Νατασσα Μποφιλιου: «Τα τραγουδια εχουν μαγκια που βγαζει απο τα αδιεξοδα»

Λίγο πριν εμφανιστεί στο κοινό της Κομοτηνής το βράδυ της Τετάρτης 10 Μαρτίου, η Νατάσσα Μποφίλιου βρέθηκε στο στούντιο του «Ράδιο Παρατηρητής» και παραχώρησε στις Μάνια Σχοινά και Γιώτα Παπαλουκά μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης, της μουσικής κα των στοιχείων του χαρακτήρα της. Με τον χειμαρρώδη λόγο της και το αληθινό προφίλ μια αυθεντικής τραγουδίστριας η Νατάσσα Μποφίλιου μας προϊδέασε γι’ αυτό που θα ακολουθούσε το ίδιο βράδυ και που ήταν όντως μια καταπληκτική μουσική εμπειρία για όσους Κομοτηναίους και μη βρέθηκαν στο Στέκι της Πολιτιστικής Κίνησης το βράδυ της Τετάρτης. Με ένα τύμπανο, ένα τσέλο και ένα πιάνο και με τη μοναδική φωνή της η νεαρή τραγουδίστρια μάγεψε τους παρευρισκόμενους, άλλοτε τους ξεσήκωσε κι άλλοτε τους ταξίδεψε με το καράβι της μουσικής, το ευγενές μπρίο των νιάτων της και της μελωδικής φωνής της…
Στο Ράδιο Παρατηρητής δήλωσε εξ αρχής ότι δεν της αρέσουν τα καλούπια και τα προγράμματα και είναι γενικά αυθόρμητη. Και πράγματι ήταν…

 

                                

 

Νέος δίσκος: «Εισιτήρια διπλά»

Ρ.Π.: Σε λίγες ημέρες κυκλοφορεί ο νέος σας δίσκος με τίτλο «Εισιτήρια διπλά»…
Ν.Μ.: Εμείς το παλεύουμε για να κυκλοφορήσει τη Δευτέρα! Υπάρχει μια περίπτωση να πάει και τη μεθεπόμενη εβδομάδα. Ελπίζω όχι!


Ρ.Π.: Ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος,ο Θέμης Καραμουρατίδης και εσείς χαρακτηρίζεσθε από ραδιοφωνικούς παραγωγούς, αλλά και γενικότερα από πολύ κόσμο που σας αγαπά, ως παιδιά της νέας γενιάς της μουσικής. Αποδέχεσθε αυτόν το χαρακτηρισμό και τι σημαίνει; Ποια είναι η διαχωριστική σας γραμμή σε σχέση με την προηγούμενη γενιά;
Ν.Μ.: Αποδέχομαι τον χαρακτηρισμό γιατί έχει μέσα τη λέξη «παιδιά»… Μόλις τελειώσαμε το δημοτικό! Όσον αφορά στο ότι είμαστε νέα παιδιά, σαφώς ανήκουμε σε μια γενιά η οποία είναι διαφορετική από την προηγούμενη για πάρα πολλά πράγματα, είναι διαφορετικά πολιτικοποιημένη, διαφορετικά κοινωνικοποιημένη, φοράει άλλα ρούχα, σκέφτεται με διαφορετικό τρόπο, έχει τελειώσει άλλα σχολεία, έχει τελειώσει άλλα πανεπιστήμια. Βλέπουμε ότι από την προηγούμενη γενιά έχουν γίνει πολλές αλλαγές στον τρόπο που έχει μεγαλώσει κάποιος, οπότε και εμείς ανήκουμε σε μια γενιά και είμαστε διαφορετικοί από την προηγούμενη. Όσον αφορά στην νέα γενιά της μουσικής, αυτό δεν θα το κρίνω εγώ και θεωρώ ότι, αν και είμαστε νέοι άνθρωποι, λειτουργήσαμε όπως οι παλιότερες γενιές.

