Νυχτες πρεμιερας

Πετυχημένη ήταν η στάση στην Κομοτηνή του 2ου Τριήμερου Φεστιβάλ Κινηματογράφου «Νύχτες Πρεμιέρας», που ολοκληρώθηκε προχθές το βράδυ με την ταινία του Νιλς Μίλερ «Η δολοφονία του Ρίτσαρντ Νίξον». Νεανικό στην πλειοψηφία του το κοινό που προσήλθε στις αίθουσες της Odeon Kosmopolis αγκάλιασε και τις πειραματικές ταινίες με χαμόγελο και παρατηρητικότητα.

«Καφές και τσιγάρα»

•Η ελευθερία μια γενιάς

Τελικά ο κινηματογράφος δε θέλει πάντα λεφτά, μπορούν να γίνουν καλές ταινίες με μια κάμερα, κάποια καλά φιλαράκια και υπομονή. Γιατί σίγουρα χρειάστηκε υπομονή από το σκηνοθέτη Τζιμ Τζάρμους για να δει να ολοκληρώνεται η δουλειά του «Καφές και τσιγάρα» 11 χρόνια αφότου γύρισε το πρώτο φιλμάκι με τον Ρομπέρτο Μπενίνι και τον Στίβεν Ραϊτ καθώς έπιναν τον καφέ τους πάνω από ένα τραπεζάκι σε σχέδια σκακιέρας (μοτίβο που επαναλαμβάνεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο και στις υπόλοιπες ιστορίες).

Το άσπρο και το μαύρο, το «ναι» και το «όχι», οι περίεργες παύσεις στήνουν θεατρικούς διαλόγους στο πρώτο επεισόδιο, όπου αιωρείται η αμφισβήτηση για το ποιος και το τι σε μια συντροφιά «διδύμων»; Ο διάλογος που αναπτύσσεται θυμίζει Μπέκετ, καθώς το προφανές είναι ανύπαρκτο και το δευτερεύον κυρίαρχο.

Ο Ίγκι Ποπ «ζωγραφίζει» στα κοντινά πλάνα στη δεύτερη ιστορία πίνοντας καφέ με τον Τομ Γουέιτς και αναπτύσσοντας μια περίεργη φιλοσοφία γύρω από το κάπνισμα.

«Η ομορφιά του να κόβεις το τσιγάρο είναι το να καπνίσω ένα, αφού το ‘κοψα» δηλώνει με βεβαιότητα ο Γούειτς και παίρνει τη δικαίωση από τον Ίγκι Ποπ που δέχεται να καπνίσει αφού το ‘κοψε και τους απανταχού θεατές – καπνιστές. Εύστοχα σχολιάζει «είμαστε η γενιά του καφέ και του τσιγάρου», αποδίδοντας το χώρο που ανήκει στους τριαντάρηδες και τους σαράντα και κάτι, τον καφέ και το τσιγάρο, δηλαδή την ελευθερία της επανάστασης της καφετέριας.

Η στέρηση του καφέ και του τσιγάρου καταγράφεται μέσα από ιστορίες ανθρώπων που γνωρίζει καλά ο Τζάρμους, όπως ο Ίγκι Ποπ, ο Αλφρέντο Μολίνα, ο Μπιλ Μάρεϊ, η Κεϊτ Μπλάνσετ, που αποδίδει έξοχα ένα διπλό ρόλο στις «Ξαδέλφες», δείχνοντας τα όρια της προσωπικής ελευθερίας κι εκεί το τσιγάρο λειτουργεί σαν σύμβολο. Εξάλλου, μπροστά από μια κούπα καφέ και με μερικά τσιγάρα η εξομολόγηση που κάνουμε στον εαυτό μας είναι κάθαρση, απλά η Μπλάνσετ την κάνει στην υποδυόμενη την εξαδέλφη της, δηλαδή στον άλλο της εαυτό. Στα άσπρα και μαύρα τετράγωνα των τραπεζιών, που θυμίζουν σκακιέρες, μετακινούν οι ήρωες τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους και η συζήτηση – παρτίδα δεν καταλήγει υποχρεωτικά κάπου. Σημασία έχει ότι έγινε κι αυτό βεβαιώνει και τη συνάντηση. Στις «Ξαδέλφες» φαίνεται τι είναι δωρεάν στη ζωή και πόσο πραγματικά κοστίζει το «δωρεάν» σε χρόνο, συναίσθημα και ελευθερία.

