Ο χειμωνας μια βολτα…

Μπορεί τα χιόνια να προσπέρασαν τα πεδινά της Θράκης λίγο πριν τις γιορτές, ωστόσο τα Χριστούγεννα πρόλαβε κι έφερε στους αναγνώστες του «Παρατηρητή» η περιοδική του έκδοση, το «Ζω τι γιορτές», που κυκλοφόρησε πριν μια εβδομάδα. Πλούσιο και πολυθεματικό, με αύρα εορτών από το σεντούκι της μνήμης και από τις πιο σύγχρονες προτάσεις για αγορές το «Ζω» μας ταξιδεύει στη Χώρα των Χριστουγέννων και στους δρόμους της πόλης της Κομοτηνής και ολόκληρης της Θράκης.

Όχι μόνοι λοιπόν αυτά τα Χριστούγεννα. Με την ψευδαίσθηση του καταναλωτισμού και τις μαζικές βόλτες στα μαγαζιά, το βραδινό χάζι αγκαλιασμένων ζευγαριών στις στολισμένες βιτρίνες, τα αντικείμενα που αγοράζονται για να χαριστούν ως δώρα. Όχι μόνοι κι όχι φοβισμένοι. Ούτε από γρίπες ούτε από ακρίβεια. Τα Χριστούγεννα έχουν για όλους δώρα, ακόμα και για όσους δεν τους αρέσουν!

Τα έξοδα επιτρέπονται, τα όνειρα επίσης. Όλοι θα βγουν περισσότερο, θα πιουν περισσότερο, θα δοκιμάσουν εκλεκτές γεύσεις «για το καλό», θα οργανώσουν με φροντίδα τις όμορφες στιγμές που θέλουν να ζήσουν.

15 μέρες θέλει η καρδιά να ζεσταθεί και η σκέψη να παρατηρήσει την ύπαρξή μας. Να κάνει απολογισμούς, να αξιολογήσει το παρόν και να καταστρώσει σχέδιο διάσωσης για το μέλλον! Κι αυτό δεν είναι λίγο. Έστω με βαυαρικά δέντρα, με ελληνικά καραβάκια, με ευχές αμερικάνικες και κατάνυξη ορθοδοξίας τα δέχομαι όπως είναι. Τουλάχιστον η γιορτή μας χωράει όλους.

Ανοίξτε στα παιδιά με το τρίγωνο στο χέρι και μη φοβάστε. Φιλήστε τον Άη- Βασίλη. Ας υπερασπιστούμε τα Χριστούγεννα όπως τους αξίζει. Με τα Ονειρεμένα Χρόνια του Γιώργου Φαρμακίδη, με τα παραμύθια της Κυριακής Μιζαμίδου και του Άρη Δημοκίδη, με τον φιλοτελισμό του Λευτέρη Τσινταράκη και με το αφιέρωμα στην ποδοσφαιρική ομάδα της Ξάνθης. Και άλλα πολλά…

Τα Χριστούγεννα του «Ζω» είναι εδώ!

Αναζητήστε τα!

Α.Χ.

• Λευτέρης Τσινταράκης:

«Είμαι συλλέκτης,

όχι συγγραφέας»

Με τον συνταξιούχο πλέον φαρμακοποιό Λευτέρη Τσινταράκη γνωριζόμαστε καλά, γιατί ένα κομμάτι των ενδιαφερόντων μας συμπίπτει. Αυτό που αφορά στην ιστορία της Θράκης και στην ανάγκη να μάθουμε όσο το δυνατόν περισσότερα γι’ αυτή. Φίλοι, εδώ κι έναν χρόνο περίπου και γνωρίζοντας καλά ότι ο Λευτέρης έχει αφιερώσει σαράντα συναπτά έτη από τη ζωή του για να συμβάλει όσο μπορεί στον εμπλουτισμό της ιστορίας της μείζονος Θράκης, μέσα από τον φιλοτελισμό, όντας, όπως συνήθως, φειδωλός και μαζί μας στην κατάθεση πληροφοριών που αφορούν στο υπό έκδοση Ιστορικό Φιλοτελικό του Λεύκωμα, όταν ο Λευτέρης μας έφερε το περσινό Ημερολόγιο του Συλλόγου Αρχαιοφίλων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς Νομού Έβρου – Ιστορικού Μουσείου Αλεξανδρούπολης, που στηρίζεται στην αξιοποίηση δώδεκα ταχυδρομικών, ανέκδοτων στην πλειοψηφία τους, δελταρίων από το αρχείο του, στο επανειλημμένα διατυπωθέν αίτημά μας να μιλήσουμε για τη «δική του» Αλεξανδρούπολη, ανταποκρίθηκε ως δια μαγείας θετικά. Ίσως γιατί είχαμε μπροστά μας εικόνες από μια μοναδικά ωραία Αλεξανδρούπολη, Δεδέ Αγάτς τότε, που έσφυζε από ζωή πλούσια, ανθρώπων κάθε καταγωγής… Μια μοναδικά ωραία Αλεξανδρούπολη που μας καλούσε σε ταξίδι στον χρόνο… Στην αναπόληση μιας πόλης του χθες, η οποία όπου σήμερα εγκατοικεί είναι η μνήμη, και αύριο, και οι σελίδες του Ιστορικού Φιλοτελικού Λευκώματος του Λευτέρη…

