«Νησιωτης ποτισμενος στο σεληνοφως λιοδεντρων, επαναστατης, μεταναστης, επαγγελομαι τον ονειροκριτη…»

Ορμώμενη από το στίχο του Νικόλα Κάλας «την Κυριακή μόνον το ποίημα κρατιέται», ετούτη η Κυριακή μας θα κρατηθεί από ποιήματα, θα’ ναι γεμάτη ποιήματα, ευαισθησία, γνώση κι επανάσταση, χάριν του συνεδρίου που επιχειρεί να μας επανασυνδέσει με το έργο του σημαντικού υπερρεαλιστή ποιητή Νικόλα Κάλας χάρη στην πρωτοβουλία του Δήμου Κομοτηνής, του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του περιοδικού «Μανδραγόρας».

Ποιος είναι όμως ο Νικόλας Κάλας; Γιατί μας αφορά; Μια ελάχιστη περιδιάβαση στα της ζωής και του έργου είναι όμως ενδιαφέρουσα κι όχι μόνον…
Γιατί ακόμη και στις μέρες μας, ο Νικόλας Κάλας εξακολουθεί να είναι ως προσωπικότητα των γραμμάτων φυσιογνωμία καθοδηγητική… Κατ’ εξοχήν μάλιστα…

Νικόλας Κάλας, η ζωή και το έργο*

Ο ΠΕΡΙΠΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΣ σήμερα στο ελληνικό κοινό Ν. Calas, για μια δεκαετία σχεδόν, από το 1929 έως 1938, υπήρξε από τα πιο ζωντανά στελέχη της πνευματικής μας ζωής, όταν η Αθήνα ζούσε την πιο έντονη μικροαστική της σύγχυση και παιζόταν η μάχη ανάμεσα στην παραδοσιακή λογοτεχνία ( και αντίληψη) και τις μοντέρνες ιδέες. Παιδί οικογένειας με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ο Νίκος Καλαμάρης (όπως ήταν το πραγματικό του όνομα πριν να καταλήξει σε Calas), γεννήθηκε στη Λωζάνη το 1907, αλλά μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας στα 1923-1927 και παίρνει ενεργό μέρος στη φοιτητική κίνηση. Μέλος της «Φοιτητικής Συντροφιάς» στα χρόνια που πρωτοστατούν ο Γιώργος Θεοτοκάς και ο Ηλίας Τσιριμώκος, μετέχει επίσης στις ζυμώσεις του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» που καταλήγουν στη διάσπασή του, και υιοθετεί πολύ νωρίς τις επαναστατικές ιδέες. Από το 1930, στα 23 του δηλαδή χρόνια, δημοσιεύει ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, σε μια εποχή που τα δείγματα μιας νέας γραφής στον τόπο μας δεν είναι όπως είδαμε πάρα ελάχιστα. Από ουσιαστικής πλευράς πρέπει να θεωρηθεί ο πρώτος συνειδητά μοντέρνος μας ποιητής που το καινούριο δεν το αναζητά στο αιώνιο αλλά στο σύγχρονο. Η ποίησή του δεν είναι απλώς εκφραστικά μοντέρνα αλλά και το φρόνημά της βρίσκεται σε διάσταση με κάθε κονφορμιστική αντίληψη.

Αδιαφορώντας για την παραδοσιακή διάκριση ποιητικών και αντιποιητικών λέξεων, κομψής και άκομψης έκφρασης, γράφει σ’ εάν γλωσσικό ιδίωμα που μόλις τότε προσπαθεί να καταστρώσει το αλφάβητό του. Λέξεις από τη δημοσιογραφική γλώσσα, επιστημονικοί όροι, αφηρημένες έννοιες, εγγράφονται σε μια καινούρια θεώρηση των πραγμάτων, όπου κάθε συμβατική εκτίμηση έχει εξοστρακιστεί. Κάτι ακόμη πιο ριζικό: δημιουργούνται οι υποδοχές μιας νέας ποιητικής γραφής που δεν φιλοδοξεί να δανειστεί κανένα εκφραστικό μέσο από την παράδοση.

Δεν είναι τυχαίο που εκείνους τους καιρούς ο Νικήτας Ράντος (όπως είναι το ψευδώνυμό του με το οποίο υπογράφει τα ποιήματά του) αρνείται όχι μόνο τον Παλαμά αλλά και τον Σολωμό. Εκτιμά ιδιαίτερα τον Κάλβο (στον οποίο αφιερώνει μια ομιλία του) και τον Καβάφη (για τον οποίο γράφει μια ενδιαφέρουσα μελέτη, συνδυάζοντας μαρξισμό και φροϋδισμό, σε μια εποχή που οι δύο αυτές υποθέσεις εργασίας μόλις έχουν αρχίσει να χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά στα μεγάλα πνευματικά κέντρα).

