αφάνταστο.
Κι ό, τι διάβαζε το πίστευε γι΄ αληθινό.
Πίστευε λοιπόν πως οι ήρωες των βιβλίων του κόβανε σαν πράσα με μια σπαθιά οχτώ γίγαντες μαζί ή τρυπούσανε σαν τυρί με μια κονταριά ολάκερα βουνά. Τελευταία κατάντησε να τους βλέπη και μπροστά του και να φαντάζεται και πως αυτός ο ίδιος είναι ένας απ΄ αυτούς. Και όπως είχε αδυνατίσει από το πολύ διάβασμα, το λίγο φαγί και το λίγο ύπνο, σιγά σιγά έχασε τα λογικά του και μπέρδευε τις θαματουργίες των ιπποτών με τα καθημερινά μιρκοσυμβάντα της ζωής του. Τι ήταν αλήθεια και τι ψέμα, τι ήταν σωστό και τι παραμύθι, δε μπορούσε να ξεχωρίσει.
Έλεγε στο μπαρμπέρη, ενώ παίζανε τα ζάρια:
-Ο Δον Γαλαόρ, ο αδερφός του Άμαδη από τη Γαλατία, είνε αληθινό παλληκάρι! Σαν και μένα!
Ή:
-Αχ! Και να’ βλεπα μπροστά μου αυτόνε τον προδότη τον Γκανελόν! Θα του έδινα εκατό κλωτσιές στην κοιλιά!
Μ΄ αυτά και μ΄ αυτά πάει ο άνθρωπος, αποτρελλάθηκε! Και έτσι ένα ωραίο πρωί πήρε την απόφαση να περιοδέψει τον κόσμο σαν τους παλιούς περιπλανώμενους ιππότες καβάλα απάνω σ’ ένα άλογο κι αρματωμένος από την κορφή ως τα νύχια. Να πολεμάη τους γίγαντες και τους μάγους, να υπερασπίζεται τους αδύνατους και τους κατατρεμένους και να τους σώζη από τα βάσανα και τις αδικίες. Έβλεπε από τα πριν, πως όλος ο κόσμος θα μιλούσε για την αντρειά του, και όπου πήγαινε θα έτρεχε ο κόσμος να τον ιδή και να του φωνάζη «ζήτω», και πως τελευταία θα τον κάνανε τουλάχιστο βασιλιά της Τραπεζούντας!
– Μα, έλεγε μέσα του, για να τα κάνω ολ΄ αυτά, μου χρειάζονται άρματα και ένα άλογο!
Όσο για άρματα δεν άργησε να τα βρη. Ήταν τ΄ άρματα των προγόνων του, ξεχασμένα σε μιάν αποθήκη, όλο σκουριές και μούχλα. Πήρε και τα καθάρισε και τα διόρθωσε όσο μπορούσε καλύτερα. Μα όλες οι περικεφαλαίες που βρήκε δεν είχαν μπροστά τη μάσκα, που την κατεβάζουν στο πρόσωπό τους οι ιππότες όταν πολεμούνε. Έτσι κάθισε και έφτιασε μοναχός του μια μάσκα από χαρτόνι ντυμένο από πάνω με λουρίδες από λαμαρίνα.
Για άλογο, είχε το δικό του. Μα έπρεπε να του δώση κανένα χτυπητό όνομα, όπως κάναν όλοι οι ιππότες των αγαπημένων του βιβλίων. Τέσσερις μέρες βασάνιζε το μυαλό του, όσο που βρήκε το κατάλληλο όνομα! Βάφτισε το λοιπόν το ψωράλογό του Ροσινάντη, και αμέσως φαντάστηκε πως είναι το ταίρι του Βουκεφάλα!
Και έπλαθε με τον νου του τρομερές περιπέτειες, όπου ο Ροσινάντης θα έδειχνε τη μεγάλη του αξιοσύνη.
Ύστερα από το άλογό του συλλογίστηκε και τον εαυτό του. Το όνομα ¨Δον Κιχώτης» του φάνηκε πολύ σύντομο και μικρό για έναν περιπλανώμενο ιππότη, που το όνομά του θ΄ αντηχούσε σ΄ όλες τις άκρες της Οικουμένης. Έτσι του πρόστεσε και τ΄ όνομα της επαρχίας του.
