Ο αγωγος Μπουργκας – Αλεξανδρουπολη… ανοιγει τον ασκο του Αιολου;
Μεγάλα θα είναι -σύμφωνα με την κυβέρνηση- τα οφέλη από τον αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη με τον οποίο, όπως επισημαίνεται, μπαίνει η Ελλάδα στον παγκόσμιο πετρελαϊκό χάρτη. Με τη συμφωνία της Δευτέρας, για πρώτη φορά, τίθεται σαφές χρονοδιάγραμμα και εντός του 2006 υπογράφεται η διακρατική συμφωνία για την κατασκευή του έργου με προοπτική ολοκλήρωσής του έως το 2010. Το κόστος κατασκευής του έργου ανέρχεται στα 800 με 900 εκατομμύρια ευρώ. Ο πετρελαιαγωγός θα έχει τη δυνατότητα μεταφοράς 35 εκατομμυρίων τόνων πετρελαίου ετησίως με δυνατότητα επέκτασης στα 50 εκατομμύρια τόνους. Το τέλος διέλευσης του πετρελαίου έχει καθοριστεί στο ένα δολάριο ανά τόνο. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θα έχει έσοδα 35 με 40 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Παράλληλα, διανοίγονται νέες ισχυρές αναπτυξιακές προοπτικές για την Ελλάδα, ενώ πολυεπίπεδα είναι τα οφέλη που προκύπτουν για την ευρύτερη περιοχή της Θράκης. Υπολογίζεται ότι θα δημιουργηθούν περισσότερες από 300 νέες θέσεις εργασίας στη φάση κατασκευής του έργου, ενώ η ηγεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης έχει ξεκαθαρίσει ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των εσόδων από την εκμετάλλευση του αγωγού θα διατεθεί για την ανάπτυξη της Θράκης. Τα παραπάνω αποτελούν τα σημαντικά χαρακτηριστικά του θετικού σεναρίου, να πάνε δηλαδή όλα κατ΄ ευχή, σύμφωνα με το σχεδιασμό.
Η ποιότητα των νερών που εισέρχεται απ’ τα Δαρδανέλια δεν είναι καλή
Σχεδιασμός που δεν φαίνεται να προβλέπει – τουλάχιστον όχι ακόμη – το ενδεχόμενο οικολογικής ρύπανσης του Αιγαίου, που θα έχει τεράστιες συνέπειες για το περιβάλλον, αλλά και την εθνική μας οικονομία. Ένα Αιγαίο που ήδη δέχεται την οικολογική καταστροφή της Μαύρης Θάλασσας … Τον κίνδυνο αυτό επισήμαναν με μελέτη τους καθηγητές της Πολυτεχνικής Σχολής Ξάνθης. Η μελέτη περιγράφει την Περιβαλλοντική Κατάσταση του Βορείου Αιγαίου λόγω της μεταφερόμενης διασυνοριακής ρύπανσης από τους ποταμούς και από τα Στενά των Δαρδανελίων. Οι καθηγητές: Ν. Κωτσοβίνος, Π. Αγγελίδης, Α. Κονιδάρης και Α. Χατζηκωνσταντίνου επισημαίνουν ότι το Βόρειο Αιγαίο δέχεται κάθε χρόνο μέσα απ’ τα Δαρδανέλια έναν όγκο νερού της τάξεως των 1255 km3, το οποίο αντιπροσωπεύει το 3,6% του όγκου του. Η ποιότητα των νερών που εισέρχεται απ’ τα Δαρδανέλια δεν είναι καλή, επειδή είναι κυρίως επιφανειακά νερά που προέρχονται από τη Μαύρη Θάλασσα στην οποία εκρέουν αρκετοί ποταμοί που μεταφέρουν απόβλητα από την κεντρική και ανατολική Ευρώπη και Ρωσία. «Πράγματι η Μαύρη Θάλασσα δέχεται κάθε χρόνο νερά και ρύπους από τους ποταμούς Δνείπερο, Δούναβη κλπ. Επίσης, δέχεται τα απόνερα από μια σημαντική περιοχή της ανατολικής