Νταμα κουπα απο την Αννα Φονσου

Με επιτυχία έγινε η πρεμιέρα του μιούζικαλ «Γλυκιά μου Ίρμα» την Παρασκευή 22 Μαρτίου στη σκηνή της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, με πρωταγωνίστρια την Άννα Φόνσου.

Ο Αλεξάντρ Μπρεφφόρ, στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 δημοσιεύει διήγημά του με θέμα τον υπόκοσμο της Μονμάρτης. Η Μαργκερίτ Μονό, η συνθέτης των περισσότερων τραγουδιών της Εντίθ Πιαφ, βρίσκει στο πρόσωπό του τον ιδανικό συνεργάτη. Στις 12 Νοεμβρίου 1956, η «Γλυκιά Ίρμα» ξεσηκώνει το Παρίσι, και δύο χρόνια μετά το Λονδίνο, όπου στο «Λύρικ Θήατερ» δίνονται 1.512 παραστάσεις. Όλος ο κόσμος ανοίγει τις πόρτες και υποδέχεται τη γλυκιά ηρωίδα, που παρά την ακόλαστη ζωή κρατάει την ψυχή της καθαρή για τον άντρα που θα αγαπήσει.

Η Ίρμα πήρε σάρκα και οστά στην Ελλάδα από την Έλλη Λαμπέτη το 1972, ενώ γίνεται για μία ακόμα φορά παγκοσμίως διάσημη με τη Σίρλει Μακ Λέην στο πλάι του Τζακ Λέμον.

Η Ίρμα του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος προσκαλεί το κοινό να ξεχάσει τις καλές συνοικίες και να δραπετεύσει εκεί που χτυπάει η καρδιά του Παρισιού, στα στέκια των mecs.

Η σκηνή φωτίζεται χαμηλά και μαζί της η μεταπολεμική Γαλλία και οι υπόκοσμος της Μονμάρτης.

Το ξενοδοχείο Καζάνοβα βρίσκεται πάνω από το μπαρ του Μουστάς. Από τις πρώτες στιγμές, ιστορίες οικείες και σε εμάς ξετυλίγονται. Ο Νέστορας είναι αστυνομικός, πρώην προσωπικός φρουρός του Καρδινάλιου Ροσινιόλ και βρίσκεται αντιμέτωπος με την διαπλοκή μεταξύ των mecs (προστάτες) και αστυνομικών – νονών της νύχτας. Ο Νέστορας, άμαθος στη διαπλοκή – αποδεικνύεται ότι οι ρίζες της είναι βαθιές – τιμά τον όρκο του και βρίσκεται εκτός υπηρεσίας, με κατηγορία «απειθαρχία, άγνοια νόμου και… αγυάλιστα παπούτσια», γιατί ο επιθεωρητής της αστυνομίας και προϊστάμενός του διαπλέκεται με τους προαγωγούς.

Η Ίρμα είναι μια ευγενής και γοητευτική πόρνη που διαθέτει ένα δωμάτιο για σπίτι κι ένα άλλο δωμάτιο με κρεβάτι για… γραφείο. Ο mec της Ίρμα είναι ο Ιππόλυτος μέχρι που συγκρούεται μαζί του ο Νέστορας και η παρέα τον χρήζει διάδοχο του Ιππόλυτου.

Για λίγα δευτερόλεπτα ο τίμιος Νέστορας ταυτίζεται με το ρόλο του mec, καμαρώνει για τη δύναμή του, αντλώντας δύναμη από τη γλυκιά Ίρμα την οποία αρχίζει να ερωτεύεται.

Η λογική της Ίρμα είναι τόσο απλή όσο και η ζωή της: η μαμά της ήταν πουτάνα και η ίδια από μικρή ονειρευόταν να ακολουθήσει τα βήματά της. Δυσαρεστήθηκε βέβαια όταν κάποια στιγμή η μητέρα της μεταμορφώθηκε σε απλή σερβιτόρα σε μπαρ. Θεωρεί αυτονόητο η γυναίκα να έχει αφεντικό και αυτός να μην εργάζεται. Ο Νέστορας αντιδρά σ’ αυτή τη λογική, πλην όμως δεν μπορεί να της αλλάξει ιδέες και να δουλεύει για να τους συντηρεί.