Οι σχέσεις συγγένειας και οι ομοιότητες εκπλήσσουν ευχάριστα το θεατή που νιώθει περισσότερο σαν συνδαιτυμόνας, ενώ ταυτόχρονα έχει την ευκαιρία να ψάξει στον εαυτό του πόσα τυχαία και καθημερινά συμβάντα σημαίνουν κάτι, όπως η μουσική, για παράδειγμα, που νιώθουμε ότι ακούμε όταν έχουμε την ανάγκη να ξεφύγουμε από το χώρο και τις καταστάσεις που μάς βαραίνουν. Ίσως γι’ αυτό ο σκηνοθέτης επιλέγει το ζευγάρι των γέρων συνεργατών – εργατών για να βάλει τελεία μετά από 17 χρόνια, γιατί το διάλειμμα με τον καφέ και το τσιγάρο κάποτε τελειώνει κι όσο πιο αργά τόσο πιο καλά.

Προς μελλοντικούς θεατές: είναι καλύτερο να είναι καπνιστές – έστω κι αν το έχουν κόψει – για να το νιώσουν.

«Garden State»

•Επιστροφή στο «πατρικό»

Ο Ζακ Μπραφ γράφει, σκηνοθετεί και παίζει ένα κομμάτι από τον εαυτό του και μάλιστα τα καταφέρνει πολύ καλά!

Το «Garden State» είναι η επιστροφή στο «σπίτι» με την έννοια που αποδίδει το ασυνείδητο στο σπίτι, δηλαδή τη σχέση με τους γονείς, τα απωθημένα, τις τύψεις, τα όσα δεν έγιναν ή το πώς έγιναν κάποια πράγματα, σκέψεις που προβάλλουν έντονα μετά από ένα θάνατο. Ο Άντριου επιστρέφει στο «πατρικό» του μετά από εννιά χρόνια για να παραστεί στην κηδεία της παραπληγικής του μητέρας, της οποίας τον τραυματισμό – από ένα τυχαίο συμβάν που είχε γίνει πριν 16 χρόνια – ο ψυχίατρος πατέρας του τον αποδίδει στον ίδιο.

Κάνοντας ένα γενναίο «διάλειμμα» από τη σταθερή δόση λιθίου που λαμβάνει με συνταγή του μπαμπά – γιατρού επί χρόνια, για να ελέγξει τον υποτιθέμενο θυμό του, αρχίζει να ζει για πρώτη φορά, να καταλαβαίνει, μέχρι που ερωτεύεται. Η Σαμ είναι χαριτωμένη και παθολογική ψεύτρα γιατί δεν είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσει διαφορετικά την πραγματικότητα. Κάνει τα δικά της ιδιαίτερα «πράγματα» – κινήσεις, ήχοι – για να οριοθετήσει το δικό της κόσμο, όπως όμως αποδεικνύεται έχει και την ανάγκη των άλλων.

Ο Ζακ Μπραφ δίνει μια ευκαιρία να ανακαλύψουμε τον κρυμμένο μας εαυτό, τις στιγμές που δεν ζούμε, τις λέξεις που δεν λέμε κι αυτό το κάνει τρυφερά, με όμορφες εικόνες, έξυπνα τρυκ στο σενάριο που δείχνουν ότι το όνειρο είναι υπαρκτό – βλέπε άβυσσος – και με μια ιδιαίτερη μουσική.

Η σκηνή με τη βροχή είναι από τις πιο απλές και τις πιο «καθαρές», δείχνει τον τρόπο που απελευθερώνεται το συναίσθημα και το κλάμα που φυλούσε μέσα του ο πρωταγωνιστής από παιδί. Ο ρόλος του νερού σημαντικός σε όλη την ταινία, από το νερό που «έπνιξε» στη μπανιέρα τη μητέρα του μέχρι το ελάχιστο δάκρυ που εκδηλώνεται από τον Άντριου πάλι μέσα στη μπανιέρα. Δεν είναι τυχαίο ότι η μητέρα του πριν πεθάνει ανακαινίζει το μικρό μπάνιο του σπιτιού.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.