 

Το τραγούδι το έχουμε αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο και το έχουμε προσεγγίσει με έναν τρόπο που το προσέγγιζαν οι μουσικές μας αναφορές. Δεν πήγαμε σε reality shows, σε τηλεοπτικές εκπομπές, δεν κάναμε πολυσυλλεκτικό δίσκο, αλλά ο καθένας μας είχε έναν ρόλο μέσα σε αυτόν, δεν ήμασταν σε μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες, δεν πήραμε μεγάλη διαφήμιση, όλο αυτό μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα και προσπαθήσαμε να το κερδίσουμε μέσα από τα live. Αν με αυτό τον τρόπο καταφέραμε να επιβιώσουμε σε αυτό που λένε μουσική βιομηχανία και να κάνουμε πράγματα αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό. Είναι λοιπόν ανεξαρτήτως γενιάς, απλά το πιστέψαμε πολύ και είμαστε πολύ πεισματάρηδες και οι τρεις.


«Αν έχεις δουλέψει πολύ, αποκλείεται να την ψωνίσεις»


Ρ.Π.: Ξεκινήσατε νωρίς και μπήκατε στα βαθιά νερά του χώρου, ενός χώρου δύσκολου με πολλές ιδιαιτερότητες και, εκτός του ταλέντου, το οποίο αναμφισβήτητα διαθέτετε και το έχετε αποδείξει, απαιτεί ωριμότητα, ταπεινότητα, αλλά και ικανότητα να διαχειρισθείτε όλη αυτή την προβολή. Ήσασταν έτοιμοι να ανταποκριθείτε και να εκπληρώσετε το όνειρό σας;

Ν.Μ.: Από δεκαεννέα χρονών τραγουδούσα την “Ασπιρίνη”. Από την άλλη, επειδή δεν είχαμε σκεφθεί ποτέ, ειδικά εγώ και ο Γεράσιμος, που δουλεύουμε πολλά χρόνια μαζί -γιατί από τα δεκαεννέα είμαστε μαζί καλλιτεχνικά, αλλά είναι και ο καλύτερός μου φίλος- δεν είχαμε σκεφτεί ότι θα κάνουμε αυτή τη δουλειά. Ούτε ο Γεράσιμος είχε σκεφτεί να γίνει στιχουργός ούτε εγώ τραγουδίστρια. Σπουδάσαμε κάτι διαφορετικό και μπήκαμε στη υπόθεση περισσότερο από πλάκα. Οπότε δεν μπορώ να πω πώς το διαχειρίσθηκα. Δεν το διαχειρίσθηκα και δεν με ενδιέφερε κιόλας ούτε τι προβολή θα πάρει ούτε το πόσοι θα αγοράσουν το δίσκο ούτε το πόσοι θα μας παίξουν στο ραδιόφωνο και ίσως επειδή δεν μας ενδιέφερε και αυτό το πράγμα το κάναμε απλά από καρδιάς και με ένα απλό καλλιτεχνικό κόστος, αλλά και επιθυμία ίσως, και για αυτό καταφέραμε να κάνουμε κάποια πράγματα. Όλα έγιναν τόσο φυσικά και ήσυχα δηλαδή κάθε βήμα μας ήταν απλά κάτι παραπάνω από το προηγούμενο, η επιτυχία δεν ήρθε ξαφνικά εκεί που καθόμασταν, όλοι το δουλέψαμε σιγά και ήσυχα. Θυμάμαι ότι οι πρώτες μας παραστάσεις έγιναν σε έναν χώρο που έψαξα μόνη μου να βρω, κουβαλούσαμε τα μόνιτορς, τα μικρόφωνα, όλο όμως αυτό έγινε με έναν τρόπο πολύ ερασιτεχνικό και την επόμενη χρονιά έγινε ένα βήμα παραπάνω, την επόμενη επίσης και έτσι όλο αυτό επειδή είχε ένα προσωπικό αγώνα και προσπάθεια δεν σου επέτρεπε στα 22 σου χρόνια, αν έχεις δουλέψει τόσο πολύ και έχεις βάλει τόση ψυχή, να την ψωνίσεις. Σου απαγορεύεται, πόσο μάλλον όταν είσαι 26 και έχεις λίγο περισσότερο μυαλό.
 