• Είμαι φιλοτελιστής από μικρό παιδί. Πρόκειται για ασχολία που κληρονόμησα από τον πατέρα μου. Αν προσθέσουμε δε τα χρόνια ενασχόλησης με τον φιλοτελισμό του πατέρα μου και τα δικά μου, τότε η οικογενειακή συλλογή αριθμεί περισσότερα από 150 χρόνια. Σημειωτέον ότι ο φιλοτελισμός δεν περιορίζεται στη συλλογή γραμματοσήμων, αλλά αφορά γενικότερα σε ό,τι έχει σχέση με το ταχυδρομείο: κάρτες, φωτογραφίες, φακέλους, επιστολικά δελτάρια, όλα δηλαδή τα αντικείμενα τα οποία ενίοτε χρησιμοποιούνται για την ανταλλαγή επιστολών. Επειδή λοιπόν το θέμα του φιλοτελισμού είναι ιδιαίτερα ευρύ, κάποια στιγμή αποφάσισα να ασχοληθώ αποκλειστικά με ό,τι έχει σχέση με τον φιλοτελισμό στη μείζονα Θράκη, ο οποίος έχει μεγάλη ιστορία, αφού στον χώρο της έχουν εκδοθεί πάρα πολλά γραμματόσημα, ασχολούμενος έτσι, έστω και εμμέσως μέσω των γραμματοσήμων, και με την ιστορία του τόπου.

• Η αλήθεια είναι ότι διαβάζω πάρα πολύ, αλλά γράφω πάρα πολύ λίγο. Αυτό σημαίνει ότι δεν είμαι συγγραφέας, είμαι απλώς ένας συλλέκτης υλικού. Το συγκεκριμένο Λεύκωμα αφορά σε όλη τη Θράκη. Αρχίζει από το 1840 περίπου, όταν η περιοχή βρισκόταν υπό οθωμανική κατοχή, συνεχίζει με τη δεκαετία 1912-1922, την ιστορία της εποχής δηλαδή που η Θράκη εθεωρείτο το «Κόσοβο» των Βαλκανίων, αναφέρεται στην απελευθέρωσή της και τελειώνει με τη συνθήκη της Λωζάννης.

• Το υλικό του Λευκώματος προέκυψε από συστηματική προσπάθεια σαράντα χρόνων, και μου στοίχισε όχι μόνον σε χρόνο και κόπο, αλλά ξόδεψα γι’ αυτό και αρκετά χρήματα. Απαιτήθηκαν θυσίες, αλλά η Θράκη και η ιστορία της αξίζει τον κόπο. Κάθε γραμματόσημο, κάθε ταχυδρομικό δελτάριο ήταν εξάλλου μια αφορμή για μένα να μαθαίνω για την ιστορία του τόπου μου. Πριν ν’ ασχοληθώ με τα γραμματόσημα ελάχιστα ήξερα για την ιστορία της Θράκης. Συνέβαινε και με μένα ό,τι συμβαίνει και με τους νέους σήμερα, όταν τους ρωτάνε τι γιορτάζουμε στα «Ελευθέρια» και απαντούν ότι γιορτάζουμε την απελευθέρωση από τους τούρκους. Ποιους τούρκους; Βούλγαροι κατείχαν τη Θράκη και μετά υπήρξε διασυμμαχική διοίκηση. Θέλω μ’ αυτό το μη κυριολεκτικό, όσον αφορά στην περίπτωσή μου, παράδειγμα ότι αν δεν ασχοληθείς συστηματικά και με αγάπη με κάτι, τίποτα δεν μαθαίνεις.

