Ο Αρχαγγελος της Κρητης
Του Ψαρονίκου
Στο κατακλείδι τ’ ουρανού στο φόλι του Συμπάντου
κάθεται μπροσταρόκριγιος σ’ ανέφαλ’ ασημένιο
ο παντροκράτης Βασιλιάς π’ ούλα τα χαζιρεύγει
ψεύτη κι αθάνατο ντουνιά δίχως συμβουλατόρους
π’ ούλη την Πλάση συντηρά με στρουφιχτό αμάτι
πούχει πατούλιες άγγελους και στ’ όνομά του ψάλλουν
ύμνους από τα Χερουβίμ κι άσματα των ασμάτω!
Μα ιντά ’χει σήμερα ο Θεός, όχι θεόψυχά μου
κι εζήλεψε ντως τω θνητώ στοι καλοπέρασές τως;
Τραγούδια κι οργανά ’κουσε απού τον Ψηλορείτη
κι αμέσως τα αγγελικά λαρύγγια βουβάθηκαν
κουνιούνται τα συθέμελα τα ριζιμιά χαράκια
η σφαίρα η θεοτική του πέφτει απού τα χέρια
κι ανταριασμένος στρέφεται τσι δύο ντου Αρχαγγέλους:
– Ποιός είναι ο τραγουδιστής ποιός είναι ο παιχνιώτης
απού ’χει τρίδιπλες χορδές στη λύρα και στο στόμα,
και σαν τσι ακούει κρούσει τσι χορδές
ντροπιάζει τους αγγέλους
τ’ αηδόνια ξενιτεύγει τα και τα νερά παγώνει
καμπάνες αργυροχυτές ραΐζει και χαλά τσις
και τη δική μου την καρδιά την έχει φουνρίσει;
Τί Παντογνώστης είμ’ εγώ και δεν τόνε γνωρίζω;
Τί Παντοκράτης είμ’ εγώ και τόνε χαίρουντ’ άλλοι
οι δούλοι κι οι φαμέγοι μου απού τον κάτω Κόσμο;
– Ετούτος είναι κύριε των Κρητικών ο Μέγας.
Ο Νίκος ο Ψαρονίκος ο Νίκος ο Ξυλούρης
που εσύ τονε μπεγιέντισες για τσι χορδές του μόνο,
μα ο Χάρος κάνει κάλεσμα για την αγνή Ψυχή του
π’ αξίζει περισσότερο απ’ ούλα σου τα έχη.
– Σύρτε φτερό Αρχάγγελοι δεξά μου φέρετέ τον
και τη φωνή και την ψυχή τα θέλω για δικού μου
και με τσ’ ανθρώπους τσι θνητούς
δεν κάνω εγώ παζάρια
Γλακάτε να προκάμετε του Χάρου το δραπάνι
πριχού του πάρει την ψυχή και τηνε μαγαρίσει
να τηνε κάμω κόνισμα την ανθρωπιά να μάθω
και να μου γλυκοτραγουδεί τσι ταπεινές τσι χάρες.
Σκηνή 1η:
Περπατάω μονάχος μου σε δρόμους που δεν είναι τόσο γνώριμοι∙ ακούω αχνά στο βάθος του πουθενά μια μελωδία να γεμίζει την εικόνα μου∙ μου μοιάζει με μοιρολόι∙ δεν μοιάζει, όμως, ένα συνηθισμένο μοιρολόι, μα με τραχύ ήχο ξύλινου οργάνου…
Μια γυναικεία φιγούρα ντυμένη στα μαύρα με πλησιάζει αργά-αργά, τελετουργικά, κρατώντας στα χέρια της ένα παραδοσιακό μικρό ξύλινο όργανο∙ μια λύρα, μια λύρα κρητική∙ τη μικρή ερωμένη ενός Μεγάλου ανθρώπου: τη λύρα του Νίκου του Ξυλούρη.