Ρ.Π.: Η «Μικρή Άρκτος» ως δισκογραφική εταιρεία σας βοήθησε;
Ν.Μ.: Μας βοήθησε πάρα πολύ και ήθελα να πω ότι και εγώ και τα παιδιά είχαμε την τύχη να έχουμε έναν άνθρωπο να μας βγάλει στην δουλειά που εκτός από εξαιρετικός καλλιτέχνης είχε και ένα όραμα πολύ συγκεκριμένο και ένα καλλιτεχνικό αίτημα. Είχαμε και εμείς μια τάση προς αυτό, αλλά μπολιαστήκαμε και με τις ιδέες του: «δεν θα κάνεις πολυσυλλεκτικό δίσκο, θα διεκδικήσετε ένα χώρο στην δισκογραφία». Αυτή τη φιλοσοφία την είχαμε και εμείς, απλά είχαμε κάπου να πατήσουμε. Για να βγάλουμε τρεις άνθρωποι έναν νέο δίσκο θα έπρεπε και αυτός να είναι τρελός, με την καλή έννοια, ένας Δον Κιχώτης.

Ρ.Π.: Πώς είναι να δουλεύετε ως ομάδα; Είπατε ότι ο καθένας έχει το ρόλο του, έχει όμως επηρεασθεί ο ένας από τη δουλειά του άλλου;
Ν.Μ.: Οι ρόλοι μας είναι διακριτοί, ο καθένας κάνει τη δουλειά του. Απλά επειδή μέσα σε όλο αυτό υπάρχει και μία κοινή ζωή ξέχωρα από τα επαγγελματικά μας, την στιγμή που θα ακούσουμε μαζί το τραγούδι και θα εκφράσουμε τις απόψεις μας, υπάρχει περίπτωση να εκφράσω την άποψή μου και να πω ότι ο στίχος αυτός δεν μου αρέσει. Αυτό όμως είναι σπάνιο. Μπορεί να κάνω κάποιες παρατηρήσεις, αλλά ποτέ στον Γεράσιμο δεν θα έλεγα τι στίχο να γράψει.


Ρ.Π.: Ο Γεράσιμος γράφει αυτοβιογραφικά σε μεγάλο βαθμό…
Ν.Μ.: Πάρα πολύ. Γενικά όλα τα τραγούδια είναι αποτέλεσμα της ζωής μας, αυτό που ζήσαμε. Δεν βγάζουμε δίσκο, αν δεν είναι ένα κεφάλαιο ολοκληρωμένο. Κάθε δίσκος έχει ένα concept, προέρχεται από μια εποχή, περιέχει τα αποτελέσματά της, τις εμπειρίες της. Ελπίζω κάποτε να φτιάξουμε έναν δίσκο που θα περιέχει έναν μεγάλο έρωτα που είναι εντάξει… οι έρωτες είναι αδιέξοδοι…

                            


«Δεν τραγουδώ τραγούδια χωρίς δύναμη»


Ρ.Π.: Ένας έρωτας με αίσια κατάληξη έχει το ίδιο αντίκρισμα;

Ν.Μ.: Εμένα προσωπικά δεν με συγκινούν αυτά τα τραγούδια, ακούω πάντα μελαγχολική μουσική. Μουσική που θα με έκανε να προβληματιστώ και θεωρώ ότι αυτός είναι ο σκοπός της τέχνης, να μπει πιο βαθιά σου και να σε προβληματίσει. Σαφώς και υπάρχουν πράγματα που μπορούν να σου δημιουργήσουν χαρά κι αισιοδοξία και όλα μας τα κομμάτια έχουν μια συγκρατημένη αισιοδοξία. Μέσα σε αυτά υπάρχει μια συγκρατημένη αίσθηση ότι είμαστε εδώ και όλα θα πάνε καλά. Τα τραγούδια έχουν μια δύναμη. Δεν θα μπορούσα να τραγουδήσω τραγούδια που έχουν μια μελαγχολία, αλλά δεν έχουν δύναμη. Το «Εν λευκώ» είναι ένα μελαγχολικό, μοναχικό τραγούδι, αλλά έχει τρομερή δύναμη γιατί λέει ότι «όλα είναι δικαίωμά μου». Όλα τα τραγούδια έχουν μια μαγκιά που πάντα, τουλάχιστον εμένα, με βγάζει από τα αδιέξοδα. Είναι ένα συναίσθημα το οποίο το χρειάζομαι, μου είναι απαραίτητο και δεν μπορώ να κάνω βήμα αν δεν έχω την αίσθηση ότι «άμα γουστάρω θα το κάνω έτσι και δεν με ενδιαφέρει τίποτα». Και αν μου κάνει κάτι αυτός ο κόσμος που δεν μ’ αρέσει, θα του το κρατήσω και όταν θα έρθει η ώρα θα είμαι εκεί για να του το χτυπήσω με όποιον τρόπο μπορώ.