• Οι περισσότερες ταχυδρομικές καρτ- ποστάλ, το 75% από αυτές, που έχω στη συλλογή μου έχουν ταχυδρομηθεί, και μάλλον ο φιλοτελισμός ευθύνεται και για το ζήλο μου προς τις καρτ-ποστάλ, αφού αυτές λειτουργούσαν και ως ταχυδρομικά δελτάρια. Υπήρχε συγκεκριμένα κάποιο μαγαζί κι εδώ στην Αλεξανδρούπολη που πωλούσε κάρτες, που τις αγόραζες, έγραφες πίσω ό,τι ήθελες, επικολλούσες γραμματόσημο και τις έστελνες με το ταχυδρομείο στο πρόσωπο που επιθυμούσες. Το σημαντικό όμως είναι ότι η Αλεξανδρούπολη εκείνη την εποχή, το Δεδέ Αγάτς όπως τη λέγανε τότε, επί οθωμανικής κυριαρχίας ήταν μια πολυεθνική πόλη. Με μουσουλμάνους, βουλγάρους, πάρα πολλούς αρμένιους, που τους είχαν φέρει το 1872 για να φτιάξουν τη σιδηροδρομική γραμμή Αδριανούπολης – Αλεξανδρούπολης, φραγκολεβαντίνους και εβραίους. Κάθε κοινότητα, κάθε πληθυσμιακή ομάδα είχε σχεδόν το δικό της ταχυδρομείο και τα δικά της γραμματόσημα. Από το 1868 η Αλεξανδρούπολη είχε οθωμανικό ταχυδρομείο και από το 1870 και αυστριακό για τις ανάγκες των αυστριακών υπηκόων, κι άλλα ακόμη ταχυδρομεία για την εξυπηρέτηση των υπηκόων κάθε άλλης συνυπάρχουσας στην πόλη πληθυσμιακής ομάδας, αλλά και για την εξυπηρέτηση του εμπορίου που παρουσίαζε μεγάλη άνθηση. Το 1874, με τη λειτουργία του σιδηροδρόμου ιδρύθηκε και γαλλικό ταχυδρομείο, είχαμε λοιπόν πολλά ξένα ταχυδρομεία με τα δικά τους γραμματόσημα. Ως εκ τούτου και υπάρχει, και έχω συγκεντρώσει πολύ υλικό, με μαγιά το πρώτο υλικό του πατέρα μου, και μετά από άπειρα ταξίδια σε Βουλγαρία, Τουρκία, Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

• Η ιστορία της Αλεξανδρούπολης των αρχών του αιώνα είναι σπουδαία υπόθεση. Η πόλη είχε τότε εφτά οκτώ προξενεία και πολλές σπουδαίες οικογένειες. Για τις παλιές οικογένειες ξέρουμε και από προφορικές πηγές και από γραπτές. Στα γραπτά κείμενα συμπεριλαμβάνουμε τον Επαγγελματικό Οδηγό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στον οποίο υπάρχουν καταγεγραμμένοι και οι επαγγελματίες του Δεδέ Αγάτς. Πρόξενοι, υποπρόξενοι, έμποροι, πράκτορες μεγάλων ναυτιλιακών εταιρειών, αντιπρόσωποι μεγάλων ασφαλιστικών διεθνών εταιρειών, γιατροί, δικαστικοί. Απ’ αυτούς μόνο δύο ονόματα υπάρχουν σήμερα στην Αλεξανδρούπολη, τα Χαμπούρης και Χατζηηλίας. Τους απογόνους τους, με πρόταση δική μου, τους τίμησε ο Σύλλογος, με αναμνηστική πλακέτα. Είναι δύο πρώτα ξαδέλφια, ο Χριστόφορος Χαμπούρης, πρόεδρος του Εμπορικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου της πόλης μας, και ο γιατρός Άγγελος Χαμπούρης, οι σημερινοί απόγονοι των αδερφών Χαμπούρη, οι οποίοι από το 1883, βάσει γραπτών πηγών, βοηθούσαν οικονομικά το Πατριαρχείο. Ο Επαγγελματικός Οδηγός γράφει ότι οι αδελφοί Χαμπούρη ήταν έμποροι, πράκτορες ναυτιλιακής εταιρείας, αντιπρόσωποι της μεγάλης γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας της Δρέσδης, είχαν εμπόριο, και ο ένας, ο Αριστείδης ή ο Αντώνης ήταν υποπρόξενος της Περσίας. Πρόκειται για μεγάλη και ιστορική οικογένεια.