Στην όψη λίγο διέφερε από οποιαδήποτε συνηθισμένη κρητική παραδοσιακή λύρα∙ κι όμως, ήταν τόσο μαγική, που θαρρούσες ότι θα σου μιλούσε∙ είχε μια δική της ευωδία∙ ήταν πλημμυρισμένη από ξέχωρα «χρώματα κι αρώματα» μιας εποχής, όχι πολύ μακριά από το σήμερα…
Η μαυροφορεμένη μορφή, μη θέλοντας να αποκαλύψει τη θωριά της, έκρυψε το πρόσωπό της πιο πολύ κάτω από το μαύρο τσεμπέρι∙ μου έδωσε τη λύρα του Ψαρόνικου και με μια βραχνή, αλλά τόσο γλυκά μεθυστική φωνή, μου είπε μονάχα τούτο: «να την προσέχεις…». Έπειτα χάθηκε σαν όνειρο από τη μεριά της φαντασίας από όπου δημιουργήθηκε… Δεν θέλησε ούτε να μου πει ποια ήταν ούτε γιατί βρέθηκε στο δρόμο μου για να με φορτώσει με ένα τέτοιο βάρος∙ αυτές οι ερωτήσεις βασανίζουν ακόμη τη σκέψη, αλλά μάταια, διότι η φιγούρα μόλις χανόταν στο σημείο του ορίζοντα που δεν ξεχωρίζεις αν είναι γη, ουρανός ή ακόμη και θάλασσα…
Μονάχος ξανά σε ένα απροσδιόριστο μέρος. Γονατίζω ευλαβικά κατάχαμα και περιεργάζομαι τη λύρα του Νίκου∙ ακουμπάω αργά όλα τα σημεία του ξύλου σαν να μην είχα πιάσει ποτέ τέτοιο όργανο∙ χαϊδεύω τις χορδές της θέλοντας να ξεκλειδώσω το σφαλισμένο στόμα της και να μου μιλήσει για τη ζωή ενός αληθινού Θεριού που κατάφερε να ζει μέσα μας περισσότερο από όσο έζησε δίπλα μας…
Οι ήχοι που έβγαζαν οι χορδές ήταν τόσο παράταιρες, που θάρρουνες ότι κουβέντα-κουβέντα προσπαθούσε να θυμηθεί και να σου διηγηθεί ένα παράξενο παραμύθι… Ένα παραμύθι, όχι όμως με δράκους και βασιλοπούλες, αλλά ένα αληθινό παραμύθι για ένα παλικάρι…
… Μου μίλησε για τις 8 Φεβρουαρίου του 1980, για τις τελευταίες στιγμές που ο Ψαρόνικος την άγγιξε… χαράματα σε ένα λευκό δωμάτιο – Παρασκευή νομίζω ήταν – πάλεψε το παλικάρι μας με το Χάροντα… μπορεί να μην ήταν σε μαρμαρένια αλώνια, αλλά ψυχομάχησε και προσπάθησε να αντέξει, όπως συνεχώς έλεγε. Η τελευταία του πνοή έγινε τραγούδι∙ ένα τραγούδι που ο Θεός θέλησε να βγει προφητικό:
«Μια μέρα μια Παρασκευή θα πέσω να πεθάνω
και μια Λαμπρή θ’ αναστηθώ από το χώμα απάνω»
Η είδηση του θανάτου του Νίκου του Ξυλούρη ταξίδεψε γρήγορα από άκρη σε άκρη∙ θρηνούσε όλη η φύση για τον άδικο χαμό ενός αθώου, ενός ανδρειωμένου∙ στα μαύρα ντύθηκε ολάκερη η Κρήτη, αλλά και η Ελλάδα για τον Ανωγειανό Κρητικό που μάγεψε όλους με τη φωνή του∙ ήταν χαράματα, όταν έκλεισε τα μάτια για πάντα σε αυτό τον ψεύτη κόσμο, και σα ν΄ ακούω το Σταυρακάκη από μια μεριά της Κρήτης μας να λογομαχεί:
«Ανάθεμά σε, κυνηγέ, που σκότωσες τ’ αηδόνι
Και μαυροντύθηκε η αυγή και μπλιό δεν ξημερώνει…»
… Κι ύστερα πήρε κουράγιο, αυτή η μοναδική ερωμένη του Ψαρόνικου, και μέσα από τις τρεις χορδές της μου διηγήθηκε τότε που το παλικάρι μας, νέος ακόμη, ήταν αρχηγός στις καντάδες και που αγκαλιά είχε εκείνη∙ της μιλούσε κι άκουγε, της τραγουδούσε κι έπαιζε σαν πιστή και υπάκουη σύντροφος…
… Κι όταν ακόμη λίγο πιο πριν, στα δώδεκά του, πρωτογνωριστήκαν… Όταν άρχισε για πρώτη φορά το κοπέλι από τα Ανώγεια της Κρήτης, από το χωριό στους πρόποδες του Γερο-Ψηλορείτη, να πειραματίζεται σε σκοπούς πάνω στην λύρα… Το κοπελάκι αυτό σε δύσκολους καιρούς, όταν κατέβαινε στην πρωτεύουσα, στο Ηράκλειο, από το χωριό του, απέφευγε τις κεντρικές οδούς και προτιμούσε τα στενά για να μην τον κοροϊδέψουν, που έπαιζε τη λύρα, όργανο «άξεστων» χωρικών….