 

Και επειδή πολλές φορές ακούγεται και ο χαρακτηρισμός «καλλιτέχνης», το ερώτημα είναι «τι πραγματικά είναι ο καλλιτέχνης», είναι ένας τρόπος για να βλέπει κανείς τα πράγματα είναι ένα ταλέντο, είναι ένα επάγγελμα; Είναι μια οπτική που είναι λίγο πιο πάνω από όπου είμαστε. Όταν ασχολείσαι πραγματικά με την τέχνη και σε ενδιαφέρει, τα συναισθήματα είναι πάνω από εσένα και δεν είναι απτά, η τέχνη αιωρείται και είναι μια άλλη οπτική, είναι λίγο πιο πάνω από τον ουρανό και λίγο πιο πάνω από τη ζωή σου. Πολλές φορές εμείς χρησιμοποιούμε τον όρο «καλλιτέχνης» για να προσδιορίσουμε τα πράγματα, για να αναφερθούμε στην ασχολία. Νομίζω όμως ότι υπάρχουν καλλιτέχνες της ζωής. Για παράδειγμα, η μητέρα μου, που δεν είναι καλλιτέχνης, για μένα είναι πολύ μεγάλη. Έχω γνωρίζει ανθρώπους που δεν είναι καλλιτέχνες, αλλά ασχολούνται με την τέχνη γιατί βρίσκονται στο μεσοδιάστημα που έλεγα πριν – λίγο πιο πάνω από τον ουρανό και λίγο πιο πάνω από τη ζωή…


«Μακάρι να με πουν έντεχνη καλλιτέχνη»


Ρ.Π.: Έναν τέτοιο προβληματισμό ίσως εμπεριέχει και ο όρος «έντεχνο». Ακούμε να τον χρησιμοποιούν με ένα τρόπο που εξυπηρετεί το διαχωρισμό της μουσικής, κάποιοι όμως δεν το δέχονται αυτό και λένε ότι η μουσική είναι καλή ή κακή. Συμφωνείτε με μία από τις δύο απόψεις;

Ν.Μ.: Συμφωνώ και με τις δύο από την άποψη ότι η μουσική είναι καλή ή κακή, αλλά θεωρώ ότι είναι άκρως κομπλεξικό, με εξοργίζει αυτό το μένος ανθρώπων που ανήκουν στο είδος απέναντι στο έντεχνο και το βρίσκω εντελώς ηλίθιο να προσπαθείς να το απαρνηθείς ξαφνικά. Αν έντεχνο είναι ο Χατζηδάκις, είναι τιμή σου να ανήκεις σε αυτή την ταμπέλα. Αυτά τα βρίσκω βλακείες. Έντεχνο είναι ένα τραγούδι που έχει μια πρόθεση να συγκινήσει, ένα τραγούδι που έχει καλό στίχο, καλή μουσική και μια καλή ερμηνεία. Γιατί το κάνουμε τόσο μεγάλο θέμα; Ντρέπεσαι και φοβάσαι ότι δεν είσαι εμπορικός; Ή μήπως σε παρεξηγήσουν και σε πουν έντεχνο; Μακάρι να με παρεξηγήσουν και να με πουν έντεχνη καλλιτέχνη, αυτή την παρεξήγηση τη θέλω πολύ! Είναι κομπλεξικό και δεν μπορώ να το ακούω. Μιλάνε για έντεχνο περιοδικό και για έντεχνο ραδιοφωνικό σταθμό. Δέχομαι ότι είναι, εφόσον παίζει έντεχνη μουσική μια μουσική που γίνεται με τέχνη και σαφώς όλες οι μουσικές δεν γίνονται με τέχνη. Βεβαίως και τα άλλα είδη είναι άτεχνα.