Ρωσίας, κυρίως, μέσου του ποταμού Δον. Η Βόρεια Μ. Ασία επίσης εκρέει στη Μαύρη Θάλασσα μέσω μιας σειράς ποταμών. Είναι γνωστό ότι η κάποτε οικολογικά πεντακάθαρη Μαύρη Θάλασσα έχει δεχθεί σοβαρή ρύπανση από τα νερά αυτών των ποταμών και έχει μειωθεί σημαντικά η αλιευτική παραγωγή παρά το γεγονός ότι έχει έκταση και όγκο πολύ μεγαλύτερο από το Βόρειο Αιγαίο» δηλώνει ο καθηγητής Νίκος Κωτσοβίνος και εξηγεί ότι λόγω των αιτιών αυτών έχει εμφανιστεί οικολογική καταστροφή στη Μαύρη Θάλασσα, με έντονο το φαινόμενο του ευτροφισμού. «Υπάρχει κίνδυνος και ενδεχόμενο να επεκταθεί μακροπρόθεσμα η οικολογική καταστροφή της Μαύρης Θάλασσας στο Αιγαίο και συνεπώς χρειάζεται να βρεθεί η μακροπρόθεσμη περιβαλλοντική πολιτική που θα αποτρέψει την οικολογική υποβάθμιση του Βόρειου Αιγαίου». Σύμφωνα με τη μελέτη το Αιγαίο Πέλαγος έχει μήκος περίπου 644 km και πλάτος περίπου 290 km. Ο συνολικός όγκος του νερού όλου του Αιγαίου είναι περίπου 74000 km3 ενώ του Βόρειου Αιγαίου περίπου 35000 km3 .Συνδέεται με τη θάλασσα του Μαρμαρά και με τα στενά των Δαρδανελίων. «Εκτιμούμε ότι ο πληθυσμός ο οποίος ζει στην υδρολογική λεκάνη του Αιγαίου είναι περίπου 180.000.000 άνθρωποι. Τα νησιά των Κυκλάδων χωρίζουν το Αιγαίο σε δύο θάλασσες, στο Βόρειο από το Νότιο Αιγαίο. Παρά το γεγονός ότι το Βόρειο Αιγαίο είναι αρκετά βαθύ, περίπου 1200 μέτρα, η άμεση ανταλλαγή των νερών μεταξύ του Βόρειου και του Νότιου Αιγαίου δεν είναι δυνατή για βάθη νερού μεγαλύτερα από 250 μέτρα λόγω της τοπογραφίας του πυθμένα. Συνεπώς, ενισχύεται η συσσώρευση ρύπων στο Βόρειο Αιγαίο λόγω της μειωμένης ανταλλαγής νερών του με το Νότιο Αιγαίο». Σύμφωνα με τον κ. Κωτσοβίνο δισεκατομμύρια δολάρια έχουν επενδυθεί στο βόρειο Αιγαίο, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Τουρκία, για δραστηριότητες οι οποίες σχετίζονται με τον τουρισμό, κυρίως καλοκαιρινό, λόγω της εξαιρετικής ποιότητας των νερών του. «Είναι συνεπώς σημαντικό να ερευνηθεί η μακροπρόθεσμη συσσώρευση των ρύπων (διαλελυμένων, αιωρουμένων και ιζημάτων) στο Βόρειο Αιγαίο. Παρά το γεγονός ότι το βόρειο Αιγαίο είναι προς το παρόν ολιγοτροφική θάλασσα, δεν είναι ξεκάθαρο τι θα γίνει στο μέλλον, λόγω των συνεχιζόμενων μεγάλων ποσοτήτων των θρεπτικών αλάτων που εισρέουν σ’ αυτό»
Καθοριστικός παράγοντας της περιβαλλοντικής κατάστασης του Βορείου Αιγαίου είναι η κυκλοφορία και η ποιότητα των υδάτων. Ανάμεσα στους παράγοντες που καθορίζουν τις βιογεωχημικές διεργασίες, τον κύκλο του άνθρακα και τη μεταφορά ενέργειας είναι η μεταβλητότητα της κυκλοφορίας σε μέση κλίμακα, ο σχηματισμός μαζών βαθέων υδάτων, η εισροή υδάτων από κύριους ποταμούς, η εισροή υδάτων από τη Μαύρη Θάλασσα στο Βόρειο Αιγαίο, η μορφολογία του βυθού και πιθανόν η επίδραση των ανέμων κυρίως με τη μορφή εισερχόμενης σκόνης. Οι μηχανισμοί