Παράλληλα με την ποίησή του δημοσιεύει το ίδιο διάστημα και πολλές μελέτες (υπογράφοντάς τες με το άλλο ψευδώνυμο: Μ. Σπιέρος, που ομοιοκαταληκτεί με το Ροβεσπιέρος), οι οποίες, παρά τον εριστικό, κάποτε, τόνο τους, δεν είναι ποτέ μονομερείς. Προστατεύονται από μια παιδεία εκτεταμένη, και οι επιλογές τους δείχνουν την οξυμένη ευαισθησία του. Αντιμετωπίζει το καλλιτεχνικό φαινόμενο σε όλη την έκτασή του και σε όλες τις υπόγειες διασυνδέσεις του. Η μεροληψία του περιορίζεται στο ότι φροντίζει να μην αποδέχεται τίποτε ως δεδομένο, και αρνείται να σεβαστεί κάθε παγιωμένη αντίληψη.

Το πλάτος των ενδιαφερόντων του μπορεί να εκτιμηθεί και από τις μεταφράσεις του. Πρώτος παρουσιάζει από το 1933 ποίηση του Aragon, του Eliot (Η τετάρτη των τεφρών), του Edgar Lee Masters, και μελετήματα: του Ρώσου ιστορικού Μίρσκι και του Eliot. Πρώτος επίσης, από το 1931, αντιμετωπίζει τον κινηματογράφο ως τέχνη και ερευνά την εκφραστική του γλώσσα σε άρθρα του και κριτικά σημειώματα ( περιοδικά «Πειθαρχία» και «Ο Κύκλος»). Οι αντικειμενικές αυτές μαρτυρίες ενισχύουν την εικασία ότι η ποίηση του Ράντου είναι προϊόν προσωπικών λύσεων. Ισχυρό κύτταρο, πρώιμα αναπτυγμένο ταλέντο, βοηθημένο από κριτική σκέψη και επινοητική φαντασία, κατορθώνει να αποδώσει καταστάσεις που, αν δεν συγκροτούνται πάντα σε εύστοχα ποιητικά αποτελέσματα, πολύ συχνά τα υποδηλώνουν και τα προετοιμάζουν. Ο λόγος του, κάποτε αναλυτικός, κάποτε αποφθεγματικός, συχνά ακατάσχετος και φιλοπαίγμων δείχνει ότι εμψυχώνεται από τη γνώση πώς η ποιητική απόδοση μιας κατάστασης πραγματοποιείται ως διαρκής επανάσταση με την έκφραση, και ως αναζήτηση των σημείων με τα οποία αναπαράγεται. Αλλιώς η κατάσταση, μένοντας στο στάδιο της ανακοίνωσης, ακυρώνεται για τους αποδέκτες της. Ένας άλλος ποιητής, που έχει αντιληφθεί εξίσου έντονα το πρόβλημα, τέσσερα χρόνια νεότερος, ο Ελύτης, συναντά μπροστά του το έργο του Ράντου όπως και του Εμπειρίκου. Και σε επόμενα χρόνια θα αναγνωρίσει ότι τα πρώιμα νεανικά του ποιήματα φέρουν σαφή ίχνη των επιδράσεών τους.