Ρ.Π.: Αγαπάτε το λαϊκό τραγούδι…
Ν.Μ.: Πάρα πολύ! Ο Ζαμπέτας δεν είναι έντεχνος; Ο Τσιτσάνης; Για αυτό και λέω ότι συμφωνώ και με τα δύο, από την άποψη της σφαιρικής έννοιας του εντέχνου. Η Νίνα Σιμόν για μένα είναι έντεχνη. Η καλή μουσική είναι έντεχνη μουσική, η υπόλοιπη είναι άτεχνη. Αυτοί που δεν προασπίζονται τον όρο του εντέχνου δεν θεωρούν ότι υπάρχει καλή ή κακή μουσική, απλά θεωρούν ότι το έντεχνο είναι κάτι παλιό, μίζερο, σκοτεινό ότι ανοίγεις ένα ντουλάπι και βγάζεις από μέσα την Νίνου, τον Ζαμπέτα, τον Χατζιδάκη… Μακάρι να μπω και εγώ σε αυτές τις ντουλάπες. Θα είναι τεράστια τιμή.

«Πολιτική είναι και το τραγούδι»


Ρ.Π.: Ως προς τα είδη της μουσικής, έχετε πει ότι μεγαλώσατε σε ένα σπίτι με πολιτικοποιημένους γονείς και ακούγοντας πολιτικό τραγούδι. Θεωρείτε ότι σήμερα μπορεί να υπάρξει θέση για πολιτικό τραγούδι, υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες που θα μπορούσαν να το γεννήσουν;

Ν.Μ.: Σαφώς ο Αγγελάκας κάνει πολιτικό τραγούδι για μένα. Εμείς κάνουμε. Το «Εν λευκώ» για μένα είναι πολιτικό τραγούδι, είναι πολιτική θέση, γιατί πολιτική δεν σημαίνει κόμματα, αλλά και αυτό που κάνουμε τώρα είναι πολιτική. Διότι αν ήμασταν σε μια άλλη χώρα, σε ένα άλλο καθεστώς, ενδεχομένως να μην μπορούσαμε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση, οπότε και το ότι την κάνουμε και φοράμε αυτά τα ρούχα είναι πολιτική, είναι μια δράση που συμβαίνει σε αυτό το πολιτικό σύστημα, κάτω από αυτές τις πολιτικές συνθήκες, διαφορετικά αν ήμασταν κάπου άλλού όλα θα ήταν εντελώς διαφορετικά. Άρα, είτε το θέλουμε είτε όχι, όλοι είμαστε πολιτικά όντα, και σαφώς έχουμε υποχρέωση να είμαστε πολιτικοποιημένοι, αν θέλουμε να δρούμε και να ζούμε. Νομίζω ότι είναι απαραίτητη προϋπόθεση και ένα ερωτικό τραγούδι είναι πολιτικό τραγούδι, γιατί εντάσσεται και μιλά για μια κοινωνική συμπεριφορά. Σαφώς άρα ο έρωτας είναι μέρος της πολιτικής, όπως και η τέχνη, πάντα όμως με την σφαιρική έννοια της πολιτικής. Για μένα, τα πολιτικά κόμματα είναι επιχειρήσεις, ανοίγουν, κλείνουν, πουλάνε και δεν έχουν καμία σχέση με τη πολιτική.

 

Εμείς γράφουμε πολιτικά τραγούδια, είμαστε και οι τρεις πολιτικοποιημένοι ο καθένας με τον τρόπο του και θεωρώ ότι κάθε άνθρωπος, είτε το θέλει είτε όχι, αναγκαστικά, εφόσον ζει κάπου και έχει μισθό και ανοίγει ένα σπίτι και παντρεύεται είναι πολιτικοποιημένος… Όταν έρθει λοιπόν η ώρα να ψηφίσεις δείξτο αν μπορείς.
 

Ρ.Π.: Υπάρχουν ενδείξεις λατρείας προς το πρόσωπό σας. Πώς σας φαίνετε αυτό;
Ν.Μ.: Αισθάνομαι μεγάλη ευγνωμοσύνη που μου έγινε αυτό το δώρο.


Ρ.Π.: Σας αγχώνει;
Ν.Μ.: Με αγχώνει ως προς το ότι κάθε φορά που βλέπω τον κόσμο από κάτω σκέφτομαι ότι τώρα πρέπει να δουλέψεις γιατί όλοι αυτοί περιμένουν κάτι από σένα και για αυτό στρώσου για να το κάνεις όπως πρέπει. Όλο αυτό θεωρώ ότι προκύπτει από το γεγονός ότι εγώ και το κοινό μου έχουμε μια πολύ προσωπική σχέση, με όλους τους ανθρώπους που έχουν πάρει το δίσκο μου, όπως και τα άλλα παιδιά νιώθω ότι έχω μοιραστεί μαζί τους πολλά πράγματα. Ό,τι έχω ζήσει και ό,τι έχω νιώσει το μεταφέρω μέσα από τα τραγούδια. Δεν έχω μυστικά και νομίζω ότι ο κόσμος γίνεται συμμέτοχος σε μια αποκάλυψη, αυτό που λέμε συνωμοσία… Κόντρα σε αυτό που συμβαίνει γύρω μας εμείς οι τρεις συνωμοτούμε για κάτι και το μοιραζόμαστε και με άλλους.
 