…Δεν ήταν απλά ένας λυράρης, ήταν ένας μυστήριος πρεσβευτής της κρητικής μουσικής, αντιπροσωπεύοντάς την με την αξιοπρέπεια και το ήθος που αρμόζουν σε μια τόσο ευγενή παράδοση…
Σκηνή 2η :
Καθώς άνοιξα τα μάτια μου, βρέθηκα στην όψη αγκαλιά με τη Λύρα του Ψαρόνικου∙ σαν από όνειρο ξύπνησα, και προσπαθούσα να σκεφτώ αν τόση ώρα ήμουν σε κάποιο φανταστικό μέρος του μυαλού μου. Δεν γνώριζα, ούτε ακόμη γνωρίζω…
Εβαλα το χέρι στην τσέπη μου και έβγαλα μια παλιά τσαλακωμένη φωτογραφία του Νίκου. Ήταν τόσο αληθινή, που αν είχε λαλιά το χαρτί της φωτογραφίας, θαρρούσες πως ήθελε να μου μιλήσει… Να μου μιλήσει για όλα∙ για τα χρόνια εκείνα τα δύσκολα που ο κόσμος ζούσε τόσο απλά, αλλά ουσιαστικά, μη αφήνοντας καμία στιγμή να χαθεί μέσα στο άπειρο του χρόνου∙ να μου διηγηθεί τα τόσα ταξίδια του ανθρώπου, που απεικόνιζε. Χρώματα βυζαντινά κι ένα φωτεινό στεφάνι λείπει μόνο από το Νίκο τον Ξυλούρη στην εικόνα του αυτή για να τον κάνει άγιο. Κατά τα άλλα ήταν ένας άνθρωπος με καθαρή ψυχή, ένας καλός αληθινός άνθρωπος.
Τα μάτια του τόσο σίγουρα καρφωμένα πάνω μας… μας κοιτάνε με την περηφάνια που αρμόζει σε έναν αρχάγγελο κάποιας εκλεκτής στρατιάς του Θεού∙ αποκαλύπτουν την ψυχή του ανθρώπου που έζησε με αγώνες ασμάτων ιερών∙ το σπάνιο ήθος του πατριώτη, που είχε, τον όπλιζε δυνατά να τραγουδά «Πότε θα κάνει ξαστεριά» για να ενισχύσει τους «ελεύθερους πολιορκημένους» φοιτητές του Πολυτεχνείου. Έγινε σημαία αντίστασης κόκκινης, αφού σκούπιζε τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο… Ένα σάλπισμα που ακουγόταν από την Κρήτη ως την πιο απόκρυφη γωνιά της Ελλάδας.