-Από σήμερα, είπε στην οικονόμα του, που τον κοίταζε σαστισμένη, θα ονομάζομαι Δον Κιχώτης από τη Μάντσα. Πρόσεξε να μην το ξεχάσης, δυστυχισμένη!
Μα για νάνε άξιος ιππότης σαν και αυτούς των μυθιστορημάτων, που περιοδεύανε τον κόσμο πολεμώντας το Άδικο «στο όνομα του Θεού, της Τιμής και της Κυράς τους», του έλειπε μια αρχόντισσα Κυρά, που να ορκίζεται στ΄ όνομά της πριν από κάθε μάχη και να τη δοξάζη με τα έργα του.
-Αν η καλή μου τύχη το φέρη και συναντήσω κανένα γίγαντα και τον κυλίσω χάμω με μια κονταριά, και αυτός μου ζητήση έλεος, θα τονε στείλω στην ευγενικιά μου Κυρά να γονατίση μπροστά της και να της πη με φωνή κομμένη από το φόβο του και το σεβασμό: «Είμαι ο γίγαντας Καρακουλιάμπρος και με νίκησε ο αντρειωμένος ιππότης Δον Κιχώτης από τη Μάντσα. Και μ΄ έστειλε σε σας να γίνω υποταχτικός σας και να σας δουλεύω σ΄ όλη μου τη ζωή! Α! θα ήταν πολύ ωραίο!»
Μα ποιάνε να διαλέξω για Κυρά μου σ΄ αυτό το μικρό χωριουδάκι, όπου δεν υπάρχουν αρχόντισσες ούτε καστέλλια – εξόν από το δικό μου;
Μιαν ολάκερη βδομάδα βασάνιζε το μυαλό του, ώσπου βρήκε ό, τι ζητούσε. Ήταν μια νέα χωριατοπούλα από την ίδια επαρχία (από το Τοβόσο), που μπορούσε μια χαρά να την κάνη Κυρία της Καρδιάς του και νάνε από τόσο μεγάλο σόϊ και νάχη τόσες αρετές, τόσες ομορφιές, όσες ήθελε η ψυχή του! Και όπως το αδύναμο και γέρικο άλογό του γίνηκε ο περήφανος Ροσινάντης, έτσι και η Αλδόνσα Λορέντσο, θυγατέρα ενός απλοϊκού γεωργού, γίνηκε η πεντάμορφη «Δουλσινέα από το Τοβόσο».
Φυσικά ολ΄ αυτά γενήκανε μονάχα μέσα στο κεφάλι του Δον Κιχώτη. Το κορίτσι δεν είχε καμίαν ιδέα για το μεγαλόπρεπο όνομα που της είχε δώσει ο ονειροπαρμένος άρχοντάς της ούτε και σε ποιες μεγάλες δόξες και τιμές την προώριζε.
Αφού έκανε όλες του τις ετοιμασίες, για τη μεγάλη και ηρωική του περιοδεία στον κόσμο, ο Δον Κιχώτης ένα καλό πρωί φόρεσε την περικεφαλαία του με τη χαρτονένια μάσκα, φίλησε την ασπίδα του, πήρε το κοντάρι του στο χέρι, και αφού καβάλλησε το Ροσινάντη, ξεκίνησε από το σπίτι του χωρίς να ειδοποιήση κανένα.
Μα σαν προχώρησε αρκετά στον κάμπο κάτι σκέφτηκε άξαφνα και ανατρίχιασε. Θυμήθηκε πως όλοι οι παλαιοί συνάδερφοί του είχανε πρώτα χειροτονηθεί ιππότες και φορέσει τ΄ άρματά τους σύμφωνα με όλους τους τύπους της ιπποσύνης. Κι αυτή την τελετή μονάχα ένας μεγάλος άρχοντας μπορούσε να την κάνει. Αυτός έπρεπε να χτυπήσει με το πλατύ μέρος του σπαθιού του τον υποψήφιο ιππότη στον ώμο, αυτός θα τον έβαζε να δώσει τον ιπποτικό όρκο, κι ύστερα θα τόνε φιλούσε στο μάγουλο. Με τέτοιον τρόπο γενήκανε ιππότες όλοι οι Αμάδηδες, όλοι οι Γαλαόρηδες των μυθιστορημάτων.