Ο κ. Χατζηλίας διατηρεί εργοστάσιο ποτοποιίας. Ο «πατριάρχης» της οικογένειας προέρχεται από τη Μαρώνεια, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, επέστρεψε στην Κομοτηνή, εργάστηκε ως ποτοποιός, και εν συνεχεία το 1879, κατέληξε στο Δεδέαγατς, είναι δηλαδή πιο παλιός από τους Χαμπούρηδες. Όλα αυτά περί των οικογενειών του Δεδέ- Αγάτς αναφέρονται όμως στο Λεύκωμα, θα τα διαβάσετε εκεί.

Τα Ονειρεμένα Χρόνια

του Γιώργου Φαρμακίδη

• Κόλιντρα

Στη μεγάλη γιορτή της Χριστιανοσύνης που τόση χαρά προσφέρει, δεν μπορεί παρά να παίρνουν μέρος και τα παιδιά.

Τα αγόρια, ηλικίας από 8-12 χρονών περίπου, κάνουν κόλιντρα. Από ημέρες ακόμα ετοιμάζουμε τη «βίτσα», βέργα που είναι κατά προτίμηση από ασκαμνιά, γιατί έχει ευλυγισία και δεν σπάζει εύκολα. Το μάκρος της είναι περίπου 3-4 μέτρα για να ακούγεται δυνατά όταν θα τη χτυπούμε. Για να βρούμε τις βίτσες πηγαίνουμε στα «Δουτλούκια», μια περιοχή των χωραφιών, όπου υπάρχουν πολλές μουριές. Έχουμε εντοπίσει από πολλές ημέρες πιο πριν τις μακριές και ίσιες βέργες και τις κόβουμε με το «σβανά».

Οι παρέες δημιουργούνται συνήθως από 2-3 παιδιά. Έτσι κι εγώ με το φίλο μου «του Λάζου του Χρήστου» κάνουμε τις σχετικές ετοιμασίες. Από βραδύς ακόμα συνεννοηθήκαμε να περάσει να με πάρει απ’ το σπίτι. Άδειασα και τον υφασμάτινο «τουρβά», τη σάκα μου, από τα σχολικά είδη, για να τον έχω έτοιμο για τα Κόλιντρα.

Αφού φάγαμε, νωρίς νωρίς ετοιμαστήκαμε για ύπνο. Αυτό γίνεται κάθε μέρα για οικονομία «στου γκάζ(ι)» και στα ξύλα της σόμπας. Άσε που δεν υπάρχουν ξύλα κι όλοι σχεδόν στα σπίτια τους καίνε καλάμια. Είναι αυτά τα καλάμια απ’ τα φκάλια που κυρίως καλλιεργούνται στο χωριό μας και είναι άφθονα. Τα μαζεύουν από το Φθινόπωρο, τα κάνουν χοντρά δεμάτια και τα βάζουν μέσα στην αυλή σε μικρές καλυβούλες, για να είναι όρθια και να μην μουσκεύουν και πολύ από τη βροχή.

Γύρω γύρω τα σπίτια, εκτός από την πρόσοψη, είναι καλυμμένα με δεμάτια όρθια, για να προστατεύονται από τη βροχή. Μα και οι φράξεις της αυλής είναι φτιαγμένοι από τα καλάμια, όρθια αλλά κομμένα σε ύψος ενός περίπου μέτρου, για λόγους ομορφιάς.