εξαναγκασμού της κυκλοφορίας των υδάτων εξαρτώνται από την ποσότητα των υδάτων και άλλους υδρολογικούς παράγοντες, όπως η ένταση των ανέμων, θερμικές ροές, ροές αλατότητας και ανοδική κίνηση λόγω των εκροών των ποταμών. Η μορφολογία του Βόρειου Αιγαίου με τα πολλά νησιά, τη διαμόρφωση των ακτών, τις χερσονήσους και τις βαθιές λεκάνες καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την κυκλοφορία και την ανταλλαγή υδάτων μεταξύ αβαθών και βαθέων περιοχών. Οι παράκτιες περιοχές του Βόρειου Αιγαίου επιπλέον παρουσιάζουν υψηλή μόλυνση λόγω της έντονης ανθρώπινης δραστηριότητας, οπότε η ακριβής γνώση της κυκλοφορίας των υδάτων της περιοχής σε συνδυασμό με τον ποιοτικό προσδιορισμό των υδάτων που εισρέουν στο Βόρειο Αιγαίο αποτελούν τους πλέον καθοριστικούς παράγοντες για την εξέλιξη της περιβαλλοντικής κατάστασης της περιοχής.
Η γενική κυκλοφορία των υδάτων στο Βόρειο Αιγαίο είναι κυκλωνική. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ισχυροί ψυχροί και ξηροί βόρειοι άνεμοι πνέουν στο Αιγαίο. Αυτή η κατάσταση των ανέμων οδηγεί σε ανοδική κίνηση των υδάτων κατά μήκος της δυτικής ακτής της Τουρκίας και των δυτικών ακτών των ελληνικών νησιών στο Βόρειο Αιγαίο, τα οποία έχουν κατεύθυνση από τη θάλασσα της Λεβαντίνης και είναι χαμηλής περιεκτικότητας σε θρεπτικά.
Η εκροή των υδάτων της Μαύρης Θάλασσας από τα Στενά των Δαρδανελίων, μέσω των στενών του Βοσπόρου και της Θάλασσας του Μαρμαρά που εκτιμήθηκε σε περίπου 9500 m3/s, με διακύμανση μεταξύ της χειμερινής (μικρότερη εκροή) και της θερινής περιόδου (μεγαλύτερη εκροή) σχηματίζει ένα επιφανειακό στρώμα υδάτων χαμηλής αλατότητας με πάχος περίπου 40 m. Τα νερά της Μαύρης Θάλασσας έχουν χαμηλότερη θερμοκρασία κατά 4o C περίπου, από αυτά του Βορείου Αιγαίου με αποτέλεσμα να εμφανίζονται εκτεταμένες περιοχές με νερά χαμηλότερης θερμοκρασίας τόσο στη λεκάνη του Άθους όσο και γύρω από τα νησιά της περιοχής (Λήμνο και Ίμβρο) με τη χαμηλότερη θερμοκρασία να εμφανίζεται στο στόμιο των Δαρδανελίων. Η χαμηλότερη θερμοκρασία των επιφανειακών υδάτων που προέρχονται από τα Δαρδανέλια αποτελεί ένδειξη για την κυκλοφορία των υδάτων αυτών και επιτρέπει την παρακολούθησή τους. Στη διάρκεια των θερμών περιόδων, υπό την επίδραση των ετησίων βόρειων μελτεμιών, ένα μεγάλο μέρος από τα νερά της Μαύρης Θάλασσας έξω από τα στενά των Δαρδανελίων ρέουν προς νοτιοδυτικά προς τις ανατολικές ακτές της Ελλάδος και ο πυρήνας τους εμφανίζεται νότια από τη Λήμνο. Ένα σημαντικό τμήμα ρέει βόρεια από τη Λήμνο ενώ ποσότητες υδάτων έχουν ανιχνευθεί μέχρι και στο πλατό των Κυκλάδων. Στη διάρκεια του χειμώνα τα νερά της Μαύρης Θάλασσας ρέουν προς τα δυτικά κυρίως κατά μήκος των βορείων ακτών της Λήμνου, όπου διακλαδίζεται σ’ ένα τμήμα προς Βορά (κύριο) και ένα προς Νοτιοδυτικά (περιστασιακά).