Ο δυστυχισμένος κοίταε, ξανακοίταε ολόγυρά του απελπισμένος, γιατί σκεφτότανε πως δεν μπορούσε να κάνει αντραγαθίες χωρίς να έχει τον τίτλο του ιππότη. Ξαφνικά ξεχώρισε μακριά στον ορίζοντα ανάμεσα στα δέντρα ένα σπίτι.
Ήτανε χάνι, που η τενεκεδένια του ταμπέλα κουνιόταν από τον αέρα δεξιά κι αριστερά. Μα ο Δον Κιχώτης είχε τόσο μεγάλη φαντασία, που δεν μπορούσε να δη τα πράγματα όπως ήταν. Έτσι νόμισε πως το ταπεινό αυτό χάνι ήτανε ένα θαυμαστό καστέλλι.
Αφού σήκωσε ψηλά τη μάσκα της περικεφαλαίας τους, γιατί δεν υπήρχανε γύρω του εχθροί να πολεμήσει, έβαλε πλώρη για το δήθεν καστέλλι. Άμα έφτασε στην πόρτα, βγήκε όξω ο χαντζής, να τον καλωσορίσει. Και τότες ο Δον Κιχώτης του φώναξε πάνω από τ’ άλογο με ύφος επίσημο κι ευγενικό:
-Άρχοντα Καστελλάνε! Ο πόλεμος είναι η δουλειά μου, και πάω να γυρίσω όλη την χριστιανοσύνη βοηθώντας τους αδύνατους και τιμωρώντας του κακούς. Ωστόσο έχω να σου ζητήσω μια μεγάλη χάρη. Σε παρακαλώ, κάνε με ιππότη. Κι όλος ο κόσμος που περιμένει τα κατορθώματά μου θα σ΄ ευγνωμονεί.
-Εξοχώτατε ιππότη, απάντησε ο χαντζής, που δεν ήξερε αν έπρεπε να θυμώσει ή να γελάσει μ΄ αυτά που άκουσε, νομίζω πώς αστειεύεσαι και…
-Εγώ αστειεύομαι! Φώναξε ο Δον Κιχώτης σηκώνοντας περήφανα το κοντάρι του. Κάνεις λάθος, Άρχοντα. Άνοιξέ μου, σε παρακαλώ, το παρεκκλήσι σου. Πάω να ξενυχτήσω με προσευχές, και με μετάνοιες, για να μου συγχωρέσει ο Θεός τις αμαρτίες μου κι έτσι να ετοιμαστώ για την αυριανή τελετή.
Ο χαντζής έξυσε το κεφάλι του. Μα βλέποντας τη φοβερή αρματωσιά του Δον Κιχώτη, κατάλαβε πως είχε να κάνει με πολύ επικίνδυνο τρελό και πως έπρεπε να του φερθεί με καλόν τρόπο. Έτσι λοιπόν πήγε με τα νερά του και του απάντησε γλυκά:
-Μάλιστα θα κάνω ό,τι επιθυμείς, αγαπητέ μου Αφέντη. Δέχομαι να σε χειροτονήσω αύριο ιππότη. Δε θα μπορούσες –πρόστεσε με πονηριά ο χαντζής- να πάρεις το μεγάλο αυτόνε τίτλο από αξιώτερα χέρια. Γιατί κι εγώ έχω γυρίσει μεγάλο μέρος του κόσμου και με ξέρουν καλά όλα τα δικαστικά αρχεία της Ισπανίας. Τώρα έχω αποτραβηχτεί σ΄ αυτό το καστέλλι, όπου ζω με τα εισοδήματά μου και με ό,τι μου δίνουν οι περιπλανώμενοι ιππότες. Γι΄ αυτό θα μου επιτρέψεις πρώτα απ΄ όλα να σε ρωτήσω, αν η τσέπη σου ακούγεται καλά.
-Δεν είναι συνήθεια, απάντησε σοβαρά ο Δον Κιχώτης, να έχουνε λεφτά μαζί τους οι περιπλανώμενοι ιππότες. Ο πλούτος της παλικαριάς τους φτάνει.