«Μεγάλο δώρο το μοίρασμα της μουσικής»
 

Ρ.Π.: Μπαίνουμε στον κόσμος σας…
Ν.Μ.: Και εγώ στο δικό σας. Για μένα είναι πολύ μεγάλο δώρο να παίρνει ο άλλος τη ζωή μου και να τη βάζει μέσα στο σπίτι του και να τη μοιράζεται με τη δική του. Αυτό είναι πολύ σπουδαίο και σαφώς έχω προσωπικές σχέσεις με αυτό τον άνθρωπο κι ας μην τον έχω γνωρίσει ποτέ. Έχουμε κάτι να μας ενώνει.

Ρ.Π.: Πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να κάνετε και θέατρο;
Ν.Μ.: Όχι, η αδερφή μου όμως ασχολείται. Ερμηνεύω ένα τραγούδι που έχουν γράψει ο Θέμης και ο Γεράσιμος για την ομάδα «Τεχνικό», μέλος της οποίας είναι και η αδελφή μου και πήγε πολύ καλά. Και αυτοί με αντάρτικο τρόπο το έφτιαξαν μόνοι τους, έβαλαν τα λεφτά, βρήκαν τον σκηνοθέτη και είχαν την τύχη να τους φιλοξενήσει «Η Τεχνόπολις» και ο Γιώργος Στάθης με τον Φώτη Ιγνατίου, που στηρίζουν γενικά τέτοιες προσπάθειες, όπως και τις δικές μας συναυλίες. Πήγαν πολύ καλά τα παιδιά και χαίρομαι και είμαι περήφανη για την αδερφή μου.


Ρ.Π.: Είπατε ότι σας χαρακτηρίζει η λέξη «πάθος». Φαίνεται από τον τρόπο πού ερμηνεύετε γιατί έχετε απίστευτη θεατρικότητα. Υπάρχει κάποιες άλλες αγάπες που διεκδικούν το χώρο τους μέσα σας εκτός από τη μουσική;

Ν.Μ.: Όπως είπα το σινεμά και παθιάζομαι με τους ανθρώπους πάρα πολύ. Οι φίλοι μου, η οικογένειά μου είναι το πάθος μου και είμαι αφοσιωμένη σε αυτούς.


Ρ.Π.: Σε όποια συνέντευξή σας αναφέρεστε στους γονείς σας μιλάτε με αγάπη και θαυμασμό. Όταν πρωτοξεκινήσατε σας στήριξαν;

Ν.Μ.: Πάρα πολύ γιατί και οι δύο αγαπούν πολύ την τέχνη και δεν είχαν κανένα πρόβλημα, ούτε για μένα ούτε για την αδελφή μου. Απλά είχαν ένα άγχος, ειδικά στην αρχή. Για την αδερφή μου ήταν πιο εύκολο. Εγώ λειτούργησα με έναν τρόπο που ήθελαν μεν, θεωρούσαν όμως στην αρχή και φοβόντουσαν ότι αυτό δεν θα αποδώσει μέχρι που είδαν να κάνω κάποια πράγματα. Φοβόντουσαν, γιατί γνώριζαν το χαρακτήρα μου, γιατί είμαι ένας άνθρωπος ο οποίος ή θα κάνω κάτι όπως το θέλω ή δεν με πειράζει αν δεν το κάνω και καθόλου -δεν θεωρώ ότι πρέπει όλα στη ζωή μου πρέπει να τα κάνω όπως θέλω, δεν είμαι κακομαθημένη. Αυτό το ήξεραν οι γονείς μου, αλλά ήταν δίπλα μου και τα παιδιά, αν δεν τους είχα δεν θα έκανα τίποτα.