Τα τελευταία τριάντα χρόνια η κατάσταση στη Μαύρη Θάλασσα επιδεινώθηκε
Η κατάσταση της Μαύρης Θάλασσας επιδεινώθηκε σημαντικά τα τελευταία τριάντα χρόνια λόγω των αρνητικών επιπτώσεων από μια πληθώρα ανθρωπίνων δραστηριοτήτων, οι οποίες περιλαμβάνουν από γεωργία μέχρι βιομηχανία και από αλιεία μέχρι τις μεταφορές. Η Μαύρη Θάλασσα χρησιμοποιείται ως τόπος απόρριψης για τεράστιες ποσότητες βιομηχανικών, γεωργικών, αστικών ακόμη και πυρηνικών αποβλήτων που παράγονται από τη δραστηριότητα 160 εκατομμυρίων ανθρώπων που κατοικούν στις 16 χώρες τις λεκάνης απορροής της Μαύρης Θάλασσας, περιλαμβανομένων και πληθυσμών που κατοικούν στο 1/3 της ηπειρωτικής Ευρώπης.
«Κάθε χρόνο η συνολική ρύπανση που παράγεται από επίγειες, ατμοσφαιρικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες εκτιμάται σε περίπου 20.000 kg για κάθε km3 νερού της Μαύρης Θάλασσας. Στο μεταξύ η μόλυνση από πετρελαιοειδή εκτιμάται σε περισσότερους από 100.000 tn το χρόνο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι παράνομες απορρίψεις έρματος των δεξαμενόπλοιων (tankers) οι οποίες είναι κοινό μυστικό ότι συμβαίνουν στη Μαύρη Θάλασσα. Το συνολικό αυτό ποσό των ρύπων ξεπερνά κατά πολύ την απορροφητική ικανότητα του οικοσυστήματος της Μαύρης Θάλασσας με αποτέλεσμα οι ρύποι αυτοί να αποτελούν σημαντικότατη απειλή για την περιβαλλοντική ποιότητα και κατάσταση της περιοχής» αναφέρεται στη μελέτη . Σύμφωνα με τον κ. Κωτσοβίνο η περιβαλλοντική υποβάθμιση της Μαύρης Θάλασσας ενισχύθηκε από τα φυσικά και τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά της. «Το γεγονός ότι η έκταση της λεκάνης απορροής είναι πενταπλάσια από την έκταση της Μαύρης Θάλασσας, καθιστά την μόλυνση από επίγειες δραστηριότητες κύρια πηγή υποβάθμισής της, με σημαντικότερο φορέα ρύπανσης τον Δούναβη, ο οποίος μεταφέρει το 75% της συνολικής επίγειας μόλυνσης». Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας της κατάστασης της Μαύρης Θάλασσας είναι η κατακόρυφη σύσταση των υδάτων της που καθιστούν το συγκεκριμένο οικοσύστημα πολύ πιο εύθραυστο από αντίστοιχα άλλων παρόμοιων συστημάτων. «Λόγω της μορφολογίας της Μαύρης Θάλασσας, η οποία είναι μια ημίκλειστη θάλασσα που επικοινωνεί με την Αζοφική Θάλασσα στα Βόρεια και με το Αιγαίο στα Νοτιοδυτικά μέσα από στενά ανοίγματα, η ανανέωση των υδάτων της είναι εξαιρετικά δύσκολη και απαιτεί σχεδόν 200 χρόνια για την πλήρη ανανέωσή τους». 200 χρόνια που κανείς αγωγός, όσο σημαντικός κι αν είναι, δεν μπορεί να χαρίσει.
Μαρία Νικολάου
Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