-Κάνουνε μεγάλος λάθος, απάντησε ο χαντζής, να περιφρονούνε τα λεφτά, που είναι απαραίτητα στους ταξιδιώτες. Επειδή όμως έχω κέφι σήμερα, δεν πειράζει αν είσαι απένταρος. Θα σε κάνω λοιπόν ιππότη αύριο ( και δάγκασε τα χείλια του για να μην ξεσπάσει στα γέλια). Μα το παρεκκλήσι μου είναι άνω κάτω, έχω εργάτες και το διορθώνουνε. Δεν ξέρω το λοιπόν που να σε βάλω να κάνεις την αγρυπνία σου.
-Όπου και να είναι, απάντησε ζωηρά ο Δον Κιχώτης. Φτάνει να μην έρθει κανένας να με ανησυχήσει. Αυτή η αυλή που έχει ολόγυρά της τα καταλύματα της φρουράς σου (κι Δον Κιχώτης έδειξε τους στάβλους των αλόγων και των γουρουνιών) μου φαίνεται κατάλληλη για να απομονωθώ. Δέξου λοιπόν, Άρχοντα Καστελλάνε, να ξαγρυπνήσω σ΄ αυτή την αυλή, αφού πρώτα τσιμπήσω λιγάκι από τα φαγητά που έχεις ετοιμασμένα απάνω σ΄ αυτό το τραπέζι για να φιλοξενείς τους ιππότες, όπως ταιριάζει σ΄ ένα τόσο μεγάλον αφέντη όπως εσύ.
Η σοβαρότητα και η ειλικρίνεια του Δον Κιχώτη ευχαριστήσανε τόσο το χαντζή, που αποφάσισε να συνεχίσει την κωμωδία που του έπαιζε.
Τόνε βοήθησε λοιπόν να κατεβεί από το άλογο και του σερβίρισε ψωμί, τυρί και νερό με τόση επισημότητα κι ευγένεια, σαν να του έδινε το ακριβότερο κρασί και τα καλύτερα φαγητά του κόσμου.
Ο Δον Κιχώτης έφαγε με πολλή δυσκολία, γιατί η μάσκα της περικεφαλαίας του δεν εννοούσε να σταθεί ψηλά και τον εμπόδιζε. Ύστερα, αφού ευχαρίστησε το φιλόξενο οικοδεσπότη, αποτραβήχθηκε σε μια γωνιά της αυλής, έδεσε το Ροσινάντη σ΄ ένα στύλο και όρθιος με το κοντάρι στο χέρι άρχισε την «αγρυπνία των όπλων» , που είναι ένας από τους απαραίτητους τύπους για να γίνει κανείς ιππότης.
Αφού απόθεσε τ΄ άλλα άρματα μέσα σε μια γούρνα, άρχισε να βηματίζει απάνω κάτω, μ΄ ένα ύφος τρομερό.
Στο αναμεταξύ νύχτωσε. Μα ήτανε αστροφεγγιά, κι ο χαντζής, η γυναίκα του και οι παραγυιοί του πίσω από τα παντζούρια κοιτάζανε τις ηρωικές πόζες του υποψηφίου ιππότη και βαστούσανε την κοιλιά τους από τα γέλια.
Ένας όμως αγωγιάτης, πελάτης του χανιού, θέλησε κατά τα μεσάνυχτα να πάει να ποτίσει τα μουλάρια του. Κατέβηκε στην αυλή, κι άμα έφτασε στην γούρνα έβγαλε από μέσα τ ΄άρματα του Δον Κιχώτη και τα έριξε χάμω για να τη γεμίσει με νερό από το διπλανό πηγάδι.
Τ’ άρματα πέφτοντας χάμω, βροντήξανε. Κι ο Δον Κιχώτης ξυπνώντας άξαφνα από το μεγάλο του βύθος, φαντάστηκε πως είχε μπροστά του κανένα μάγο, που ήθελε να του μαγέψει τ’ άρματά του. Ρίχθηκε λοιπόν απάνω του, αφού πρώτα επικαλέστηκε το όνομα της ευγενικιάς Δουλτσινέας και του κατέβασε μια δυνατή κονταριά στο κεφάλι. Ύστερα σήκωσε τ’ άρματά του και τα ξανάβαλε στη γούρνα κι άρχισε να βηματίζει απάνω κάτω με την ίδια γαλήνη όπως πρώτα, αφήνοντας το δύστυχο αγωγιάτη λιγοθυμισμένο δίπλα του.