Ο χώρος των εμπνεύσεων του Ράντου είναι αστυκός (από το άστυ). Ήδη από τον Baudelaire έχουν περάσει στην ποίηση τα παρισινά τοπία, και σ’ εμάς ο Καβάφης έχει μεταφέρει στο έργο του τη ζωή της πολιτείας. Είναι φανερό ότι το γεγονός αυτό ανταποκρίνεται σε μια μεταφορά του κέντρου της ζωής από το ύπαιθρο, και τη φύση, στην πολυάνθρωπη και αγχοτική πολιτεία. Ζώντας ο Ράντος σε μια εποχή που το νέο περιβάλλον διαβίωσης, υπερβαίνοντας το στάδιο των ενδείξεων, έχει παρουσιάσει τις σαφείς και έκδηλες παρενέργειές του, αποτυπώνει τη φυσιογνωμία μιας πολιτείας που μετασχηματίζεται και αλλοτριώνεται. Προετοιμασμένος από μια επαναστατική αντίληψη, που τα ίδια τα φαινόμενα την δικαιώνουν, επισημαίνει τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία μιας μεταβολής η οποία εγκυμονεί τόσο την επανάσταση όσο και την αντεπανάσταση, με ίσες πιθανότητες επιτυχίας. Η προσωπική του ελπίδα δεν θαμπώνει την όρασή του ώστε να θελήσει να προφητέψει την έκβαση της μάχης. Είναι η βασική του διαφορά από τους άλλους επαναστάτες ποιητές που τα ίδια χρόνια, με παραδοσιακή ποιητική γλώσσα, αισιοδοξούν με συμπαθητική αφέλεια. Είναι ενδεικτικό ότι στο περιοδικό (Νέοι) «Πρωτοπόροι» της πνευματικής Αριστεράς, στο οποίο ο Ράντος δημοσιεύει από την αρχή της έκδοσής του (1931) ένα ποίημά του , επιβιώνει ως συνεργάτης μόνο κριτικών μελετημάτων, και από το 1934(έτος που κηρύσσεται ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ως μόνη επιτρεπτή μορφή έκφρασης της επαναστατικής τέχνης) παύει να συνεργάζεται. Συνεχίζει να δημοσιεύει, χωρίς να υποστέλλει το ριζοσπαστικό του πνεύμα, στο ουδέτερο (πολιτικά) περιοδικό «Ο Κύκλος» και στα «Νεοελληνικά Γράμματα», ενώ μένει έξω από το κύκλωμα των «Νέων Γραμμάτων», θεωρώντάς το καλλιτεχνικά και πνευματικά συντηρητικό. Βέβαια, και αντίστροφα, δεν θα ήταν ευπρόσδεκτος στο στενό επιτελείο του περιοδικού, αν σκεφθεί κανείς τη χολερική επίθεση που του είχε κάνει ο Ανδρέας Καραντώνης, λίγα χρόνια πριν, από το περιοδικό «Ιδέα»…

Μετά τα «Ποιήματά» του που κυκλοφορούν αρχές του 1933 και περιέχουν έργα του πριν από τον Οκτώβριο του 1932, ο Ράντος κυκλοφορεί τέσσερα ακόμη λιγοσέλιδα ποιητικά «Τετράδια» από το Μάιο του 1933 έως το Νοέμβριο του 1936. Μόνο όμως με το τελευταίο του τετράδιο μπαίνει η ποίησή του σε υπερρεαλιστική φάση. Διότι, ενώ είχε δηλώσει, από το 1933, ότι ενδιαφέρεται για τον υπερρεαλισμό, μόλις το 1936 αναγνωρίζει ο ίδιος ότι τον αποδέχτηκε ως ολικό κίνημα (και ύστερα από τη συμβολή του Εμπειρίκου), για να καταστεί σε λίγο επίσημα και ένας από τους θεωρητικούς του κινήματος, δημοσιεύοντας ένα βιβλίο με τίτλο «Foyers d’ incendie», το 1938, όταν εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Οι «Εστίες πυρκαγιάς» αφήνουν αγαθές εντυπώσεις στους γαλλικούς κύκλους και παίρνουν την έγκριση τού ιδιαίτερα δύσκολου σε τέτοιες αποφάσεις , Andre Breton. Αλλά οι καιροί που ήταν δύσκολοι με την 4η Αυγούστου και απομακρύνουν τον Ράντο από τη Ελλάδα, θα γίνουν σε λίγο δύσκολοι και για τη Γαλλία. Θα φύγει κι από εκεί το 1939, λίγο πριν από την εισβολή των χιτλερικών, και περνώντας μέσα από τα τελωνεία της Φρανκοκρατούμενης Ισπανίας, για να πάει στη Λισσαβόνα, θα κάψει όλο το προσωπικό του αρχείο, δημοσιευμένο και ανέκδοτο. (Το ανέκδοτο φυσικά χάνεται για πάντα). Από τη Λισσαβόνα φεύγει, το 1940, για την Νέα Υόρκη.

Κι όταν η Αμερική μπαίνει στο Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο Ράντος, ή μάλλον ο Calas(όπως υπογράφει από το 1938), δουλεύει σε πολεμικό γραφείο πληροφοριών, και το 1945 παίρνει τη αμερικανική υπηκοότητα. Ζώντας από τότε μόνιμα στη Νέα Υόρκη δημοσιεύει θεωρητικά κείμενα σε πρωτοποριακά περιοδικά, και σε βιβλία του, αποβαίνοντας ένας καλός υποστηρικτής των μοντέρνων ρευμάτων στις εικαστικές τέχνες. Η ποίηση έχει παραμεριστεί.