Αυτά τα καύσιμα έχουν ένα μειονέκτημα. Μόλις τα βάζεις μέσα στη σόμπα καίγονται γρήγορα, χωρίς να κάνουν καθόλου κάρβουνα, παρά μόνον στάχτη, όπως ακριβώς καίγονται τα χαρτιά. Πρέπει λοιπόν να είναι ένας εκεί δίπλα και να είναι ο τροφοδότης. Τη δουλειά αυτή συνήθως την αναλαμβάνει ο παππούς, αν υπάρχει. Καθισμένος σταυροπόδι, τσακίζει τα καλάμια, πιέζοντάς τα επάνω στο γόνατό του και τα χώνει στη σόμπα, που είναι μικρή, οριζόντια, με μπουριά και λέγεται «πάπια».

-Άϊντει να κοιμηθείτει. Ταχιά Γιουργούδ’ς θα κάμ(ει) κόλιντρα, είπε η μητέρα μου.

Ξαπλώσαμε στη «μιντέρα»* φυσικά, κάτω στο δάπεδο, όχι σε κρεβάτι. Έτσι γίνεται σ’ όλα τα χωριά. Είμαστε τρία αγόρια και κοιμόμαστε μαζί, σκεπασμένοι με το ίδιο πάπλωμα, το οποίο κατά τη συνήθεια της εποχής, έχει γέμιση από «γιμίδια». Πιο πέρα, στο ίδιο δωμάτιο, κοιμούνται οι γονείς μας και στο άλλο δωμάτιο κοιμούνται ο παππούς και η γιαγιά.

Το φυτίλι της γκαζόλαμπας κατεβαίνει και το φως χαμηλώνει. Μα εμένα πού να με πάρει ο ύπνος. Είναι η πρώτη φορά που θα κάνω κόλιντρα. Σκέφτομαι πού θα πάμε, τι θα μας δώσουν, τι ωραία που θα είναι τη νύχτα, ποιους άλλους θ’ ανταμώσουμε. Σιγά σιγά με παίρνει ο ύπνος.

Ξυπνώ από κάποια ακαθόριστη φασαρία. Όλο το χωριό είναι αναστατωμένο. Τα σκυλιά «γκαβίζουν» δυνατά. Κάπου κάπου ακούγεται και το λάλημα κανενός πετεινού. Ένα απροσδιόριστο σούσουρο σέρνεται απ’ έξω.

-Γιώργη, άειντει ρε! Δεν ξύπ’σεις ακόμα; Κοιμάσει;

-Ξύπ’σα Χρήστου ! Έρχουμει!

Πετάγομαι αμέσως επάνω, ντύνομαι στα γρήγορα και με τον τουρβά στον ώμο βγαίνω έξω. Παίρνω τη βίτσα μου και ξεκινάμε.

Ένα απαλό αεράκι μας χαϊδεύει το πρόσωπο. Κάνει λίγο κρύο, αλλά για μας αυτό δεν είναι τίποτα. Περπατάμε και καθώς είμαι αγουροξυπνημένος, νιώθω τα πόδια μου να αιωρούνται, σαν να πετώ, σαν να κινούνται από μια μηχανή. Από μακριά ακούγεται το γνωστό τραγούδι που το λένε άλλες παρέες παιδιών που ξεκίνησαν πριν από εμάς.

Φτάνουμε στο σπίτι μιας γειτόνισσας. Αρχίζουμε να χτυπάμε ρυθμικά τις βίτσες κάτω στο έδαφος, λέγοντας δυνατά και το παρακάτω τραγούδι:

-Κο κο κο, μπι μπι μπι, τικ τικ τικ, κόλιντρα.

Να τη φαν’ τα σκυλιά κι την αλιπού,

Που ’φαγει τα μισά τα πουλιά

κι έναν κουτσουπέτεινου!

Η σπιτονοικοκυρά αργεί να φανεί και γι’ αυτό φωνάζω:

-Άειντει άμνια!

Πράγματι σε λίγο βγαίνει. Κρατάει στα χέρια της ξυλοκέρατα.

Μόλις μας βλέπει λέει:

-Α! σεις είστει; Γιώργης κι Χρήστους; Καρτηρέκ’στει καμπόσιουτσκου.