Δίπλα του πάντα η παρουσία μιας πραγματικής γυναίκας με αρχοντιά, έτοιμη να στηρίζει και να κρατά το χέρι του… Να τραγουδάνε μαζί, αλλά και να τον συντροφεύει συνέχεια μέχρι και τη στιγμή που η παρουσία του έγινε μια έντονη σκέψη και μετά ανάμνηση στο νου όλων – μικρών και μεγάλων, γνώριμων και μη∙ μια γυναίκα που μοιράστηκε τη μικρή του ζωή, αφού ο Θεός τον ζήλεψε και τον πήρε πλάι του για να του τραγουδά∙ στα ουράνια θεϊκά ψέλνει τώρα, όπως έκανε άλλοτε στην Ουρανία…
Ο μύθος του παλικαριού ξεχρωματίζει τη φωτογραφία την τσαλακωμένη και γίνεται ήχος αηδονιού, φωνής χροιά χαρακτηριστική με στίγματα της διαχρονικής και αρχέτυπης εκφραστικής της υφής∙ «…ακόμη κι αν έσβησε σαν ίσκιος το όνειρό μου, κι αν έχασα για πάντα τη χαρά…» δογματικά ακουμπάω την εικόνα του πάνω στο στήθος, στο σημείο της καρδιάς για να μας δίνει δύναμη∙ αγκαλιάζω και τη Λύρα∙ τώρα νιώθω να ολοκληρώνεται η παρουσία του μέσα μου∙ τη στιγμή εκείνη την ύψιστη τα μάτια μου λυτρωτικά βούρκωσαν, όπως γρήγορα περνούσαν τόσες εικόνες και τόσες σκέψεις από μπροστά μου∙ μετά σκοτείνιασε απότομα …
Σκηνή 3η :
… Και ξαφνικά εκτεθειμένος σε ένα ανεξήγητο δυνατό φως∙ αγκάλιασα πιο σφιχτά τα πράγματα του Νίκου που είχα στην αγκαλιά μου, από φόβο∙ δεν θα άφηνα κανένα να πάρει την παρουσία του από δίπλα μου.
Μέσα από το φως αυτό, εμφανίστηκε πάλι η ίδια γυναικεία φιγούρα λουσμένη από τα μαύρα της ρούχα… μαζί της ήρθε κι εκείνος∙ εκείνος λεβέντης, δεν κουνήθηκε από το σημείο που έβγαινε η εκθαμβωτική λάμψη… Δεν πρέπει να ήτανε ο ίδιος ο Ψαρόνικος∙ πάντως ήταν κάποιος που του έμοιαζε τόσο πολύ, που τον ήξερε τόσο καλά∙ του ζήτησα να μου πει ποιος είναι όσο η μορφή της γυναίκας ερχόταν σαν αερικό όλο και πιο κοντά μου. Εκείνος μου αποκρίθηκε ποιητικά ότι δεν μπορεί να μου πει ποιος είναι αλλά ότι ήρθε μέχρι εδώ για να με δει και να που μονάχα τούτο:
«Ο Χάρος σημάδεψε τον αητό τση Κρήτης
Και κλαίει απαρηγόρητος ο γερο Ψηλορείτης»
Τα βουρκωμένα μου βλέφαρα σφίχτηκαν∙ μόνο στο νου μου κατάφερα να πω ποιος μπορεί να είναι: ήταν εκείνος, που πήρε ζωή μέσα από τη φωνή του Ψαρόνικου: μόνο ο Ερωτόκριτος θα μπορούσε να φωτίσει την μνήμη του ανδρειωμένου αρχάγγελου.
Κι η γυναίκα, δίπλα μου πια, ήταν έτοιμη να δεχτεί πίσω το δώρο που μου δάνεισε∙ «πες μου τουλάχιστον εσύ ποια είσαι;» τη ρώτησα καθώς της έδινα οικειοθελώς τη Λύρα και τη Φωτογραφία∙ «έχει τόσο μεγάλη σημασία;» μου αποκρίθηκε και χάθηκε μέσα στη λάμψη…
Ολα έγιναν, όπως πρώτα∙ πάλι μονάχος μου περπατώ∙ μόνη μου σκέψη η ανάμνηση του Λυράρη∙ δεν με ένοιαζε πια τι αντιπροσώπευαν οι δύο φιγούρες∙ χάθηκαν μέσα στη σκέψη μου για πάντα ή μπορεί και να κρύφτηκαν πίσω από ένα κομμάτι χαρτί… Εκείνος θέλω να μείνει άγνωστος, δεν θέλω ούτε το μυαλό μου να ομολογεί ποιος ήταν∙ εκείνη στα μαύρα ήταν πολλές σκέψεις μαζί∙ δεν με νοιάζει πια, όποια κι αν ήταν αρκεί που μου έκανε παρέα σήμερα∙ μπορεί να ήταν η Κρήτη που πενθεί ακόμη το Νίκο τον Ξυλούρη, ίσως κι η Ελλάδα∙ εγώ θα την ονομάσω Αρετούσα για να του κάνει εκείνη συντροφιά τώρα πια του Ψαρόνικου… Να μας τον χαιρετάς, Αρετούσα…
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