Μα τότες, ένας δεύτερος αγωγιάτης, που δεν είχε δη τα διατρέξαντα, πλησίασε στη γούρνα για να δώσει κι αυτός στα μουλάρια του να πιούνε. Έσκυψε να βγάλει από μέσα τ’ άρματα του Δον Κιχώτη μα ο ιππότης χωρίς να πει λέξη, του δίνει κατακέφαλα μια τόσο δυνατή κονταριά, που κάθε άλλο κεφάλι θα γινότανε τέσσερα κομμάτια.
Μα τα κεφάλια των αγωγιάτηδων της Καστίλλιας είναι πολύ γερά. Κι έτσι ο δυστυχισμένος αυτός μονάχα λιγοθύμησε και σωριάστηκε στο πλάϊ του αλλουνού. Μα με τη φασαρία που γίνηκε, ξυπνήσανε οι άλλοι αγωγιάτες του χανιού και, μπροστά ο χαντζής πίσω αυτοί, κατεβήκανε στην αυλή να δούνε τι τρέχει.
Ο Δον Κιχώτης μόλις τους αντίκρισε νόμισε πως ήταν ολάκερο ασκέρι εχθροί. Φίλησε την ασπίδα του, άρπαξε το σπαθί στο χέρι, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό κι είπε με μια επισημότητα, που θα τήνε ζηλεύανε όλα τα ιπποτικά μυθιστορήματα του κόσμου:
-Ω Δουλσινέα, Βασίλισσας της Ομορφιάς, δύναμη και στήριγμα της καρδιάς μου, ήρθε η μεγάλη ώρα να βοηθήσεις τον ιππότη σου σ΄ ένα τόσο τρομερό κίνδυνο.
-Μπρος, συντρόφοι φώναξε ο αγωγιάτης. Τι τόνε φυλάμε! Να τον αρχίσουμε στις πέτρες.
Και του ’ριξε πρώτος ένα μεγάλο κοτρώνι.
-Σταθείτε! Φώναξε τότε ο χαντζής, μπαίνοντας μπροστά στους αγωγιάτες για να τους συγκρατήσει. Δεν βλέπετε πως είναι τρελός; Δεν το έχει τίποτα να μας σκοτώσει όλους με τη σπάθα του, αφού δεν ξέρει τι κάνει!
Οι αγωγιάτες καταλάβανε πως είχε δίκιο ο χαντζής. Παρατήσανε το λοιπόν τις πέτρες τους κι αφού σηκώσανε τους δυο πληγωμένους τους πήγανε μέσα. Τότες ο χαντζής πλησίασε στο Δον Κιχώτη και του είπε:
-Να με συγχωρέσεις, μεγαλόψυχε ιππότη, για το θράσος αυτονώνε των ανθρώπων. Τους τιμώρησες όπως τους άξιζε! Ας το ξεχάσουμε το λοιπόν αυτό το περιστατικό. Τώρα έρχομαι να σε ειδοποιήσω πως τέσσερις ολάκερες ώρες βάσταξε η αγρυπνία σου, και σύμφωνα με τους κανόνες της ιπποσύνης φτάνουνε και δυο μονάχα ώρες. Λάβε λοιπόν την καλοσύνη να ετοιμαστείς, γιατί θα σε χειροτονήσω ιππότη τώρα αμέσως.
Ο Δον Κιχώτης, που ήταν έτοιμος να τόνε λούσει πατόκορφα που άφησε τους ανθρώπους του καστελλιού του να φερθούνε έτσι πρόστυχα σ΄ ένα περιπλανώμενο ιππότη, άμα άκουσε πως θα χειροτονηθεί αμέσως, πέταξε από τη χαρά του και δεν είπε τίποτα.