Ο ρόλος της στολής –μεταμφίεσης στην παράσταση που έστησε ο Πέρης Μιχαηλίδης, με βοηθό σκηνοθέτη τον Κομοτηναίο Χρήστο Καρχαδάκη, είναι σήμα κατατεθέν και αποτυπώνει τόσο το κλίμα της εποχής όσο και την ψυχολογία των ηρώων. Το εύρημα των δύο μποέμ αφηγητών, που ξεπηδούν μέσα από τους παρισινούς υπονόμους για να ζωγραφίσουν με το τραγούδι τους το ταμπλό, διευκολύνει τη δομή των τριών επιπέδων της παράστασης. Επάνω βρίσκεται το «γραφείο» και το σπίτι της Ίρμα, δηλαδή οι υποχρεώσεις και τα όνειρα, στο κέντρο βρίσκεται η λαμπρή νύχτα με τις καλοντυμένες χορεύτριες των καμπαρέ και τους mecs και πιο κάτω γίνονται οι αλλαγές: ο Νέστορας επινοεί ένα τέχνασμα για να μην πηγαίνει η Ίρμα με άλλους άντρες και δημιουργεί τον κόμη Όσκαρ. Το κοστούμι αλλάζει σε τέτοιο βαθμό την ψυχολογία του, ώστε βρίσκεται αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό, φτάνει στο σημείο να τον ζηλεύει και για να το ξεπεράσει πρέπει να τον «σκοτώσει».

Έξυπνο το τρικ με το πρόγραμμα της παράστασης, αποτυπωμένο στις φιγούρες της τράπουλας, μια και τα χαρτιά είναι και το χόμπι του Όσκαρ με την Ίρμα. Ο κόμης έπαιζε για 30 χρόνια χαρτιά με τη γυναίκα του, αντί να κάνει σεξ, όπως ακριβώς κάνει και με την Ίρμα.

Το κρέας είναι ένα άλλο συμβολικό στοιχείο της παράστασης. Από τον κόσμο της νύχτας, όπου εμπορεύσιμο προϊόν είναι η λευκή σάρκα, ο Νέστορας μεταφέρεται στον κόσμο της κρεαταγοράς όπου δουλεύει ως χαμάλης.

Από μία δομημένη κοινωνία όπως αυτή των εκδιδόμενων γυναικών και των προαγωγών, δεν απουσιάζει ούτε ο συνδικαλισμός: οι mecs αποφασίζουν να πληρώνουν τα κορίτσια τα ένσημά τους στο υπουργείο Εργασίας.

Η Ίρμα είναι μια εξαιρετικά τίμια πόρνη, η οποία προστατεύει οικονομικά τους προστάτες της, αδιαμαρτύρητα, χρειάζεται όμως κάποιον να την προστατεύει συναισθηματικά, τον Νέστορα.

Η στολή – σύμβολο επανέρχεται με την ψεύτικη – για τους θεατές, κηδεία του κόμη, όπου η Ίρμα κηδεύει το μπαστούνι και το καπέλο του, και ταυτόχρονα κηδεύει τον έρωτά της για το Νέστορα.

Η Άννα Φόνσου κρατάει με επιτυχία τα όνειρα από χρυσόσκονη της Ίρμα, όπως και το δύσκολο ρόλο του να χορεύει και να τραγουδάει. Ντελικάτη και αεικίνητη, κρατάει την τρυφερότητα που απαιτεί ο ρόλος και αποδεικνύεται μία εξαίρετη ντάμα κούπα κι άλλοτε ντάμα σπαθί.

Ο Πέρης Μιχαηλίδης επιτυχώς κατέφυγε και σε ηθοποιούς εκτός ΚΘΒΕ με γνώσεις στο χορό και το τραγούδι. Εξαιρετικό παράδειγμα ο Χρήστος Καλόου στο ρόλο του Μουστάς και η Κατερίνα Γιαμαλή στο ρόλο του Κομπέρ – αφηγητή, οι οποίοι τραγουδούν έξοχα και πολύ καλός ως χορευτής ο δεύτερος Κομπέρ, Νίκος Καπέλιος.

Έξυπνα και λειτουργικά τα σκηνικά της παράστασης υπογράφονται από τον Απόστολο Βέττα, ενώ τα κοστούμια είναι του Γιάννη Μετζικώφ, γι’ αυτό και εντυπωσιάζουν.

Η χορογραφία είναι του Κωνσταντίνου Ρήγου, η μουσική του Τάσου Καρακατσάνη και η μουσική διδασκαλία της Αίγλης Χαβά –Βάγια.

Οι παραστάσεις ολοκληρώνονται την Κυριακή 28 Απριλίου.

Μαρία Αμπατζή

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.