Σε λίγο επανέρχεται κρατώντας στα χέρια της σύκα. Αυτό είναι ιδιαίτερη τιμή για μας, μας προσέχει ιδιαιτέρως, επειδή είμαστε γνωστοί, γι’ αυτό και μας δίνει σύκα αντί για ξυλοκέρατα. Όπως καταλαβαίνετε, τα σύκα εξαφανίζονται αυτομάτως, τα καταβροχθίζουμε σε μηδέν χρόνο. Μα και τι νοστιμιά είναι αυτή! Τέτοιο γλυκό δεν ξανάφαγα στη ζωή μου! Μη δοκιμάσετε κι εσείς σύκα για να βρείτε τέτοια νοστιμιά. Δε θα την βρείτε. Μόνο αν είστε 8 χρονών, αν δεν έχετε φάει ποτέ στη ζωή σας γλυκό, αν είναι ξημερώματα σ’ ένα χωριό, αν, αν… τότε μπορεί να πετύχετε τέτοια γευστική απόλαυση.

Συνεχίζουμε την περιπλάνησή μας στα σπίτια της γειτονιάς. Άλλοι μας δίνουν ξυλοκέρατα, που κοίτα να δεις, κι αυτά είναι νόστιμα, άλλοι καρύδια κι οι πιο πλούσιοι μήλα φιρίκια. Στον ώμο ο τουρβάς άρχισε να βαραίνει καθώς πήρε να χαράζει.

Οι συναντήσεις μ’ άλλες παρέες τώρα «δίνουν και γνώρμιες».

-Τάσιου, πόσα μάζειψτει;

-Πιρ’σσά καρύδια και λίγατσκα μήλα.

-Μεις πιρ’σσά ξυλοκέρατα, αμά και καμπόσα σύκα.

-Δώστει ρε πίτσκα κι μας κανένα σύκου.

-Α! καλά τώρα, απ’ αυτά δεν άφ’σαμει χιτς. Μάνι μάνι τα φά’αμει ούλα. Δεν απόγκει τίπουτα.

Φεύγουμε για τα σπίτια μας βραχνιασμένοι, χορτασμένοι και τρισευτυχισμένοι.

* Εκδόσεις Γιώργου Φαρμακίδη,

Νέα Βύσσα 2009

Αγιοβασιλιάτικα

Βιβλία

Εφέτος έχουμε δυο θρακιώτικα βιβλία για παιδιά προσχολικής και σχολικής ηλικίας με πρωταγωνιστή ή με άμεση αναφορά στον Αη- Βασίλη.

• Το πρώτο υπογράφει η ξανθιώτισσα Δήμητρα Π. Πυργελή, είναι των εκδόσεων Λιβάνη και έχει τον τίτλο «Η Μικρή μπότα του Άη Βασίλη». Η Δήμητρα Πυργελή, ξαναγυρίζοντας πίσω στην παιδική της ηλικία, ή σωστότερα υιοθετώντας ες αεί την αθωότητά της, περιμένοντας τον Άη Βασίλη στέκεται εμπρός από το παράθυρό της και ερωτά… «Τι γίνεται όταν ο Άη Βασίλης ξεκινά το ταξίδι του στη γη και δεν μπορεί να δέσει την μπότα του;»

• Το δεύτερο είναι της επίσης θρακιώτισσας εκπαιδευτικού Κυριακής Μιζαμίδου, της Ροδοξωτικούλας, όπως η ίδια υπογράφει, έχει εκδοθεί από τον «Παρατηρητή της Θράκης» και τα ξωτικά – πρωταγωνιστές της είναι «παιδιά» της ζωγράφου Έλενας Χηνιτίδου.

Το παραμύθι έχει τίτλο «Καλά Χριστούγεννα, κι όχι πάλι τις ίδιες ευχές», και σ’ αυτό οι πρωταγωνιστές του, ο Χρυσάνθεμος και ο Ροδοξωτικούλης, τα ξωτικά, αγωνίζονται να …ανακαλύψουν την ευχή που θα διατυπωθεί ως επίκληση στον Άη Βασίλη για πρώτη φορά και θα είναι απολύτως πρωτότυπη και …φρέσκια.

Ώσπου καταλαβαίνουν ότι κάθε ευχή που φτάνει στα χείλη μας, όσο κι αν είναι χιλιοδιατυπωμένη, όταν αντιπροσωπεύει τις επιθυμίες της δικής μας ψυχής, όσο παλιά κι αν είναι, καινούρια γίνεται…

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.