Ο χαντζής διάταξε τον παραγιό του να του φέρει το ντεφτέρι του, όπου κατάγραφε το κριθάρι και το άχερο που έδινε στους αγωγιάτες. Δυο υπηρέτριες πλάγι του κρατούσανε, πότε η μία και πότε η άλλη, ένα κομμάτι αλειμματοκέρι, αναμμένο, για να του φέγγουνε. Ύστερα αφού έβαλε το Δον Κιχώτη να γονατίσει, άρχισε να διαβάζει μουρμουριστά μέσα από το ντεφτέρι τους λογής λογαριασμούς, σα να διάβαζε καμιά σπουδαία προσευχή. Και χωρίς να διακόψει το διάβασμα τού κατάφερε άξαφνα με το πλατύ μέρος του σπαθιού μια γερή χτυπιά στον ώμο, μια δεύτερη στον άλλο και μια τρίτη στην πλάτη. Ύστερα, μόλις κρατώντας τα γέλια, έσκυψε και έτριψε τη γενειάδα του απάνω στα δυο μάγουλα του Δον Κιχώτη, τάχα τόνε φιλούσε. Και με πολλή ευγένεια τον έπιασε από τις αμασχάλες και τόνε βοήθησε να σηκωθεί.
Ο Δον Κιχώτης που πήρε στα σοβαρά όλη αυτή την κωμωδία, φίλησε μ΄ ευγνωμοσύνη τον Άρχοντα καστελλάνο, του ευχήθηκε όλα τα καλά τ’ ουρανού και της γης, κι ύστερα, αφού καβάλησε τ’ άλογό του, τον αποχαιρέτισε κι έφυγε με το κοντάρι ολόρθο στο χέρι.
Θερβάντες, «Δον Κιχώτης», Μετάφραση- διασκευή: Κώστας Βάρναλης, Κέδρος, Αθήνα 1982
Καλή μας διασκέδαση…Ο Δον Κιχώτης πάντοτε είναι εξάλλου υπέροχος…
Τ.Β.
Ο Θερβάντες κι η σκηνή
Ο δημιουργός του Δον Κιχώτη ήταν και δραματουργός αρκετά αναγνωρισμένος, στον καιρό του. Από τα χρόνια της εφηβείας του ακόμη δείχνει πάθος για το Θέατρο. Αφορμή, ίσως στάθηκε η γνωριμία του με τον φημισμένο ηθοποιό και δραματουργό Λόπε ντε Ρουέδα. Στα κείμενά του –και πιο διεξοδικά στους προλόγους των θεατρικών του έργων – συχνά μιλάει για συγχρόνους του ηθοποιούς και υποκριτικές επιδόσεις. Σύμφωνα με γραπτή μαρτυρία του, έχει συνθέσει κάπου τριάντα έργα. Απ΄ αυτά μονάχα δυο έχουν φτάσει ως εμάς. Στη «Νουμαντία» δραματουργεί ένα επεισόδιο από την ιστορία της Ισπανικής αυτής πολιτείας, που στάθηκε αντιμέτωπη στη Ρωμαϊκή ισχύ. Σημειώνει πραγματική επιτυχία με τα οράματα του θανάτου, της πείνας και της πανούκλας. Όπως φάνηκε από το ανέβασμά του στην πολιορκημένη Μαδρίτη του 1937, το έργο μπορεί ακόμη και σήμερα να συγκινήσει –τουλάχιστον το ισπανόφωνο κοινό. Τα έργα του είναι πολυπρόσωπα, διακρίνονται για τους μακροσκελείς μονολόγους και τις ατελείωτες αλληγορίες τους.
Το άλλο σωζόμενο έργο του, «Ζωή στο Αλγέρι», στηρίζεται στα προσωπικά βιώματα του Θερβάντες από την περίοδο της αιχμαλωσίας του. Όμως η προσπάθειά του να συνδυάσει υλικό «ντοκυμανταίρ» με φανταστικά γεγονότα και να τα υποτάξει κάτω από μια δευτερεύουσα πλοκή, καταλήγει σε αποτυχία.
Πιο τυχερός στάθηκε στα entremesses, κωμικά ιντερλούδια, προορισμένα να συντηρήσουν –σ΄ένα πολύπρακτο έργο – το ενδιαφέρον ενός άστατου κοινού. Τα ιντερλούδια αυτά έχουν αρτιότατο θεατρικό λόγο και δομή, σφρίγος, χιούμορ, ευθυβολία χαρακτηρισμών, αυθορμητισμό. Είναι υποδείγματα ανάλαφρου θεάτρου.
Από το πρόγραμμα της παράστασης του «Δον Κιχώτη» από το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Βέροιας
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