Ο ίδιος ομολογεί ότι δεν μπορεί να γράψει ποιήματα παρά μόνο σε ελληνική γλώσσα. Αλλά και να γράψει «φαντάσου, ελληνικά ποιήματα» στην Αμερική, πρέπει να είναι δύσκολο. Το ξένο περιβάλλον, όπως ήταν επόμενο, εξασθενίζει αν δεν εκμηδενίζει τη διάθεση για ποιητική έκφραση. (Την υπόθεση δείχνει να διαψεύδουν τέσσερις συγγραφείς νεότερης γενιάς: Ο Αντώνης Δεκαβάλλε, ο Νίκος Σπάνιας, ο Νίκος Καχτίτσης και ο Γιώργος Δανιήλ, που επιμένουν στα ελληνικά τους). Στα νέα του ποιήματα που γράφει (καθώς υποπτεύομαι, τα περισσότερα) ως επισκέπτης πια στην Ελλάδα ο Κάλας, έχουν ανεβεί αισθητά τα ποσοστά της ειρωνείας και της χλεύης. Στο περιφερειακό αυτό σημείο του κόσμου όλα φαίνονται ότι αναιρούν τη γνησιότητά τους. Αν η μικροαστική Αθήνα της δεκαετίας του 1930 επέτρεπε να οραματίζεται, έστω ποιητικά, την κατάρρευση μιας νόθας ιδεολογίας, η αστικοποιημένη πια Αθήνα της δεκαετίας του 1930, που η κλίμακά της έχει αλλάξει, μοιάζει «ήσυχη» ασυνείδητη κι ευτυχής». Κοιτάζοντας μάλιστα «απ’ έξω» τα φαινόμενα και σταθμίζοντάς τα, ματαιώνεται κάθε επιθυμία να εξηγήσεις τους φαύλους κύκλους τους. Τους διαπιστώνεις.

Η απόφαση του Νικόλαου Κάλας να ξαναγράψει ελληνικά ποιήματα «πλούσιος, με τόση πείρα που απέκτησε», αν κρίνομε από τα λίγα και ολιγόστιχα καινούρια του ποιήματα, φαίνεται μάλλον να γεννήθηκε από κριτική στάση. Κατ’ αρχήν υπάρχει μια μεγάλη διαφορά γλώσσας, ανάμεσα στα παλιά και στα νέα του έργα. Ο αναγνώστης που θα διαβάσει το «Συμβόλαιο με τους Δαίμονες» (1936) και ένα ποίημα γραμμένο στο Μανχάταν του 1977 (περιέχονται και τα δύο στη συλλογή Οδός Νικήτα Ράντου, στην οποία περιλαμβάνονται τα τέσσερα «Τετράδιά» του των ετών 1933-1936 καθώς και όλα τα μεταπολεμικά του) εύλογα θα αναρωτηθεί αν ανήκουν στον ίδιο άνθρωπο. Χρειάζεται να καταβληθεί ιδιαίτερη προσοχή για να βρεθούν τα κοινά τους σημεία. Τώρα τα ποιήματά του είναι ξηρά, καυστικά και αποφθεγματικά. Παίζοντας με τις λέξεις και συχνά διαστρέφοντάς τις, με εκφραστικά εκκρεμείς φράσεις και συνεχείς παρεμβολές μηνυμάτων από τις τρέχουσες και κλισαρισμένες σύγχρονες πολιτισμικές μορφές, τείνει σ’ ένα λόγο που λειτουργεί ως σημείο αναφοράς μιας «φαινομενολογικής» αντιμετώπισης των πραγμάτων της οποίας μας δίνονται μόνο σπαράγματά της, ικανά κάποτε να αναπαραγάγουν τον αρχικό τους πυρήνα:

Μελίνα ρήγισσα της Κυριακής μου, αντίο!

Μακρόσυρτα τραγούδια σέρνουν με τη φωνή σου

σερενάτα του Μοζάρ. Λόγια ανοχής χτυπούν τη μελωδία

Lunedi, Martedi, Mercoledi, ή Mercury day

Μελίνα πάμε για μια Ερμούπολη κρυφή

κάποιο Σαββατόβραδο θ’ αράξει η ανησυχία

Την Κυριακή μόνο το ποίημα κρατιέται

εργάζεται χωρίς αίσθημα, χαρές και πόνους

να ξαναφτιάξει λόγο ερμαφρόδιτο, υβριστικό

απρόσιτο στους δισκοφίλους, ζητιάνους, παπάδες, αθλητές.