Ρ.Π.: Είναι κάποιος από το τρίο της παρέας πιο συγκρατημένος και πιο σταθερός;

Ν.Μ.: Ο καθένας είναι στο είδος του. Ο Θέμης μας συγκρατεί, γιατί εγώ και ο Γεράσιμος μονίμως ονειροβατούμε. Του Γεράσιμου του αρέσουν τα σταθερά ταξίδια εγώ μπορεί μια μέρα να πω ότι θα πάω στην Ινδία. Εγώ τους συγκρατώ γιατί είμαι η πιο καπάτσα, η πιο κοινωνική. Ο καθένας μας έχει το δικό του προφίλ. Ο Γεράσιμος το προφίλ του σοβαρού, του ρομαντικού, του κύριου, ο Θέμης του χιουμουρίστα και εγώ του γυναικείου με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
 

«Κάθε στιγμή βιώνω αυτό που λέει το τραγούδι»


Ρ.Π.: Ακροατής ρωτά ποιο είναι το συναίσθημα που σας ευαισθητοποιεί περισσότερο και υπό την επήρεια του οποίου ερμηνεύετε; Είναι έρωτας, θυμός αυτό που επικρατεί;
Ν.Μ.: Όχι, λέω κάθε τραγούδι σαν να του μιλάω. Αν ήταν κάποιος εραστής μου και τον είχα χάσει θα του έλεγα ότι σε έχω βρει και σε χάνω και όλα αυτά με το ίδιο πάθος και τον τρόπο που θα τα έλεγα με τον ίδιο ακριβώς τα τραγουδάω. Κάθε φορά, όσο κι αν τα έχω πει χιλιάδες φορές, αυτό το συναίσθημα καταφέρνω να το αναπαράγω. Εκείνη τη στιγμή βιώνω αυτό ακριβώς που λέει το τραγούδι και για αυτό το λόγο νομίζω πως μπορώ να συγκινήσω.


Ρ.Π.: Θα μας μιλήσετε για το νέο δίσκο «Εισιτήρια διπλά»…

Ν.Μ.: Είναι όλο αυτό που έλεγα για τα ταξίδια, για το συναίσθημα, το θέατρο…


Ρ.Π.: Πώς αισθάνεστε; Είναι η τρίτη σας δουλειά, είναι περισσότερο ώριμη. Θα ακούσουμε κάτι διαφορετικό ή το ίδιο ύφος εφόσον ο πρώτος δίσκος με το δεύτερο είχε μεγάλη διαφορά…
Ν.Μ.: Και ο τρίτος είναι κάτι πολύ πιο εξελιγμένο και από τους τρεις. Θεωρώ ότι είναι πιο συγκροτημένος. Για τους προηγούμενους και λιγότερο για τα «Τρία μυστικά» θα έλεγα τι δεν θα ήθελα να έχω κάνει. Δεν μου αρέσει ο τρόπος που τραγούδησα ιδιαίτερα θα το άλλαζα αυτό για τον τρίτο δίσκο. Τον τελευταίο καιρό είχα μια τρομερή χαρά γιατί ο δίσκος μας βγήκε το νούμερο πέντε στους δέκα καλύτερους δίσκους της δεκαετίας ανάμεσα σε πενήντα συγκλονιστικά άλμπουμς στο περιοδικό «Δίφωνο» κι αυτό ήταν για μας απίστευτο, μας χαροποίησε τρομερά και παίρνοντας αυτή τη χαρά ηρέμησα για το μέλλον του νέου δίσκου. Μου έφυγε το άγχος και είμαι πολύ ήσυχη. Πριν ήμασταν πολύ αγχωμένοι γιατί για να πω την αλήθεια δεν ασχολιόμαστε και με το τι γίνεται. Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν θα συγκεντρώσουμε εκατό άτομα και οι φίλοι μου αναρωτιούνται αν έχω καταλάβει τι γίνεται. Για παράδειγμα, στην συναυλία στο Γκάζι περίμενα περίπου τριακόσια άτομα και ήρθαν δυόμισι χιλιάδες. Δεν το πίστευα. Συνήθως ξεχνάμε τι έχουμε καταφέρει και μας πιάνει το άγχος του επόμενου βήματος. Όταν συμβαίνει όμως σκεφτόμαστε να το κρατήσουμε…

 

Πλήρες φωτογραφικό υλικό στην ενότητα ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ

 

google-news Ακολουθήστε το paratiritis-news.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.