Επανήλθε η ώρα γίνεται μέτρον

κρίνεται η πρόταση, όχι ένα αίσθημα

ανανεώνεται. Το ποίημα είναι ομόλογο

γεγονότων του ποιητή και διαβαστή

του διαβάτη με τα βάρη πορείας και πορνείας.

Τι συνέβηκε; Πέρασαν δώδεκα ώρες

ή δώδεκα χρόνια;

Ποια σχέση έχουν αυτά

με τις μετωνυμίες που επακολουθούν;

Χάριν του λόγου μεταφέρονται

όχι ηδονής.

*Από το βιβλίο του Αλέξ Αργυρίου, «Διαδοχικές αναγνώσεις ελλήνων υπερρεαλιστών», Γνώση, Αθήνα 1983

“Ένα αίσθημα” ανανεώνεται λοιπόν…

Τ.Β.

Τηλέμαχοι «Οδυσσείς» μιας άλλης «Οδύσσειας»…

Ο Νίκος Κάλας ήταν μια περίπτωση μοναδική ενός Έλληνα διανοούμενου με διεθνή υπόσταση, ιδίως την εποχή εκείνη του 1930-40, και υπήρξε ο πρώτος που σταδιοδρόμησε ως Έλληνας της διασποράς, χωρίς όμως και να εγκαταλείψει τους δεσμούς του με το «εσωτερικό»…

Εκείνο που, νομίζω, χαρακτηρίζει έναν «Έλληνα» της διασποράς, σε αντίθεση μ’ έναν ντόπιο ελληνοκεντρικό (υπάρχουν και ελληνοκεντρικοί της διασποράς), είναι ότι δεν ταιριάζουν και μένουν όπως το λάδι και το νερό, αιωνίως ξέχωροι. Γιατί αυτό; οι ρίζες του κακού είναι παλιές και δεν έχουν σχέση μόνον με τα σημερινά. Επεμβαίνει η ιστορία που αφήνει έναν ολόκληρο πληθυσμό αγράμματο στο σκοτάδι και που, σαν τον Μακρυγιάννη, «μαθαίνει γράμματα στα εξήντα του», ενώ ο άλλος πληθυσμός (των πόλεων και του εξωτερικού) «εξελίσσεται» σε δικές του γραμμές. Παντού υπήρξε αυτός ο διαχωρισμός κάτω από αυταρχικά καθεστώτα, αλλά σε μας έγινε μια Ερινύα, που μας καταδιώκει ακόμα, ενώ αλλού έχει επουλωθεί το τραύμα, κάπως.

Αυτό που, για μας, αντιπροσώπευε ο Κάλας είναι καθαρότατο. Ήταν ο ασυμβίβαστος, που με το χιούμορ και την ειρωνεία, κάποτε το «σαρκασμό» , προσπαθούσε να ελευθερωθεί από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη που μας κρατάνε δεμένους στην ουσιαστική μας ανεδαφικότητα: ένα λαϊκισμό χωρίς σκέψη και καλλιέργεια, με πολλή δυναμική ενέργεια και εκδικητικές τάσεις, κι από την άλλη μια ευαισθησία, τραυματισμένη, που γυρεύει τη σωτηρία της στη φυγή, στο εξωτερικό, με όπλα την ειρωνεία και την απόσταση.

Αρχέτυπα της πρώτης κατηγορίας έχουμε και λόγιους και ποιητές και, στην εποχή μας ιδίως, τους μουσικούς και τους κινηματογραφιστές, που αποτελούν το θρίαμβο κάποιου λαϊκισμού χωρίς σκέψη – ενώ αρχέτυπα της δεύτερης κατηγορίας είναι οι αποστασιοποιημένοι ποιητές και διανοούμενοι που με τη φυγή, ή μάλλον την αποφυγή, οι Κάλβοι, Σολωμοί, Καβάφηδες, πολεμάνε «εξ αποστάσεως» – Τηλέμαχοι «Οδυσσείς», μιας άλλης «Οδύσσειας», πολύ οδυνηρής, που σήμερα μας χωρίζει σε αγρίως αντιμαχόμενα στρατόπεδα, ευαισθησιακά, διανοητικά και ψυχολογικά.

Δε μπορώ να πω πως δεν υπάρχουν θύματα κι από τις δυο μεριές, κι αυτή η βασική ασυνεννοησία είναι η πληγή όχι μόνο του καλλιτεχνικού μας κόσμου αλλά και του πολιτικού.

Έτσι έχουμε «ελληνικής» καταγωγής διανοητές που γίνονται Γάλλοι, Άγγλοι, Αμερικανοί: οι Βλαστοί, οι Αξελοί, οι Στάγκοι, οι Κάλας για ν’ αναφέρω μόνο μερικούς που έχουν ταυτιστεί ολοκληρωτικά με ξένα κατεστημένα, καλλιτεχνικά, «εκδοτικά», φιλοσοφικά και φιλολογικά, ενώ μια σωρεία νέων ακολουθούν το διχαλωτό αυτό δρόμο, από ανάγκη ή επιλογή, διδάσκοντας σε ξένα πανεπιστήμια και γράφοντας διατριβές σε ξένες γλώσσες. Μερικοί επιστρέφουν στα ελληνικά, με το «σημάδι του Κάιν», μιας ανώτερης πληροφόρησης και ευαισθησίας που τους στιγματίζει και τους ξεχωρίζει.

Πότε θα σταματήσει το δράμα αυτό και θα ξεφορτωθούμε και την τσαρουχάδικη νοοτροπία και την ανάγκη της άμυνας με την «αποφυγή»; Είναι, πια, όχι θέμα ψυχολογικό αλλά ιδεολογικό. Είναι τρόπος σκέψης, γραφής, νοοτροπίας, ιδιοσυγκρασίας. Ο Κάλας, ήρωας και θύμα μιας κατάστασης που δεν επιτρέπει την έκφραση της ευαισθησίας μέσα στις κραυγαλέες «εκδηλώσεις» της τοπικής μας «Αυτοδιοίκησης», που δεν άλλαξε και τόσο από τη εποχή της Επανάστασης – με όλες τις εν δυνάμει παρεξηγήσεις τύπου: «Βαυαρών-Αγωνιστών».

Πότε θα αντιληφθούμε ότι, αν είναι να επιζήσουμε και να σωθούμε σ’ ένα σύγχρονο κόσμο που μας πιέζει από παντού, πρέπει να γίνουμε, να είμαστε, ένας λαός, ένα έθνος, μια γλώσσα, μια ιδιοσυγκρασία, μια εκδήλωση, μια ευαισθησία, που στην καλύτερή της περίπτωση κάτι έχει να δώσει, είτε μέσα είτε έξω, χωρίς ψεύτικους φραγμούς και προκαταλήψεις;

Αν είχαμε ακόμα μερικά πνεύματα σαν τον Νίκο Κάλας – ίσως να το ‘χαμε πετύχει. Αλλά τέτοιοι άνθρωποι ποτέ δεν είχαν καμιά «αναγνωρισμένη» θέση στη σύγχρονη ελληνική «Αυτοδιοίκηση», που παραμένει ταμπουρωμένη στις παραδοσιακές της ανεδαφικότητες και στους τυφλούς φανατισμούς της. Από πού λοιπόν θα ‘ρθει η αληθινή μας απελευθέρωση με την ενοποίηση;

Μόνο από μια στροφή 360 μοιρών – τη στροφή που οραματίστηκε ο Πλάτων στη Σπηλιά του. Να στρέψουμε τα βλέμματά μας προς την άλλη μεριά. Προς την άλλη κατεύθυνση, που δεν είναι ούτε έξω ούτε μέσα. Αλλά «μέσα» στο σωστό. Σ’ εκείνο που υπάρχει, που λειτουργεί, που ταιριάζει, που θ’ αντικειμενοποιήσει το υποκείμενο. Που θ’ αναγνωρίσει τι θα πει Νικόλαος Κάλας, στην «περίπτωση» μιας χώρας σαν τη δική μας, διορίζοντάς τον «πρέσβη» κι «αντίπροσωπό» μας κάπου! Όχι για να μας γλιτώσει από τους Τούρκους, αλλά για να μας δώσει ένα «πρόσωπο», να εξηγήσει στον «έξω κόσμο» ποιοι είμαστε, και τι δεν είμαστε ακόμα, και τι θα μπορούσαμε να είμασταν.

Νάνος Βαλαωρίτης, «Για μια θεωρία της γραφής», Εξάντας, Αθήνα 1990

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.